Αριθμός 1631/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Ασημίνας Δημητρακοπούλου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Θ. Π. του Π., κατοίκου Μ. Κ., η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Σκορδάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1046/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1092/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-10-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 18-10-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 8018/ 901/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 1092/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1046/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 5-12-2014 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 135414/4453/2014) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 5-12-2014 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 135414/4453/2014) αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ισχυρίστηκε ότι στις 19-12-1990 προσελήφθη από το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της, ως ιδιαιτέρα γραμματέας, στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο Μ. Κ.. Ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 της ένδικης σύμβασης εργασίας της, οι μηνιαίες αποδοχές της αποτελούνται από τη μηνιαία αποζημίωση, αντίστοιχη του μισθού εσωτερικού διοικητικού γραμματέα Ε' τάξης, καθώς και από το χορηγούμενο στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής. Ότι, δυνάμει σχετικών ΚΥΑ, το ως άνω επίδομα προσαυξάνεται λόγω των οικογενειακών βαρών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι αυτή είναι έγγαμη και μητέρα τριών ανηλίκων τέκνων, που γεννήθηκαν στις 22-6-2005, 28-2-2007 και 14-8-2008. Ότι από την πρόσληψή της έως την άσκηση της αγωγής παρέχει στο εναγόμενο τις υπηρεσίες της συνεχώς και αδιαλείπτως, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης εργασίας της, ωστόσο το τελευταίο, κατά παράβαση των διατάξεων του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (άρθρα 69 και 131 του Ν. 419/1976, 129 παρ. 2 και 5 και 135 του Ν. 2594/1998 και 155 του Ν. 3566/2007, καθώς και των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, αρνείται να της καταβάλει τις νόμιμες προσαυξήσεις επί του ανωτέρω επιδόματος, τις οποίες δικαιούται λόγω των ανηλίκων τέκνων της και ανέρχονται στα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, υπολογιζόμενα σε ποσοστά επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη. Ότι από 1-1-2008 έως την άσκηση της αγωγής το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη ανέρχεται στο ποσό των 7.200 ευρώ μηνιαίως και, κατά συνέπεια, οι προσαυξήσεις επί του χορηγούμενου σ' αυτήν επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, τις οποίες δικαιούται λόγω των ανηλίκων τέκνων της, ανέρχονται για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 31-12-2014 στο συνολικό ποσό των 56.016 ευρώ, όπως τούτο αναλύεται στην αγωγή. Με βάση το ως άνω ιστορικό και επικουρικά με βάση τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 56.016 ευρώ με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1046/2017 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 56.016 ευρώ με το νόμιμο τόκο ποσοστού 6% από την επίδοση της αγωγής. Την απόφαση αυτή προσέβαλε το εναγόμενο με την από 13-10-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 584270/505392/2017) έφεση και τους από 13-1-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 314/41/2020) πρόσθετους λόγους, εκδόθηκε δε επ' αυτών η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1092/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και τον πρόσθετους λόγους και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους, με την αιτιολογία ότι λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα τους η απόρριψη της έφεσης συμπαρασύρει αυτοδικαίως και αυτούς σε απόρριψη χωρίς έρευνα του περιεχομένου τους. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την υπό κρίση αίτησή του. Στο άρθρο 155 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν. 3566/2007 "Κώδικας Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών", όπως η παρ. 4 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 41 παρ. 38 εδ. α' του Ν. 3712/2008, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Ως αποδοχές των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών νοούνται ο βασικός μισθός, καθώς και όλα τα, κατά τις κείμενες διατάξεις, χορηγούμενα επιδόματα και προσαυξήσεις. 