Αριθμός 727/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1'Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Α)Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΩΗΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Α.Τ.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ευτύχιου-Δημήτριου Καλαμίδα, Παναγιώτη Παναγιωτόπουλου και Νικολάου-Αναστασίου Φρώυντε, οι οποίοι δήλωσαν ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς την με α/α 11η αναιρεσίβλητη Θ. Μ. και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1.Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ….., 36. Ι. Σ. του Π., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α/α 11η, 13η, 18η, 25η αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν, ο με α/α 30ος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Ανναμπέλας Θεοχαροπούλου. Όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ανναμπέλας Θεοχαροπούλου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις. Β)Των αναιρεσειόντων:1) Ε. Α. του Τ., κατοίκου ..., …., 14) α. Σ. Κ. του Δ. και της Π. (το γένος Τ.) χήρα Κ... Ν... του Α.. και της Χ. κατοίκου…., β. Α. Κ. του Ν. και της Σ. κατοίκου ..., γ. Δ. Κ. του Ν. και της Σ. κατοίκου ..., κληρονόμων του αποβιώσαντος Ν. Κ., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ανναμπέλας Θεοχαροπούλου, η οποία ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΩΗΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Α.Τ.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ευτύχιου-Δημήτριου Καλαμίδα, Παναγιώτη Παναγιωτόπουλου και Νικολάου-Αναστασίου Φρώυντε, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 376/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3883/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το Α)αναιρεσείον με την από 22-11-2021 αίτησή του και οι Β) αναιρεσείοντες με την από 22-12-2021 αίτησή τους και τους από 6-7-2022 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Οι πληρεξούσιοι του Α) αναιρεσείοντος και η πληρεξούσια των Β) αναιρεσειόντων, ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων Α) αναιρεσίβλητων και οι πληρεξούσιοι του Β) αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 367/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 22-11-2021 (υπ'αριθμ. 1143/2021) αιτήσεως αναιρέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΩΗΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Α.Τ.Ε." κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Μ. Μ. κ.λ.π. (συνολικά 36) και β) της από 22-12-2021 (υπ'αριθμ. καταθ. 1270/2021) αιτήσεως αναιρέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων (συνολικά 14) κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ως άνω Ν.Π.Ι.Δ., με τις οποίες προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 3883/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης. Οι εν λόγω αιτήσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτές λόγων (άρθ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ). Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 7-7-2022 και επίδοση στο αναιρεσίβλητο στις 12-7-2022 (βλεπ. υπ'αριθμ. 9475/Β/12-7-2022 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Φ. Γ.), ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα πιο πάνω αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο της 20-9-2022 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ'ουσίαν (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚπολΔ), αφού συνεκδικαστούν με τις ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως (αρθρ. 246 ΚΠολΔ). Α. Επί της από 22-11-2021 (υπ'αριθ.1143/2021) αιτήσεως αναιρέσεως: Η διάταξη του άρθ. 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο κοινός νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις καταστάσεις αυτές ανόμοια, εκτός εάν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολομ. ΑΠ 11/2008, 38/2005), μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 3/2009). Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική (ευνοϊκή) ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από την ρύθμιση αυτή κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία των προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτόν αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής. Δεν νοείται, όμως, δυσμενής διάκριση και εντεύθεν παραβίαση της αρχής αυτής, όταν η διάκριση αφορά έννομες συνέπειες ή σχέσεις προγενέστερες της ισχύος της ρύθμισης, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εντελώς διαφορετικές σχέσεις και καταστάσεις (ΑΠ 858/2019, 1577/2010). Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 37401/26/27 Ιουλ. 1932 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, εγκρίθηκε το Καταστατικό του πρώην "Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΤΣΠ-ΑΤΕ). Ακολούθως το ως άνω Καταστατικό τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ανασυντάχθηκε με την ΥΑ Φ46/3239/23-2-1987 Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β'108/1987). