Αριθμός 1837/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Τ. Α. Π. της Ε. Τ. της Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Τσάκωνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Μ. Σ. του Ι., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιδομενέως Γκίκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1653/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1724/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-5-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση από 28-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 4434/480/2022) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1724/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 2-12-2020 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Τ. Α. Π. της Ε. Τ. της Ε." κατά της υπ' αριθ. 1653/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 19-1-2019 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6696/184/2019) αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε επιδικαστεί υπέρ αυτού εντόκως το συνολικό ποσό των 67.189,66 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 317/2022, 19/2020, 319/2017, 130/2016). Εξάλλου, με την υπ' αριθ. 9/29.10.1926 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας, συστήθηκε, ύστερα από την από 24 Απριλίου 1926 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Εθνικής Τράπεζας, το «Τ. Α. Π. Ε. «Τ. (Τ.) ως αυτοτελής και αυτόνομος Οργανισμός, διεπόμενος από τις διατάξεις του Κανονισμού του, ο οποίος εγκρίθηκε με την ίδια απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας και ανακοινώθηκε κατά τη συνεδρίαση 2 της 6.4.1927 του ιδίου Γενικού Συμβουλίου, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζόμενους σε αυτό. Ακολούθως, με το άρθρο μόνο του ν. 3483/1928 κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η από 23.2.1928 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος "περί διακανονισμού των μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος σχέσεων και περί της εφεξής λειτουργίας της Τραπέζης ταύτης", το ως άνω δε Ταμείο, με την από 9.5.1928 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της ανωτέρω Τράπεζας, μετονομάσθηκε και λειτούργησε ως κοινό «Τ. Α. του Π. της Ε. Τ. της Ε., της Τ. της Ε. και της Ε. Κ. Τ. της «Ε. ως αυτόνομος Οργανισμός, διοικούμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού του. Ακολούθως, με το ν.δ. 2626/1953 το Ταμείο αναδιοργανώθηκε ως ειδικό «Τ. Α. Π. Ε. «Τ. και μετατράπηκε από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, στην παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικές Ασφάλισης", όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικώς με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 35 του ν. 3220/2004, της παρ. 7 του άρθρου 20 του ν. 3232/2004, της παρ. 3 του άρθρου 63 του ν. 3518/2006 και της παρ. 8 του άρθρου 138 του ν. 3655/2008 και ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: "Οι αυτοτελείς κλάδοι ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, δύνανται να μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ. με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Ταμείου. Κατά την ανωτέρω μετατροπή, η κινητή και ακίνητη περιουσία των υφιστάμενων ασφαλιστικών ταμείων περιέρχεται αυτοδίκαια στο νέο Ν.Π.Ι.Δ. χωρίς την καταβολή φόρου μεταβίβασης.... Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ. Τα εν λόγω ταμεία με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε Ταμείου.... Το εφάπαξ βοήθημα των Ταμείων αυτών, καθώς και οι όροι χρηματοδότησης δύνανται να ανακαθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των νέων Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση...". Κατ' επίκληση του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε η Φ.80000/30226/1366/14.1.2004 (ΦΕΚ Β' 27) κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία το Ταμείο Αυτασφάλειας του Προσωπικού της ΕΤΕ μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, εγκρίθηκε η εκπονηθείσα τον Δεκέμβριο του έτους 2003 αναλογιστική μελέτη του Ταμείου και, τέλος, εγκρίθηκε και το καταστατικό αυτού. Περαιτέρω, κατ' επίκληση του ως άνω τελευταίου εδαφίου της ίδιας εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, εκδόθηκε η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας "Τροποποίηση του Καταστατικού του Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" (ΦΕΚ Β' 3239/19-12-2013), με την οποία εγκρίθηκε η με ημερομηνία 18-11-2013 αναλογιστική μελέτη και αντικαταστάθηκε, αφού υιοθετήθηκε η απόφαση 23/16-12-2013 του Δ.