2. Οι διπλωματικοί υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών αποτελούν κλάδο με ειδικές αποδοχές, λόγω των ειδικών προσόντων τα οποία απαιτούνται κατά την εισαγωγή τους στην υπηρεσία, των αυξημένων επαγγελματικών υποχρεώσεων και ευθυνών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, καθώς και των ιδιαίτερων συνθηκών υπό τις οποίες εκτελούν τα καθήκοντά τους.... 4. Προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται, σε ευρώ ή συνάλλαγμα, πέραν των αποδοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, και επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών, που ορίζονται εκάστοτε με την προβλεπόμενη στην παράγραφο 5 κοινή υπουργική απόφαση, για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Τα ανωτέρω ποσά που καταβάλλονται απαλλάσσονται από κάθε υπέρ του Δημοσίου.... κράτηση ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση.... 5. Το ανωτέρω επίδομα καθορίζεται, για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, λαμβανομένων υπόψη των πινάκων των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το κόστος ζωής στις πρωτεύουσες όλου του κόσμου. Για τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με όμοια απόφαση, σε ποσοστό επ' αυτού, το οποίο είχε καθορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Η ως άνω υπουργική απόφαση επιτρέπεται να έχει αναδρομική ισχύ. 6. Το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναπροσαρμόζεται σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής είτε της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή το ευρώ είτε της αγοραστικής αξίας τούτων, με βάση επίσημα στοιχεία. Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών που εκδίδεται μετά από γνώμη επιτροπής....καθορίζεται το ποσοστό της αναφερόμενης στο προηγούμενο εδάφιο αναπροσαρμογής του επιδόματος". Όπως έχει κριθεί υπό το προϋφιστάμενο, αντίστοιχων ρυθμίσεων, νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 131 παρ. 1 Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών, που είχε κυρωθεί με το Ν. 419/1976, άρθρο 135 παρ. 4 και 5 του νέου Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το Ν. 2594/1998), το επίδομα αλλοδαπής θεσπίσθηκε για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, στους οποίους περιλαμβάνεται και το βοηθητικό προσωπικό, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η διαφορά κόστους ζωής και οι ειδικές συνθήκες διαβίωσης σε κάθε χώρα, αναλόγως του κλάδου στον οποίο ανήκει ο υπάλληλος, του βαθμού τον οποίο κατέχει και του κόστους ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται και λόγω των οικογενειακών βαρών (με την Φ. 083-58/11-3-1988 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών ορίσθηκε ότι το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του Πρέσβη για κάθε παιδί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 1505/1984, ενώ με την 20011800/165/0022/5-1-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών ορίσθηκε ότι το εν λόγω επίδομα αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του Πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας έως 6 ετών, κατά ποσοστό 10% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών ή 24 ετών εφόσον αποδεδειγμένα φοιτά σε Ανώτερα ή Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 1505/1984, ποσοστά που αυξήθηκαν από 1-1-2001 σε 8%, 12% και 16% αντιστοίχως, δυνάμει της υπ' αριθ. 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22-1-2001 ΚΥΑ των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, η οποία ακολούθως καταργήθηκε με την υπ' αριθ. 2/19609/0022/14-4-2006 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εξωτερικών, που όρισε ότι το ως άνω επίδομα προσαυξάνεται κατά ποσοστό 8% στο επίδομα του Πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας έως 6 ετών, κατά ποσοστό 12% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 16% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών ή 24 ετών εφόσον αποδεδειγμένα φοιτά σε Ανώτερα ή Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 3205/2003, τα ως άνω δε ποσοστά προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής 8%, 12% και 16% διατηρήθηκαν με την υπ' αριθ. 22677/2023 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εξωτερικών, με το άρθρο 4 της οποίας καταργήθηκε η προηγούμενη υπ' αριθ. 2/19609/0022/14-4-2006 ΚΥΑ), η προσαύξηση δε αυτή αποτελεί αναγκαίο παρακολούθημα του βασικού επιδόματος αλλοδαπής. Το εν λόγω επίδομα, ενόψει ακριβώς της φύσης και του ανωτέρω σκοπού, για τον οποίο θεσπίσθηκε, δηλαδή προς κάλυψη των δαπανών στις οποίες υποβάλλονται οι υπηρετούντες στην αλλοδαπή υπάλληλοι, λόγω της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, έχει χαρακτήρα αποζημιωτικό και χορηγείται επιπλέον των καταβαλλομένων στον υπάλληλο αποδοχών, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτελούσα προσαύξηση του μισθού των διπλωματικών υπαλλήλων οικογενειακή παροχή του άρθρου 47 παρ. Α' περ. 4 του Ν. 3205/2003. Περαιτέρω, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά τη διαπίστωση ότι στην Ελλάδα υπήρχε υπερβολικό έλλειμμα, εξέδωσε στις 16-2-2010 την 2010/182/ΕΕ (EE L 83) απόφασή του, με την οποία απηύθυνε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 126 παρ. 9 σε συνδυασμό με το άρθρο 136 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.), ειδοποίηση προς την Ελλάδα για τη λήψη μέτρων για μείωση του ελλείμματος, μεταξύ δε των μέτρων περιλαμβανόταν και η μείωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου. Επακολούθησε η δημοσίευση, στις 15-3-2010, του Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης", με τον οποίο ελήφθησαν διάφορα μέτρα, με σκοπό, όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, την "αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία είχε κλονίσει την αξιοπιστία της χώρας, έχει προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της και απειλούν σοβαρά την Εθνική Οικονομία". Μεταξύ δε των ληφθέντων μέτρων περιλαμβανόταν η μείωση των αποδοχών των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στο στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 1), αναδρομικά από 1-1-2010 (άρθρα 20 παρ. 1 και 1 παρ. 9) και η θέσπιση νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές όλων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρο 2). Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: ".... 2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%).... 3. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στις παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά: α) οικογενειακής παροχής.... β) χρόνου υπηρεσίας.... γ) εφημεριών..... δ) ραδιενέργειας.... ε) ειδικής απασχόλησης.... στ) ειδικών συνθηκών εργασίας.... ζ) επικίνδυνης εργασίας..... η) καταδυτικού.... θ) αναπηρίας και κινδύνου.... ι) μεταπτυχιακών σπουδών.... ια) αποφοίτων Εθνικής Σχολής δημόσιας Διοίκησης.... και αποφοίτων Εθνικής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης), ιβ) κινήτρου απόδοσης.... ιγ) ειδικής αποζημίωσης....., καθώς και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας μονάδων". Στη συνέχεια, στις 3-5-2010, υπεγράφη "Μνημόνιο Συνεννόησης" μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών - μελών της Ευρωζώνης. Το μνημόνιο αυτό προσαρτήθηκε ως παράρτημα στο Ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο". Με το νόμο αυτό θεσπίσθηκαν μέτρα προς εφαρμογή του εξαγγελθέντος οικονομικού προγράμματος (άμεση μείωση του λογαριασμού μισθοδοσίας του δημόσιου τομέα), μεταξύ δε των μέτρων αυτών περιελήφθη και η περαιτέρω μείωση κατά ποσοστό 8% των αμοιβών των υπαλλήλων του Δημοσίου. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ως άνω Ν. 3845/2010, που άρχισαν να ισχύουν από 1-6-2010, ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010.... μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τους εκατό (8%). 2. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει...". Όπως συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 του Ν. 3845/2010 (αναφερομένων σε "πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά" και στα "με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα"), καθώς και από τον επιδιωκόμενο με τις διατάξεις αυτές σκοπό, που συνίστατο, κατά τα προεκτεθέντα, στην άμεση αντιμετώπιση της έκτακτης και εξαιρετικά δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της Χώρας και στη δημοσιονομική εξυγίανσή της, οι προβλεπόμενες στις διατάξεις αυτές ποσοστιαίες μειώσεις αφορούν, αδιακρίτως, όλα τα επιδόματα και τις αποζημιώσεις και αμοιβές που χορηγούντο στους εν ενεργεία λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου. Εξαιρούνται δε, μόνο τα επιδόματα που ρητώς αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010, στις ρυθμίσεις της οποίας παρέπεμψε και η παράγραφος 2 του άρθρου τρίτου του Ν. 3845/2010. Επομένως, στο πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων περί ποσοστιαίων μειώσεων των αποδοχών εμπίπτει, κατά το γράμμα των διατάξεων αυτών, αλλά και ενόψει του σκοπού τους, και το προβλεπόμενο στο άρθρο 155 του Ν. 3566/2007 επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής. Τούτο δε, διότι το εν λόγω επίδομα, παρά τον αποζημιωτικό του χαρακτήρα, κατά τα προαναφερόμενα, βαρύνει, πάντως, και αυτό τον κρατικό προϋπολογισμό, καταβαλλόμενο ως πρόσθετη παροχή για την υπηρεσία του ευρισκόμενου στην αλλοδαπή υπαλλήλου και επιπλέον δεν περιλαμβάνεται στα ρητώς εξαιρούμενα από το πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων επιδόματα. Κατά την έννοια, δηλαδή, των διατάξεων αυτών, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης και του σκοπού τους, το ζήτημα της φύσης των καταβαλλόμενων επιδομάτων δεν είναι κρίσιμο για την υπαγωγή αυτών στη γενική ως άνω ρύθμιση περί μείωσης των αποδοχών. Εξάλλου, και η προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω τέκνων, η οποία δεν αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, ξεχωριστό επίδομα, αλλά αναγκαίο παρακολούθημα του βασικού επιδόματος αλλοδαπής, δεν εντάσσεται ούτε αυτή στην ειδικότερη έννοια της οικογενειακής παροχής, που ρητώς εξαιρείται από τις επίμαχες μειώσεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010. Περαιτέρω, η συναγόμενη βούληση του νομοθέτη να συμπεριλάβει και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής στις ρυθμίσεις των παραπάνω νόμων περί ποσοστιαίας μείωσης των εν γένει αποδοχών, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 155 του Ν. 3566/2007, με τις οποίες θεσπίζεται ειδική διαδικασία καθορισμού και αναπροσαρμογής του προβλεπόμενου στο άρθρο αυτό επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, όπως προεκτέθηκε. Τούτο δε, διότι το θεσπισθέν με τις προαναφερόμενες διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 μέτρο των ποσοστιαίων μειώσεων των εν γένει αποδοχών των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου είναι γενικό και δεν αποκλείει την παράλληλη εφαρμογή ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων. Επίσης, οι εν λόγω ρυθμίσεις, εφόσον συνεπάγονται μείωση και όχι στέρηση των αποδοχών και επιδομάτων, τούτο δε προς εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν λόγους δημόσιου συμφέροντος, δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς και στην απορρέουσα από το άρθρο 2 του Συντάγματος αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης. (ΑΠ 518/2022, ΣτΕ 1368/2021). Εξάλλου, από τα άρθρα 591 παρ. 1 β', 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1δ' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015), προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά, και έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, στις κατατιθέμενες προτάσεις (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 241/2022, ΑΠ 29/2022, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 72/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της έφεσης επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία· αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται σε "ισχυρισμούς" και όχι σε εφαρμοστέους νομικούς κανόνες, με την επιφύλαξη ότι και στην περίπτωση αυτή ο διάδικος πρέπει να εκθέτει τα αναγκαία στοιχεία για την υπαγωγή των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών σε αυτούς (ΑΠ 518/ 2022, ΑΠ 362/2019, ΑΠ 133/2018, ΑΠ 318/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 518/2022, ΑΠ 317/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται σε παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 του Ν. 3833/2010 και 3 του Ν. 3845/2010. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 1046/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον μοναδικό λόγο της οποίας (έφεσης) το τελευταίο ισχυρίστηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υπολόγισε το αιτηθέν με την ένδικη αγωγή επίδομα τέκνων σε ποσοστό επί του ποσού των 7.200 ευρώ, στο οποίο εσφαλμένως έκρινε ότι ανερχόταν μηνιαίως το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη από την 1-1-2008, ενώ το εν λόγω επίδομα είχε υποστεί μείωση 12% και 8%, αντιστοίχως, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 1 του Ν. 3833/2010 και 3 του Ν. 3845/2010, με συνέπεια να έχει διαμορφωθεί, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, στο ποσό των 5.829,12 ευρώ, σε ποσοστό επί του οποίου έπρεπε να υπολογιστεί το ένδικο επίδομα. Ειδικότερα, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, καθόσον έκρινε ότι ο ως άνω προβληθείς, με τον μοναδικό λόγο αυτής, ισχυρισμός συνιστά ένσταση μη προταθείσα παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 β', 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1δ' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015, επειδή περιεχόταν μεν στις πρωτόδικες προτάσεις του εναγομένου, αλλά δεν είχε προβληθεί πρωτοδίκως στο ακροατήριο, με συνοπτική ανάπτυξη και καταχώριση στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, περαιτέρω δε, έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ώστε ο εν λόγω ισχυρισμός να προβληθεί παραδεκτώς για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 3833/2010 και 3 του Ν. 3845/2010, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου δεν συνιστούσε ένσταση, αλλά αναφερόταν στους εφαρμοστέους στην υπό κρίση υπόθεση νομικούς κανόνες με ταυτόχρονη έκθεση των αναγκαίων στοιχείων για την υπαγωγή των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών σε αυτούς. Συνεπώς, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ. της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 1092/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