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 της ως άνω ΥΑ, η ασφάλιση που ασκείται από το εν λόγω Ταμείο ενεργείται από δύο Κλάδους, τον Κλάδο Συντάξεων και τον Κλάδο Πρόνοιας, από τον οποίο χορηγείται το εφάπαξ βοήθημα και με το άρθρο 9 παρ. 3 αυτής ότι: "Για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι: α) εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως, αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., β) εισφορά του εργοδότη ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., γ) ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών του εταιρειών. Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του Δ.Σ. του εργοδότη, δ) ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 Ν. 1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του Δ.Σ. της Τράπεζας, ε) οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας". Η ίδια ως άνω Υπουργική Απόφαση στο άρθρο 34 ορίζει ότι: "1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος, υπό τις προϋποθέσεις: α)..., β) εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, που προβλέπεται από τον Οργανισμό της, ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην Αγροτική Τράπεζα, ασφαλισμένοι στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε (5) τουλάχιστον ετών. 2. Το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επόμενη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφαλίσεως από του 1ου μέχρι και του 10ου, 8% για κάθε χρόνο ασφαλίσεως από του 11ου μέχρι και του 15ου, 10% για κάθε χρόνο ασφαλίσεως από του 16ου μέχρι και του 32ου. 3. Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων (14) μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού θέσεως, επιστημονικής αποδόσεως, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.). 4) Αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από την συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών, ως εξής: Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από την διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90% του επιδόματος, μέσα στον δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%. Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος, δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος". Περαιτέρω, το άρθρο 37 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α'165), το οποίο εντάσσεται στο Δ' Κεφάλαιο του έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης πρόνοιας από 1-1-1993" τρίτου Μέρους το εν λόγω νόμου, ορίζεται ότι: "Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους". Με τον ίδιο νόμο 2084/1992 στο άρθρο 57, έχοντας τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31-12-1992", εισήχθη ο περιορισμός ότι "....3) Το ακαθάριστο ποσό του εφ' άπαξ βοηθήματος, που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών" (= 29.347,03 ευρώ). Στους φορείς του άρθρου 57 παρ.1 του ν. 2084/1992, μεταξύ άλλων, συγκαταλέγεται ρητώς και το εν λόγω Ταμείο. Η διάταξη, όμως, του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992, στο μέτρο που περιορίζει το εφ' άπαξ βοήθημα, όταν αυτό έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα (πράγμα που συμβαίνει όταν καταβάλλεται από ασφαλιστικό κεφάλαιο, το οποίο σχηματίζεται αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από εισφορές είτε μόνο των ασφαλισμένων είτε και του εργοδότη που τους απασχολεί, ανεξαρτήτως, μάλιστα, του ύψους των εισφορών του εργοδότη), κρίθηκε αντισυνταγματική (ΑΕΔ 3-5/2007, ΟλΑΠ 17/2005, ΑΠ 794/ 2013, 1769/2012, ΣτΕ 3400/2009) και, κατά συνέπεια, μη εφαρμόσιμη. Επιπλέον, με το άρθρο 6 παρ.20 εδ.α' του ν. 3029/2002 (όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 3232/2004 και ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 138 παρ.8 του ν. 3655/2008), σε μια προσπάθεια ορθολογικής αναμόρφωσης του συστήματος επικουρικής ασφάλισης με στόχο τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων, ορίσθηκε ότι: (α) "Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουργούν ως ΝΠΔΔ ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας, κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, μετατρέπονται σε ΝΠΙΔ με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το διοικητικό συμβούλιο εκάστου ταμείου", (β) κατά τη μετατροπή αυτή η ακίνητη περιουσία των υφιστάμενων ασφαλιστικών ταμείων περιέρχεται αυτοδίκαια στο νέο ΝΠΙΔ, χωρίς την καταβολή φόρου μεταβίβασης ή τέλους ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου, ΟΤΑ ή άλλου προσώπου, (γ) με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του ΝΠΙΔ, (δ) τα εν λόγω ταμεία με αποφάσεις των ΔΣ αυτών, ύστερα από αναλογιστική μελέτη, υποβαλλόμενη προς έγκριση στους ως άνω Υπουργούς, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου, (ε) ..... στ) το εφάπαξ βοήθημα των ταμείων αυτών καθώς και οι όροι χρηματοδότησης μπορούν να ανακαθορίζονται με απόφαση των ως άνω Υπουργών μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των νέων Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση....". Κατ' εξουσιοδότηση της ως άνω διάταξης του άρθρου 20 παρ.6 Ν. 3029/2002 εκδόθηκε η Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών Φ.80000/23358/1107/2004 (ΦΕΚ Β' 2/7-1-2004), με την οποία εγκρίθηκε η μετατροπή του Κλάδου Προνοίας του "Ταμείου Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού ΑΤΕ" (Τ.Σ.Π.Α.Τ.Ε.) σε Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Εργαζομένων ΑΤΕ" (Α.