Σ. του ΤΑΠΕΤΕ, το άρθρο 7 του Καταστατικού του ΤΑΠΕΤΕ, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και ορίστηκε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, ήτοι εφαρμόζεται α) για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίμαχης απόφασης του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής και β) για όσους θα αποχωρήσουν από την ως άνω ημερομηνία και στο εξής. Όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, στους αυτοτελείς κλάδους ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους (όπως είναι και το αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ. ΤΑΠΕΤΕ), παρέχεται μεν η δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν στους ασφαλισμένους τους, αποφασιστική όμως αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί, που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση (ΚΥΑ), και όχι το προτείνον προς αυτούς Δ.Σ. του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα (κατά το νόμο "πρόταση") και, συνεπώς, χωρίς τη σχετική εγκριτική Υπουργική απόφαση είναι ανίσχυρη. Εξάλλου, από τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 43) συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση, εφόσον τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στην εξουσιοδοτική διάταξη (ΟλΣτΕ 1210/2010). Εν προκειμένω, η ως άνω διάταξη της παρ. 20 εδ. τελ. του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 δεν παρέχει ρητή εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν τα ως άνω νομικά πρόσωπα και, επομένως, και το Τ. Α. Π. της Ε. Τ. της Ε.. Με το δεδομένο αυτό, η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω διάταξης, ως προς το μέρος της με το οποίο ανακαθορίζεται αναδρομικώς το απονεμόμενο από το Τ. Α. Π. της Ε. Τ. της Ε. εφάπαξ βοήθημα και ορίζεται ειδικότερα ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίμαχης απόφασης του Δ.Σ. του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, δεν είναι νόμιμη, αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα. Επομένως είναι άκυρη και δεν ισχύει έναντι εκείνων που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, ήτοι έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος λόγω συνταξιοδότησης από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της 23/16-12-2013 απόφασης του Δ.Σ. του ΤΑΠΕΤΕ και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, οι οποίοι έτσι εξακολουθούν να υπάγονται στην προηγούμενη ρύθμιση. Ήδη με την απόφαση 1530/2018 του ΣτΕ, η ανωτέρω ΚΥΑ κρίθηκε μη νόμιμη ως προς την άνω αναδρομική της ρήτρα (ΑΠ 1110/2022, 900/2022, 829/2022, 1579/2021, 1479/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, με την από 19-1-2019 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6696/184/2019) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι ήταν πρώην υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και ασφαλισμένος στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ. για τη λήψη εφάπαξ βοηθήματος κατά τη συνταξιοδότησή του. Ότι αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης στις 11-1-2012 και ενώ εκκρεμούσε η αίτησή του για τη λήψη της δικαιούμενης εφάπαξ παροχής, το εναγόμενο με την υπ' αριθ. 23/16-12-2013 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του, που εγκρίθηκε με την ΚΥΑ Φ.80000/35187/1180/19-12-2013, τροποποίησε το άρθρο 7 του Κανονισμού του, με το οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, με συνέπεια αυτή να μειωθεί και μάλιστα με αναδρομική ισχύ, έτσι ώστε να καταλαμβάνονται από το νέο τρόπο υπολογισμού και οι εργαζόμενοι της Εθνικής Τράπεζας που αποχώρησαν από τις 3-1-2012 και εφεξής, επικαλούμενο δε και εφαρμόζοντας το νέο αυτόν τρόπο υπολογισμού, του κατέβαλε μέρος μόνο της εφάπαξ παροχής που δικαιούταν να λάβει. Ζήτησε δε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Καταστατικού του εναγομένου, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο αποχώρησής του από την εργασία του, και του εξουσιοδοτικού νόμου 3029/2002, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει την αιτούμενη διαφορά, ποσού 67.189,66 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το αιτηθέν ποσό με τους τόκους επιδικίας κατ' άρθρο 346 ΑΚ, μετά από έφεση δε του εναγομένου, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Ο ενάγων, πρώην υπάλληλος της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.", προσληφθείς στις 27-12-1974 και αποχωρήσας λόγω συνταξιοδότησης στις 11-1-2012, ήταν ασφαλισμένος στο εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Τ. Α. Π. της Ε. Τ. της Ε." (Τ.