Τ.ΠΕ.Α.Τ.Ε.), το οποίο είναι καθολικός διάδοχος του πρώτου και αποτελεί αυτοτελή, αυτόνομο και αυτοδιοικούμενο φορέα (ΑΠ 784/2014). Με την ίδια απόφαση εγκρίθηκε και το καταστατικό του τελευταίου νομικού προσώπου, το οποίο από τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ (7-1-2004), ως προς τις κανονιστικές του ρυθμίσεις έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου. Η μετατροπή του κλάδου αυτού σε ΝΠΙΔ, δεν μετέβαλε το σκοπό του, ο οποίος είναι η χορήγηση εφάπαξ βοηθημάτων στους ασφαλισμένους σε αυτό και στα μέλη της οικογένειας των ασφαλισμένων, που πεθαίνουν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του καταστατικού του, ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 31 του προϊσχύσαντος καταστατικού. Με το άρθρο 17 του καταστατικού νέου Ταμείου καθορίστηκαν και πάλι οι προϋποθέσεις, η διαδικασία και ο τρόπος υπολογισμός του εφάπαξ βοηθήματος, με τρόπο, όμως, που είναι δυσμενέστερος εκείνου, τον οποίο προέβλεπε το καταστατικό του παλαιού ενιαίου Ταμείου. Με το προϊσχύσαν καθεστώς, ως βάση υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονταν υπόψη οι μηνιαίες αποδοχές του τελευταίου έτους, ενώ με το ισχύον μετά το 2004 (αρθρ. 17 του Καταστατικού), για όσους έχουν ασφαλιστεί στο Ταμείο μέχρι 31-12-1992 λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών της τελευταίας τριετίας (τριάντα έξι τελευταίοι μισθοί/36), ενώ για τους λοιπούς που έχουν ασφαλιστεί στο Ταμείο μετά την 1-1-1993 λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών της τελευταίας πενταετίας (εξήντα τελευταίοι μισθοί/60), χωρίς να υπολογίζονται τα δώρα εορτών, το επίδομα αδείας και ισολογισμού, δια του αριθμού των μηνών απασχόλησης που έχουν πραγματοποιηθεί εντός της χρονικής αυτής περιόδου. Στο άρθρο 24 παρ.5 του τελευταίου ως άνω Καταστατικού, ως μεταβατική διάταξη και από διάθεση επιείκειας προς τους παλιούς ασφαλισμένους, ορίστηκε ότι "Για όσους (Οσοι) αποχωρήσουν σε διάστημα μιας πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του Καταστατικού αυτού δηλαδή από 9-2-2004, δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός του εφάπαξ βοηθήματος γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του Ν. 2084/1992)". Με τη διάταξη αυτή, ορίστηκε ρητά ότι για πέντε έτη από της ενάρξεως εφαρμογής του νέου Καταστατικού θα ισχύουν και οι διατάξεις, που αφορούν τον υπολογισμό του εφάπαξ, βοηθήματος, του παλαιού Καταστατικού, το οποίο είναι το Καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Α.Τ.Ε., και συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 34 αυτού, με το περιορισμό του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992, όσον αφορά το ύψος του καταβαλλόμενου ποσού, αν και όπως αναφέρθηκε η διάταξη αυτή, με αποφάσεις του ΑΕΔ και της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκε αντισυνταγματική και συνακόλουθα μη εφαρμοστέα. (ΑΕΔ 5/2007 ΟΛ. ΑΠ 17/2005). Από τις προαναφερθείσες διατάξεις της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, συνάγεται ότι στους αυτοτελείς κλάδους ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους (όπως είναι και το αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ.), παρέχεται μεν η δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν στους ασφαλισμένους τους, αποφασιστική όμως αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί, που εκδίδουν σχετική εγκριτική απόφαση (ΚΥΑ) ύστερα από αναλογιστική μελέτη η οποία υποβάλλεται προς έγκριση σ' αυτούς και όχι το προτείνον προς αυτούς ΔΣ του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα (κατά το νόμο "πρόταση") και συνεπώς, χωρίς τη σχετική εγκριτική Υπουργική απόφαση είναι ανίσχυρη (ΑΠ 829/2022, 1479/2021). Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, είναι σαφές ότι τα εν λόγω ταμεία δεν έχουν τη δυνατότητα να μεταβάλλουν ελεύθερα τον τρόπο καθορισμού των εφάπαξ βοηθημάτων που χορηγούν στους ασφαλισμένους τους. Πρέπει να σημειωθεί δε, ότι δυνάμει της διάταξης αυτής έχουν εκδοθεί πράγματι κατά νομοθετική εξουσιοδότηση Υπουργικές αποφάσεις για την έγκριση των αναλογιστικών μελετών, όπως η υπ' αριθμ. Φ. 80000/36841/Δ.16/1214 (ΦΕΚΒ' 1308/13.04.2018) κοινή υπουργική απόφαση για την έγκριση της αναλογιστικής μελέτης για το Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού ΑΕΕΕΑ "Η Εθνική" και ανακαθορισμός του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής. Όταν δε επιχειρείται η μεταβολή των εφάπαξ παροχών με τροποποίηση των σχετικών διατάξεων του καταστατικού για τον τρόπο υπολογισμού, εκδίδεται για την έγκριση της τροποποίησης αυτής υπουργική απόφαση, όπως η υπ' αριθμ. Κ.Υ.Α. Φ.80000/35187/1180 (ΦΕΚ Β' 3239/19/12/2013) για την τροποποίηση του Καταστατικού του Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Ο ως άνω τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ με βάση τη διάταξη του άρθρου 17 του νέου Καταστατικού δεν εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος των μέχρι το έτος 1992 ασφαλισμένων, που αποχώρησαν μετά την λήξη της προβλεπόμενης από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 πενταετίας, αφού η διαφορετική ως άνω μεταχείριση των ασφαλισμένων αυτών ερείδεται στο επαρκώς αντικειμενικό κριτήριο του χρόνου αποχώρησης από την υπηρεσία, σε σχέση με την έγκριση και έναρξη ισχύος του Νέου Καταστατικού, κατά τον οποίο άλλωστε κρίνεται κατά τα παραπάνω το δικαίωμα λήψης του εφάπαξ βοηθήματος και συνακόλουθα και ο τρόπος καθορισμού του. Κατά συνέπεια η μεταβολή για το μέλλον του τρόπου υπολογισμού του βοηθήματος αυτού (άρθρ. 17 του Καταστατικού) δεν συνεπάγεται παραβίαση της κατ` άρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, αφού η διάκριση αυτή ως προς τους συνταξιοδοτηθέντες και λαβόντες το βοήθημα αυτό, κατά το χρόνο που ορίστηκε με την ως άνω μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ.5 του Καταστατικού, αφορά συνέπειες και σχέσεις που ρυθμίστηκαν με τη διάταξη αυτή για το αναφερόμενο σ' αυτή χρονικό διάστημα. Εξάλλου, πέραν του ότι δεν αποκλείεται από συνταγματικές διατάξεις (άρθ. 22) η μεταβολή του συστήματος καθορισμού και αναπροσαρμογής και ήδη απονεμηθεισών παροχών, ως το εφάπαξ βοήθημα, που δεν απαιτείται να βρίσκονται σε σχέση ευθείας ανταποδοτικότητας προς τις καταβληθείσες εισφορές, η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε μαζί μ` αυτήν με το ν.δ. 53/1974), διότι ως προστατευόμενη περιουσία κατά την έννοια αυτού θεωρείται το δικαίωμα που αποκτά ο εργαζόμενος για την καταρχήν χορήγηση συνταξιοδοτικής παροχής και όχι και η προσδοκία για την χορήγηση αυξήσεων στην παροχή αυτή (ΑΠ 858/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του "νόμω" βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα (άρθρ. 561 παρ. 2 KΠολΔ), οι ενάγοντες (αρχικά 100) και ήδη αναιρεσίβλητοι (συνολικά 36), άσκησαν την υπ'αριθμ. καταθ. 2281/11-10-2019 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, ισχυρίστηκαν ότι είναι πρώην υπάλληλοι της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, στην οποία εργάσθηκαν μέχρι τη συνταξιοδότησή τους, κατά τις ημεροχρονολογίες που έκαστος αυτών αναφέρει και εκτείνονται εντός του χρονικού διαστήματος από 25-9-2009 έως 28-7-2012. Οτι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους ήταν ασφαλισμένοι για την παροχή εφάπαξ βοηθήματος στον Κλάδο Πρόνοιας του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΑΤΕ", του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος κατέστη το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΩΗΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΤΕ", δικαιούμενοι, κατά την αποχώρησή τους, εφάπαξ βοηθήματος, υπολογιζόμενου κατά τον τρόπο που ορίζεται στο διαλαμβανόμενο στην αγωγή άρθρο 34 του καταστατικού του εν λόγω Ταμείου (πρώτου- παλαιού). Ότι δυνάμει της, υπ'αριθμ. Φ.8000/23358/1107 ΚΥΑ, των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ τ. 2Β/ 7.1.2004), εκδοθείσας κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002, αποφασίστηκε η μετατροπή του Κλάδου Πρόνοιας του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΑΤΕ", στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΙΔ και, επιπροσθέτως εγκρίθηκε το καταστατικό αυτού, στο άρθρο 17 του οποίου καθορίστηκαν και πάλι οι προϋποθέσεις, η διαδικασία και ο τρόπος υπολογισμός του εφάπαξ βοηθήματος, με τον αναφερόμενο τρόπο, που όμως, είναι δυσμενέστερος εκείνου, τον οποίο προέβλεπε το άρθρο 34 καταστατικό του παλαιού ενιαίου Ταμείου. Ότι με το προϊσχύσαν καθεστώς, ως βάση υπολογισμού λαμβάνονταν υπόψη οι μηνιαίες αποδοχές του τελευταίου έτους, ενώ με το ισχύον μετά το 2004 (αρθρ. 17 του Καταστατικού), για όσους έχουν ασφαλιστεί στο Ταμείο μέχρι 31-12-1992 λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών της τελευταίας τριετίας (τριάντα έξι τελευταίοι μισθοί/36), ενώ για τους λοιπούς που έχουν ασφαλιστεί στο Ταμείο μετά την 1-1-1993 λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών της τελευταίας πενταετίας (εξήντα τελευταίοι μισθοί/60). Ότι στο ίδιο Καταστατικό περιελήφθη η μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ.5, για τους αποχωρούντες από την Αγροτική Τράπεζα υπαλλήλους εντός πενταετίας από την έναρξη της εφαρμογής αυτού, στην οποία ορίστηκε ότι αυτοί δεν θα λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του ν. 2084/1992). Ότι ακολούθως η ισχύς της ως άνω μεταβατικής διάταξης του Καταστατικού παρατάθηκε με διαδοχικές τροποποιήσεις αυτού με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του εναγομένου στις 22-5-2007, στις 28-11-2011 και 3-7-2014, πέραν της πενταετίας και μάλιστα αυτή αναριθμήθηκε σε 24 παρ.2, αναδιατυπωθείσα ως εξής: "2. Για όσους ασφαλίστηκαν στο Ταμείο έως και 31-12-1992, οι οποίοι θα αποχωρήσουν σε διάστημα μιας πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του παρόντος καταστατικού δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του Ν. 2084/1992)". Ότι άπαντες οι ενάγοντες ήταν ασφαλισμένοι πριν τις 31-12-1992 και συνταξιοδοτήθηκαν, μετά μεν τις 9-2-2009, αλλά εντός του χρόνου παράτασης εφαρμογής της ως άνω μεταβατικής διάταξης του άρθρου 24 παρ.2. Ότι κατά την αποχώρησή τους, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΙΔ, τους χορήγησε τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή για έκαστο αυτών χρηματικά ποσά ως εφάπαξ βοήθημα, το ύψος των οποίων εσφαλμένα υπολόγισε, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ως άνω εγκριθέντος με την ως άνω Κ.