Α.Π.Ε.Τ.Ε.), το οποίο βάσει των διατάξεων του Κανονισμού του, χορηγεί εφάπαξ χρηματική παροχή στους ασφαλισμένους του, υπαλλήλους της ανωτέρω Τράπεζας, κατά τον χρόνο αποχώρησής τους από αυτήν..... Ο ενάγων, αυθημερόν με την αποχώρησή του από την εργασία του στις 11-1-2012, κατέθεσε αίτηση με πλήρη δικαιολογητικά για τη χορήγηση της εφάπαξ παροχής, η οποία θα έπρεπε, κατ' αρχήν, να του καταβληθεί εντός τριμήνου, ήτοι στις 11-4-2012. Το ποσό εφάπαξ υπολογίζεται, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κανονισμού, ως ακολούθως: Ο μηνιαίος ασφαλιστικός μισθός του ενάγοντος κατά τον χρόνο αποχώρησής του από την υπηρεσία (Ιανουάριος 2012) ανερχόταν σε ποσό.... 4.841,64 ευρώ. Με βάση τον παραπάνω μηνιαίο ασφαλιστικό μισθό, η καταβλητέα στον ενάγοντα, υπαχθέντα στην κοινωνική ασφάλιση πριν την 1-1-1993, εφάπαξ παροχή υπολογίζεται ως εξής:.... =162.315,94 ευρώ. Πλην όμως το εναγόμενο, που είχε προκαταβάλει έναντι εφάπαξ, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού, ποσό 10.270,01 ευρώ στον ενάγοντα την 13-6-1995 (δηλαδή προ της παραίτησής του), ακολούθως κάνοντας χρήση της, προβλεπόμενης με τις τροποποιήσεις του καταστατικού, δυνατότητας αναστολής έως 36 μήνες, δεσμεύθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το υπόλοιπο εφάπαξ ποσό (162.315,94 - 10.270,01 =) 152.045,93 ευρώ σε δύο δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη ποσού 50.000 ευρώ πράγματι καταβλήθηκε την 31-7-2012, ενώ έναντι της δεύτερης ποσού (152.045,93 - 50.000 =) 102.045,93 ευρώ το εναγόμενο κατέβαλε ποσό μόλις 34.856,27 ευρώ....., εφαρμόζοντας το νέο τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, που προβλέπονταν στην Κ.Υ.Α. Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 (ΦΕΚ Β' 3239/19-12-2013) των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας..... Ακολούθως, με την υπ' αρ. 23/16.12.2013 απόφασή του, το Δ.Σ. του εναγόμενου πρότεινε την τροποποίηση των άρθρων 4 και 7 του Κανονισμού, σύμφωνα με το "Βασικό Σενάριο" της αναλογιστικής μελέτης, προκειμένου να αποκατασταθεί η αναλογιστική ισορροπία και να εξασφαλισθεί η βιωσιμότητα του Ταμείου..... Η ανωτέρω πρόταση του Δ.Σ. του εναγόμενου, που περιλαμβάνεται στην υπ' αρ. 23/16.12.2013 απόφαση αυτού, υιοθετήθηκε με την Κ.Υ.Α. Φ.80000/35187/ 1180/19-12-2013 των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, δυνάμει της οποίας αντικαταστάθηκαν τα άρθρα 4 και 7 του Κανονισμού του Τ.Α.Π.Ε.Τ.Ε..... Η ανωτέρω Κ.Υ.Α. εκδόθηκε κατ' επίκληση εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 20 Ν. 3029/2002..... Πλην όμως, όπως κρίθηκε με την υπ' αρ. 1530/2018 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας....., η διάταξη της παραγράφου 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002 δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγεί το Τ.Α.Π.Ε.Τ.Ε. Συνεπώς, η Κ.Υ.Α. Φ.80000/35187/1180/19-12-2013, που εκδόθηκε κατ' επίκληση εξουσιοδότησης της ως άνω διατάξεως νόμου, ως προς το μέρος της με το οποίο ορίζει ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει εκ της υπηρεσίας από τις 3-1-2012 μέχρι την ημερομηνία λήψεως της επίμαχης αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου (16-12-2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, μεταξύ των οποίων είναι και ο ενάγων, δεν είναι νόμιμη, αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα. Για τον παραπάνω λόγο, με την υπ' αρ. 1530/2018 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (Τμήμα Α') ακυρώθηκε η Κ.Υ.Α. Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 ως προς την αναδρομική της ρύθμιση, δηλαδή κατά το μέρος που καταλαμβάνει εργαζόμενους στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος οι οποίοι έχουν ήδη αποχωρήσει εκ της υπηρεσίας από 3-1-2012 και δεν έχουν εισπράξει το σύνολο του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται, όπως ο ενάγων. Επομένως, το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ανεξόφλητο υπόλοιπο της εφάπαξ παροχής ποσού 67.189,66 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κανονισμού Τ.