Υ.Α Καταστατικού, χωρίς να λάβει υπόψη τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ.2 (πρώην παρ.5) του τροποποιηθέντος με τις ως άνω αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων Καταστατικού και να υπολογίσει τούτο κατά το άρθρο 34 του παλαιού εγκριθέντος με την ως άνω Κ.Υ.Α. καταστατικού του, και χωρίς να λάβει υπόψη ως στοιχείο για τον υπολογισμό του (εφάπαξ βοηθήματος), τις αποδοχές τους έτσι όπως ήταν διαμορφωμένες πριν από τις περικοπές που επιβλήθηκαν με τους μνημονιακούς νόμους 3889/2010 και 4024/2011. Ότι κατ' αυτόν τον τρόπο, το εναγόμενο Ταμείο τους χορήγησε (χωρίς να υπολογίσει το πλαφόν που προβλέπεται από την αντισυνταγματική διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992) μικρότερο ποσό από εκείνο που έκαστος δικαιούται κατά τον υπολογισμό που προβλεπόταν στο άρθρο 34 του παλαιού καταστατικού, κατά τον οποίο και μόνο έπρεπε να υπολογιστεί το εφάπαξ βοήθημα. Ότι ο ανωτέρω τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος τους, διότι ως παλαιοί ασφαλισμένοι λόγω των ετών υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους έχουν υποβληθεί σε μεγαλύτερες κρατήσεις και δικαιούνται μεγαλύτερη αποζημίωση σε σχέση με τους λοιπούς συναδέλφους τους, οι οποίοι λόγω των ετών υπηρεσίας και των χαμηλότερων αποδοχών τους έχουν υποβληθεί σε μικρότερες κρατήσεις και αντίκειται στην αρχή της ισότητας, διότι το εναγόμενο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.5 μόνο στα μέλη του που εξήλθαν από την υπηρεσία τα έτη 2004-2009, χωρίς να υπάρχει δικαιολογητικός προς τούτο λόγος, αφού η εν λόγω διάταξη παραμένει ενεργής και επικαιροποιήθηκε, αναδιατυπωθείσα λαμβάνοντας τον αριθμό 24 παρ.2 σε όλες τις τροποποιήσεις του Καταστατικού με τις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης. Με βάση το παραπάνω ιστορικό ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από αυτούς την προκύπτουσα διαφορά μεταξύ του ποσού που καταβλήθηκε σε έκαστο τούτων για εφάπαξ βοήθημα βάσει του υπολογισμού αυτού κατ' άρθρο 17 του νέου Καταστατικού και εκείνου που δικαιούνται βάσει του άρθρου 34 του παλαιού Καταστατικού, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι περικοπές των μνημονιακών νόμων 3889/2010 και 4024/2011, όπως τα επιμέρους ποσά διαλαμβάνονται για καθένα στο αγωγικό δικόγραφο, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η, υπ'αριθμ. 376/2020, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τον ενάγοντα Γ. Μ. (99ο), και απορρίφθηκε ως προς τους λοιπούς ενάγοντες. Μετά την άσκηση της, από 9-7-2020, εφέσεως από τους ενάγοντες κατά της ως άνω αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 3883/2021 απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε νόμιμη την ένδικη αγωγή, δεχόμενη ότι ο ορθός υπολογισμός του εφάπαξ βοηθήματος έπρεπε να γίνει με βάση τη διάταξη του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού σε συνδυασμό με τη μεταβατική διάταξη του άρθρο 24 παρ. 2 του τροποποιηθέντος με τις επικαλούμενες ως άνω αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης Καταστατικού, και όχι με βάση το άρθρο 17 του νέου Καταστατικού και χωρίς να αφαιρεθούν οι μειώσεις των νόμων 3899/2010 και 4024/2011, καθόσον άπαντες οι ενάγοντες ήταν ασφαλισμένοι στο εναγόμενο Ταμείο μέχρι τις 31-12-1992 και αποχώρησαν από την υπηρεσία εντός πενταετίας από την έναρξη εφαρμογής του εκάστοτε ισχύοντος Καταστατικού, ως προκύπτει από το χρόνο συνταξιοδότησης εκάστου εξ' αυτών. Στη συνέχεια, αφού δέχθηκε ότι τα αρμόδια όργανα του Ταμείου, ενεργώντας κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, υπολόγισαν μη νόμιμα το εφάπαξ βοήθημα που καταβλήθηκε στους ενάγοντες βάσει του άρθρου 17 του ισχύοντος ως άνω Καταστατικού, και ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει την προκύπτουσα, μετά από ορθό υπολογισμό διαφορά, θέτοντας ως βάση υπολογισμού του εφάπαξ επιδόματος, τον τελευταίο ετήσιο μισθό καθενός, όπως αυτός προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 34 του παλαιού Καταστατικού του Ταμείου Σύνταξης και Πρόνοιας Προσωπικού ΑΤΕ, α) θεώρησε ως μη ασκηθείσα την από 9-7-2020 έφεση (λόγω παραιτήσεως από του δικογράφου αυτής), όσον αφορά τους 1ο, 5ο, 7ο, 13η, 15η, 16ο, 19η, 20η, 22η, 23η, 24ο, 25η, 26η, 27η, 33η, 34η, 37η, 40η, 42ο, 43ο, 47η, 53ο, 54ο, 55η, 57ο, 58ο, 59η, 60ο, 62η, 63η, 64η, 65η, 66ο, 67η, 68η, 69η, 70η, 71ο, 74ο, 76η, 78η, 79η, 80ο, 81η, 83η, 84η, 85ο, 86η, 87η, 88η, 89ο, 90η, 92η, 94η των εκκαλούντων, β) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν ως προς τους 3ο, 9ο, 12η, 32η, 52ο, 61ο και με αυξ. αριθμ. έφεσης 73 αριθμ.1, 2 και 3 εκκαλούντες [Σ. Α., Χ. Κ., Ε. Κ. - Κ., Μ. Κ.-Γ., Α. Μ., Ε. Χ. και τους νόμιμους κληρονόμους του Ν. Κ. 1.Σ. Κ. του Δ. 2. Α. Κ. του Ν. και 3. Δ. Κ. του Ν., αντίστοιχα] και γ) δέχθηκε την έφεση κατ' ουσίαν ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες, και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς αυτούς και κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, δικάζοντας κατ' ουσίαν την από 4-10-2019 αγωγή ως προς τους διαδίκους αυτούς, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως προς τους 2ο, 4η, 6ο, 8η, 10ο, 11η, 14ο, 17η, 18ο, 21η, 29η, 30η, 31η, 32η, 36ο, 37η, 39η, 40η, 42η, 45η, 46η, 47ο, 49η, 50η, 51η, 52ο, 57ο, των νομίμων κληρονόμων του 74ου, 77η, 79ο, 84ο, 93ο, 95ο, 97ο, 98ο και 100° [σύμφωνα με τον αύξοντα αριθμό του δικογράφου της αγωγής] ενάγοντες και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτούς τα διαλαμβανόμενα για τον καθένα από αυτούς ποσά, ενώ αναγνώρισε επιπλέον την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στους ίδιους τα αναφερόμενα για καθένα από αυτούς ποσά, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής. Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερόμενη κρίση και να δεχθεί την ένδικη αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο ως νόμιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ.20 του Ν.3029/2002 σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. Φ. 80000/23358/1107 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τις διατάξεις των άρθρων 34 και 24 παρ.5 του εγκριθέντος με τις ως άνω Κ.Υ.Α. (παλαιού και νέου) Καταστατικού του εναγομένου, αφού, υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτή, και εφόσον οι ενάγοντες, οι οποίοι ήταν ασφαλισμένοι στο εναγόμενο Ταμείο μέχρι τις 31-12-1992 και αποχώρησαν λόγω συνταξιοδότησης μετά την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.5 του ανωτέρω Νέου Καταστατικού, πενταετία, ήτοι μετά τις 9-2-2009, ο υπολογισμός του εφάπαξ βοηθήματος, έπρεπε να γίνει κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 του εν λόγω Καταστατικού, όπως αυτό τροποποιήθηκε, δυνάμει της εκδοθείσας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 20 ν. 3029/2002, υπ' αριθμ. Φ 80000/23358/1107/2004 ΚΥΑ, και όχι κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 34 του παλαιού Καταστατικού, στο οποίο αναφέρεται η ως άνω μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ.2 του τροποποιηθέντος με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης Νέου Καταστατικού (χωρίς βέβαια τον υπολογισμό του πλαφόν που προβλέπεται από την αντισυνταγματική διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 και λαμβάνοντας υπόψη τις μειώσεις των νόμων 3899/2010 και 4024/2011), αφού η διάταξη αυτή του άρθρου 34 του παλαιού Καταστατικού εφαρμόζεται μόνο για όσους αποχώρησαν εντός της ως άνω πενταετίας (από 9-2-2004 μέχρι τις 9-2-2009), όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.5 του Νέου ως άνω εγκριθέντος με την προαναφερόμενη Κ.Υ.Α. Καταστατικού, ενώ για τους αποχωρήσαντες μετά την πενταετία ασφαλισμένους, ο επικαλούμενος από τους ενάγοντες τρόπος καθορισμού του εφάπαξ βοηθήματος, με τις αναφερόμενες μεταγενέστερες διαδοχικές τροποποιήσεις του Καταστατικού, με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης της 22-5-2007, της 28-11-2011 και 3-7-2014, που εγκρίθηκαν με αποφάσεις του Πρωτοδικείου Αθηνών, περιλαμβάνοντας με αναδιατύπωση την ως άνω διάταξη του άρθρου 24 παρ.5 και μάλιστα με αναρίθμηση αυτής σε 24 παρ. 2, με το περιεχόμενο ότι "Για όσους ασφαλίστηκαν στο Ταμείο έως και 31-12-1992, οι οποίοι θα αποχωρήσουν σε διάστημα μιας πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του παρόντος καταστατικού δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του Ν. 2084/1992)", αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.20 του ν. 3029/2002, καθόσον σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ενόψει του ότι πρόκειται για χορήγηση εφάπαξ βοηθημάτων μεγαλύτερων από τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 17 του ως άνω εγκριθέντος με την ως άνω Κ.Υ.Α. Καταστατικού, αποφασιστική αρμοδιότητα επί του ζητήματος της μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του Ταμείου, έχουν σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την έκδοση σχετικής ΚΥΑ, μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των Νέων Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση. Επομένως οι με το προαναφερόμενο περιεχόμενο διατάξεις των τροποιηθέντων ως άνω, με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης, Καταστατικών, ως προς το μέρος τους με το οποίο καθορίζεται το απονεμόμενο από το Ταμείο εφάπαξ βοήθημα για όσους ασφαλίστηκαν στο Ταμείο μέχρι τις 31-12-1992 (περιλαμβάνοντας με αναδιατύπωση την ως άνω μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ.5, με αναρίθμηση αυτής σε 24 παρ.2), είναι ανίσχυρες. Δηλαδή, η μη τήρηση της ως άνω νόμιμης διαδικασίας μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος για τους παραπάνω ασφαλισμένους με χορήγηση μεγαλύτερων από τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 17 Καταστατικού ποσών, με την εκπόνηση μελέτης και την έγκρισή της με υπουργική απόφαση, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.20 του ν. 3029/2002, έχει ως αποτέλεσμα να μην έχουν γεννηθεί τα σχετικά δικαιώματα λήψης του επίδικου βοηθήματος και ως εκ τούτου οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, δε δικαιούνται να αξιώσουν την επικαλούμενη διαφορά μεταξύ του ποσού που καταβλήθηκε σε έκαστο τούτων βάσει του άρθρου 17 του νέου καταστατικού και εκείνου που θα προέκυπτε από την εφαρμογή του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι, το αναιρεσείον δεν έχει τον χαρακτήρα του σωματείου, έτσι ώστε να δημιουργούνται συμβατικές δεσμεύσεις σχετικά με την τροποποίηση του εφάπαξ βοηθήματος από τις ως άνω διατάξεις των τροποποιημένων προς τούτο Καταστατικών με βάσει τις αναφερόμενες μεταγενέστερες αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεών του, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι, αφού πρόκειται περί Ν.