Α.Π.Ε.Τ.Ε., όπως ίσχυε προ της Κ.Υ.Α. Φ.80000/ 35187/1180/19-12-2013. Τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από το εναγόμενο, με τους 2° και 5° λόγους έφεσής του..... είναι αβάσιμα..... Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε την κρινόμενη αγωγή..... και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 67.189,66 ευρώ.... ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, η δε κρινόμενη έφεση, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Το Εφετείο, με την προαναφερθείσα κρίση του, δεχόμενο την ένδικη αγωγή, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002 υπήγαγε σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, τα οποία ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους, κρίνοντας ότι από τις διατάξεις αυτές συνάγεται αφενός ότι προβλέπεται δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που παρέχει το αναιρεσείον ΤΑΠΕΤΕ, μετά από απόφαση (πρόταση) του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, αποφασιστική όμως αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση και όχι το Δ.Σ. του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και αφετέρου ότι η εξουσιοδοτική διάταξη της παραγράφου 20 του άρθρου 6 εδ. τελ. του ν. 3029/2002 δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, εφόσον δεν προβλέπει τούτο ρητά, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43). Συνεπώς, εφόσον το Δ.Σ. του Ταμείου με την απόφαση 23/16-12-2013 πρότεινε την αντικατάσταση του άρθρου 7 του Καταστατικού του, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και όρισε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, η Φ.80000/ 35187/1180/19.12.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που ενέκρινε την ως άνω υπό του ΔΣ προταθείσα αναδρομική ρύθμιση είναι άκυρη ως προς την αναδρομική αυτή ρήτρα ως εκδοθείσα χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση και δεν ισχύει έναντι εκείνων που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, όπως είναι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος έτσι εξακολουθεί να υπάγεται στην προηγούμενη ρύθμιση του άρθρου 7 του Κανονισμού του ΤΑΠΕΤΕ. Εξάλλου, ενόψει του ότι η απόφαση αυτή (πρόταση) του Δ.Σ. του αναιρεσείοντος (23/16-12-2013) έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και όχι αποφασιστικό (δεσμευτικό), τον οποίο έχει η εγκριτική ΚΥΑ, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι λόγω του σωματειακού του χαρακτήρα, η άνω απόφαση του Δ.Σ. του είναι έγκυρη, ως μη προσβληθείσα εντός της αποκλειστικής 6μηνης προθεσμίας του άρθρου 101 εδ. 3 ΑΚ και, ως εκ τούτου, δεσμεύει τα μέλη του. Όπως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του ότι, δεδομένου του ιδιωτικού χαρακτήρα της σχέσης του με τον αναιρεσίβλητο και της βάσει αυτής τροποποίησης του Κανονισμού, η τροποποίηση αυτή χαρακτηρίζεται από νομιμότητα, είναι δε άλλο ζήτημα το θέμα της Διοίκησης να εγκρίνει ή να μην εγκρίνει την απόφαση αυτή, ούτως ώστε να πληροί τους όρους του ν. 3029/2002, μέχρι τότε δε και δεδομένου του όλως προσφάτου της έκδοσης της ακυρωτικής απόφασης του ΣτΕ (1530/2018) ή μέχρι την τυχόν τροποποίηση του Κανονισμού με νεώτερη απόφαση, ούτως ώστε να επέλθει ισορροπία μεταξύ των δύο πράξεων, το όλο ζήτημα μένει και πρέπει να παραμείνει σε εκκρεμότητα, λαμβανομένου υπόψη ότι ο συνολικός αριθμός των ανάλογων με τον αναιρεσίβλητο περιπτώσεων ανέρχεται σε 572 περίπου άτομα, η δε συνολική για το Ταμείο δαπάνη για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους στο ύψος των 16.000.000 ευρώ περίπου, ποσό που προφανώς ανατρέπει την αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου, κάτι που δεν συμβαδίζει με τη βούληση των μερών για τη λειτουργία της δικαιοπρακτικής τους σχέσης. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, που κρίνονται ενιαίως, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει από 1-1-2022 δυνάμει των άρθρων 36 και 120 του ν. 4842/2021, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα (ΑΠ 829/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι απορρίφθηκε η προταθείσα από αυτό ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 250 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 7 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος, που ορίζει ότι ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των ασφαλισμένων του Ταμείου είναι πέντε έτη και ότι η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικά. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι την ως άνω ένσταση, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προέβαλε νόμιμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (με τις πρωτόδικες προτάσεις του και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά κατ' άρθρο 591 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠολΔ) και ότι επανέφερε αυτήν ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο έφεσης, σε κάθε περίπτωση όμως βασίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: ".... η πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση του εναγομένου περί παραγραφής της επίδικης αξίωσης, που απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την εκκαλούμενη απόφαση, δεν προτάθηκε με το δικόγραφο της έφεσης ως ειδικός λόγος αυτής, αλλά επαναφέρεται με τις δευτεροβάθμιες προτάσεις του εναγομένου απαραδέκτως κατ' άρθρα 520, 525 και 527 ΚΠολΔ και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί", συνεπώς δεν ερευνήθηκε η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της ανωτέρω ένστασης και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 250 ΑΚ σε συνδυασμό με το προαναφερθέν άρθρο 5 παρ. 7 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος. Κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο...., 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά τη παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει δε και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου". Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 345 ΑΚ, κρίνοντας βάσιμο το αίτημα του ενάγοντος για επιδίκαση τόκων υπερημερίας, καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 5 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος, που έχει δικαιοπρακτική ισχύ, αποκλείεται η υποχρέωση του Ταμείου για την καταβολή τόκων ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης για τυχόν μη έγκαιρη καταβολή της εφάπαξ παροχής. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προέβαλε νόμιμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (με τις πρωτόδικες προτάσεις του και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά κατ' άρθρο 591 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠολΔ) και ότι επανέφερε αυτόν ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο έφεσης, ενώ από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός περιέχεται μεν στις πρωτόδικες προτάσεις του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, πλην όμως δεν προτάθηκε προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προκειμένου να καταχωριστεί στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση (1653/2020) πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠολΔ, ενώ επαναφέρθηκε στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης, χωρίς επίκληση εξαίρεσης εκ του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ), πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε η επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά την απόρριψη ή μη της αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, καθώς και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει, άλλως ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 28/1998, 32/1996, ΑΠ 829/2022, 651/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όπως ο λόγος αυτός ορθά εκτιμάται, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έσφαλε με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την υποβληθείσα από αυτό ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ), παραθέτοντας και τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής. Με το περιεχόμενο αυτό, ο ως άνω λόγος είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά, τα αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται το περιεχόμενο που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι έχει η εν λόγω ένσταση ούτε ο τρόπος υποβολής αυτής στο Πρωτοδικείο και επαναφοράς της στο Εφετείο, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό της προβολής του σχετικού ισχυρισμού ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτού και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-5-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1724/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει στο αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