Π.Ι.Δ. που συστάθηκε με την ειδική διάταξη του άρθρου 6 παρ.20 του ν. 3029/2002 και τα όσα προβλέπονται σε αυτή, ενώ την αποφασιστική αρμοδιότητα για το επίδικο ζήτημα του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής που χορηγεί το εναγόμενο-αναιρεσείον και της μεταβολής στη συνέχεια του τρόπου υπολογισμού για όσους ασφαλίστηκαν στο Ταμείο έως τις 31-12-1992, έχουν οι παραπάνω συναρμόδιοι Υπουργοί (ΑΠ 829/2022, 1479/2021). Επίσης, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στις πιο πάνω σκέψεις της παρούσας, από τη μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 25 παρ. 2 των τροποποιηθέντων με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης Καταστατικών, δεν υφίσταται παραβίαση της αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό με τον ανταποδοτικό χαρακτήρα του εφάπαξ βοηθήματος, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι, αφού δεν υφίσταται δυσμενής διάκριση σε βάρος αυτών, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ασφαλισμένοι υπεβλήθηκαν προ μακρού χρόνου σε διαφορετικό καθεστώς κρατήσεων, η δε πενταετής μεταβατική περίοδος θεσπίστηκε ακριβώς για να εξαλειφθούν τυχόν αδικίες κατά την αποχώρηση υπαλλήλων που είχαν εισέλθει στην υπηρεσία πολύ παλιότερα. Η απόδοση δε στους ασφαλισμένους βοηθημάτων μεγαλύτερων από αυτά που έπρεπε να λάβουν με το νέο καθεστώς θα έφερνε αντιθέτως στους απομένοντες εν ενεργεία ασφαλισμένους σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους αποχωρούντες. Επομένως, οι σχετικοί δύο πρώτοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, ενιαίως εκτιμώμενοι, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν. Δεδομένου δε ότι η αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση των διατυπούμενων με αυτή λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και δεδομένου ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, (πρέπει) να κρατηθεί και να δικασθεί αυτή από το Δικαστήριο τούτο κατ' ουσία (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ. 3 ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012 και ισχύει - σύμφωνα με το άρθρο 113 του νόμου αυτού - από 2.4.2012). Στη συνέχεια δε και επειδή το ως εφετείο δικάζον πλέον Δικαστήριο τούτο δικαιούται και υποχρεούται, ως εκ του μεταβιβαστικού κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ. αποτελέσματος της εφέσεως και ως εκ του ότι οι ενάγοντες - εκκαλούντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι) παραπονούνται για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής, να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα και το ορισμένο της αγωγής και να θεωρήσει αυτήν απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη ή ως αόριστη, πρέπει α) να γίνει δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η από 9-7-2020 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 45602/3417/10-7-2020) έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, β) να εξαφανισθεί η με την έφεση προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 376/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά τους 2ο, 4η, 6ο, 8η, 10ο, 11η, 14ο, 17η, 18ο, 21η, 29η, 30η, 31η, 32η, 36ο, 37η, 39η, 40η, 42η, 45η, 46η, 47ο, 49η, 50η, 51η, 52ο, 57ο, των νομίμων κληρονόμων του 74ου, 77η, 79ο, 84ο, 93ο, 95ο, 97ο, 98ο και 100° [σύμφωνα με τον αύξοντα αριθμό του δικογράφου της αγωγής] ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους και γ) να κρατηθεί και να δικασθεί κατ' ουσία η υπόθεση, να απορριφθεί ως μη νόμιμη η υπ'αριθμ. καταθ. 87709/2281/11-10-2029 αγωγή κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους παραπάνω ενάγοντες (άρθρ. 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και τούτο διότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τους εκκαλούντες-ενάγοντες και απλή αντικατάσταση της αιτιολογίας της πρωτοδίκως απορριφθείσας ως ουσιαστικά αβάσιμης αγωγής δεν αρκεί (άρθρ. 534 Κ.Πολ.Δ.), γιατί η απόρριψη της αγωγής για τον ανωτέρω λόγο (μη νόμιμη) οδηγεί σε διαφορετικό κατά το αποτέλεσμα διατακτικό (ΑΠ 1935/2017). Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της αναιρεστικής δίκης του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ανέρχονται για τους πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ ήτοι 300 για τον α' βαθμό και 500 για τον β') και για την κατ' αναίρεση δίκη στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ και συνολικά στο ποσό των τριών χιλιάδων εκατό (3.100) ευρώ (αρθρ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). Β) Επί της δεύτερης των συνεκδικαζομένων από 22-12-2021 (υπ'αριθ.κατ.1270/2021) αιτήσεως αναιρέσεως και των από 7-7-2020 πρόσθετων λόγων πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους (ΑΠ 1399/2011, 159/2004). Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ. ΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988). Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, και μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου, που παραβιάστηκε, καθώς και το περιεχόμενό της (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1399/2011, 1676/1998) 2) η νομική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (ΟλΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1399/2011, 20/2005, 1353/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το πρώτο λόγο αναιρέσεως, επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά μεν δέχθηκε την εφαρμογή του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού, πλην όμως λαμβάνει υπόψη ως βάση υπολογισμού της εφάπαξ παροχής το μισθό του τελευταίου μήνα πριν την αποχώρηση από την υπηρεσία, χωρίς σε αυτόν να συνυπολογίζονται οι μνημονιακές περικοπές των άρθρων 11 του ν. 3899/2010 και 4024/2001, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξαιτίας παραβίασης της αρχής της ανταποδοτικότητας των εισφορών. Όμως, ενόψει της πιο πάνω κρίσης του Δικαστηρίου, (στην υπό στοιχ. Α' αίτηση αναιρέσεως) ότι για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος των εναγόντων τυγχάνει εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 17 του Νέου Καταστατικού και όχι η διάταξη του άρθρου 34 του παλαιού Καταστατικού και της απόρριψης στη συνέχεια της ένδικης αγωγής με το προαναφερόμενο περιεχόμενο ως μη νόμιμης, ο προκείμενος λόγος, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, σε τι συνίσταται το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο, αλυσιτελώς προβάλλεται πλέον και είναι απορριπτέος. Επίσης αλυσιτελώς προβάλλονται για τον ίδιο λόγο και οι λοιποί λόγοι και ειδικότερα : α) ο δεύτερος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε το άρθρο 34 του παλαιού καταστατικού και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη για τον υπολογισμό του μισθού βάσης για τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής, τα επιδόματα παιδικής μέριμνας, ξένης γλώσσας, χειριστή Μ/Υ πλήρους απασχόλησης παραμεθόριων, χειριστή Μ/Υ μερικής απασχόλησης και παραμεθόριων, δηλαδή διέλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, δηλαδή την αφαίρεση των ως άνω επιδομάτων και δεν έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν, ήτοι τη γνωμοδότηση του δικηγόρου Αθηνών Αλέξανδρου Στρίμπερη, σύμφωνα με την οποία πρέπει να συνυπολογιστεί το σύνολο των επιδομάτων στο μισθό-βάση υπολογισμού για την εφάπαξ παροχή, υποπίπτοντας στην αναιρετική παράβαση από τις διατάξεις των αριθμών 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠοΔ, β) ο τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα και κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 34 του Παλαιού Καταστατικού σχετικά με την εξαίρεση των επιδομάτων από τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος. Το ίδιο ισχύει και για τους πρόσθετους λόγους, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εσφαλμένη εφαρμογή του ίδιου ως άνω άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού σχετικά με το μη συνυπολογισμό των μνημονιακών περικοπών των άρθρων 11 του ν. 3899/2010 και 4024/2001 κατά τον υπολογισμό του μισθού βάσης, δηλαδή του μισθού του τελευταίου μήνα πριν την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, για τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής. Κατόπιν αυτών η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠοΛΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση των από 22-11-2021 (υπ'αριθμ. 1143/2021) και από 22-12-2021 (υπ'αριθμ. καταθ. 1270/2021) αιτήσεων αναιρέσεως και των από 7-7-2022 πρόσθετων λόγων κατά της υπ'αριθμ. 3883/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αναιρεί την ως άνω απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Κρατεί και δικάζει την από 9-7-2020 υπ'αριθμ. καταθ. 45602/3417/10-7-2020) έφεση κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους 2ο, 4η, 6ο, 8η, 10ο, 11η, 14ο, 17η, 18ο, 21η, 29η, 30η, 31η, 32η, 36ο, 37η, 39η, 40η, 42η, 45η, 46η, 47ο, 49η, 50η, 51η, 52ο, 57ο, των νομίμων κληρονόμων του 74ου, 77η, 79ο, 84ο, 93ο, 95ο, 97ο, 98ο και 100° [σύμφωνα με τον αύξοντα αριθμό του δικογράφου της αγωγής] ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους. Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν αυτή. Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 376/2020 εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά του παραπάνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους. Κρατεί και δικάζει επί της, από 4-10-2019 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 87709/2281/11-10-2019) αγωγής κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους ως άνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους και Απορρίπτει αυτή ως μη νόμιμη. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους να καταβάλουν στο αναιρεσείον για τα δικαστικά του έξοδα το ποσό των τριών χιλιάδων εκατό (3.100) ευρώ. Απορρίπτει τη συνεκδικαζόμενη ως άνω δεύτερη, από 22-12-2021 (υπ'αριθμ. καταθ. 1270/2021) αίτηση αναιρέσεως και τους από 7-7-2022 πρόσθετους λόγους. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στο αναιρεσίβλητο για τα δικαστικά του έξοδα, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