Αριθμός 515/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του γραμματέως Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος : Χ. Π. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Νταγιαντά - Πατινίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου : Β. Π. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πιταροκοίλη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-02-2011 ανταγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 192/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 05-03-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 05-03-2019 αίτηση για αναίρεση της αριθμ. 107/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 2, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του ή αν εκδοθεί και μεταγραφεί κληρονομητήριο, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου (ΑΠ 1325/2022, ΑΠ 138/2021, ΑΠ 415/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) (ΑΠ 121/2022, ΑΠ 238/2021). H ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα. Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου. Τέτοιες πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, η ένταξή του στην υποβαλλόμενη προς την αρμόδια ΔΟΥ δήλωση ακίνητης περιουσίας (Ε9), χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας και εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή της, η πληρωμή φόρων. Μόνη η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης ή άλλων νομικών πράξεων, ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο (ΑΠ 1555/2021, ΑΠ 793/2021, ΑΠ 416/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1586/2022, ΑΠ 1542/2022) Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο εκτάσεως 234,12 τ.μ., κείμενο στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας ... που συνορεύει βόρεια με δημοτική οδό ανατολικά με ιδιοκτησίες εν μέρει Ν. Κ. και εν μέρει κληρονόμων Γ., δυτικά με ιδιοκτησία Α. και Ε. Ν. και νοτίως με το με αριθμό …. αδιάθετο κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου. Στο ακίνητο αυτό υπάρχει διώροφη οικοδομή με πρόσοψη επί της δημοτικής οδού, αποτελούμενη από ισόγειο - πρώτο όροφο εμβαδού 141,17 τ.μ. και ισόγειο - ημιυπόγειο με ακάλυπτο χώρο. Τη νομή του ακινήτου ασκούσε από το έτος 1961 ο πατέρας των διαδίκων, αδελφών μεταξύ τους, ο οποίος είχε ανεγείρει μέσα σ' αυτό ένα ισόγειο -ημιυπόγειο κτίσμα, χρησιμοποιούμενο ως αποθήκη. Κατά το έτος 1967 παραχώρησε ατύπως τη νομή του οικοπέδου μετά του επ' αυτού κτίσματος στον αντενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο, ο οποίος συνέχισε να την ασκεί έκτοτε αδιαλείπτως και αδιαταράκτως με διάνοια κυρίου. Ειδικότερα, με δαπάνες του πραγματοποίησε σταδιακά εργασίες στο ακίνητο, επεκτείνοντας αρχικά την υπάρχουσα ισόγεια - ημιυπόγεια λιθόκτιστη αποθήκη και στη συνέχεια ανεγείροντας ισόγειο - πρώτο όροφο. Ο ίδιος επιμελήθηκε για την υδροδότηση και ηλεκτροδότηση του επιδίκου, διαμόρφωσε με τσιμεντόστρωση τον ακάλυπτο χώρο για την στάθμευση του αυτοκινήτου του και κατασκεύασε κτίσμα για τον λέβητα πετρελαίου, καθώς και σηπτική δεξαμενή. Μάλιστα κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών το έτος 2002 για κατασκευή κτίσματος, παραπλεύρως του ήδη υπάρχοντας, επιβλήθηκε σχετικό πρόστιμο σε βάρος του από το ΙΚΑ, διότι δεν είχε υποβάλλει καταστάσεις εντολών ασφάλισης των απασχολούμενων εργαζομένων (...). Η παραχώρηση του ακινήτου στον αντενάγοντα από τον πατέρα του έγινε με αφορμή τον επικείμενο γάμο του, εξάλλου ρητά ομολογείται στην αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε ο, ήδη αναιρεσείων, αντεναγόμενος και ενάγων σ' αυτή, αλλά και στο δικόγραφό της έφεσης του ότι το ισόγειό τμήμα της οικοδομής παραχώρησε ο πατέρας τους σ' αυτόν, δηλαδή στον αντενάγοντα, "ως προίκα", κατά την δεκαετία του 1960, όταν δηλαδή ο τελευταίος τέλεσε γάμο, προκειμένου να κατοικήσει στο ακίνητο με την οικογένειά του. Ενόψει του σκοπού, για τον οποίο έγινε η παραχώρηση του επίδικου ακινήτου, είναι πρόδηλο ότι είχε μόνιμο και οριστικό χαρακτήρα, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε η υποχρέωση του αντενάγοντος να αποδώσει το ακίνητο σε συγκεκριμένο χρόνο ή οποτεδήποτε στο μέλλον. Άλλωστε ουδέποτε αξίωσε ο πατέρας των διαδίκων την απόδοση σ' αυτόν του ακινήτου και μάλιστα με την προοπτική να περιληφθεί το οικόπεδο με την επ' αυτού οικοδομή ως στοιχείο της κληρονομιάς του κατά τη σύνταξη της διαθήκης του. Επίσης δεν δικαιολογείται η ανοικοδόμηση και προσθήκη ορόφου στο ακίνητο με δαπάνες του αντενάγοντος και η χρησιμοποίησή του ως οικογενειακής στέγης, χωρίς οποιαδήποτε αντίδραση, αντίθετα τα στοιχεία αυτά ενισχύουν την πεποίθησή του, ότι εξούσιαζε το ενιαίο ακίνητο ως κύριος. Εξάλλου, ο πατέρας των διαδίκων, όσο ζούσε και αργότερα και ο ίδιος ο αντεναγόμενος, χρησιμοποιούσαν από κοινού με τον αντενάγοντα, λόγω της καλής συγγενικής τους σχέσεως, την αποθήκη προς εξυπηρέτησή τους χωρίς αντάλλαγμα κατά παραχώρηση του αντενάγοντος. Η πράξη αυτή δεν θα μπορούσε να αποτελεί άσκηση νομής του αντεναγομένου με διάνοια κυρίου στο ενιαίο ακίνητο και ούτε στον συγκεκριμένο ημιυπόγειο όροφο της οικοδομής, εφόσον δεν έχει συσταθεί οροφοκτησία. Κατ' ακολουθία, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του αντεναγομένου ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί στοιχείο της κληρονομιάς του πατέρας τους, ο οποίος είχε παραχωρήσει στον αντενάγοντα μόνο την κατοχή και χρήση, δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου αορίστου χρόνου άνευ ανταλλάγματος. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι από το έτος 1967 ο πατέρας των διαδίκων μεταβίβασε άτυπα στον αντενάγοντα τη νομή του οικοπέδου με το ημιυπόγειο λιθόκτιστο κτίσμα, την οποία αποκλειστικά αυτός ασκούσε με τις ανωτέρω εμφανείς πράξεις της βελτίωσης, επέκτασης και χρησιμοποίησης του κτίσματος. Και περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο αντενάγων είχε συνάψει άτυπα σύμβαση χρησιδανείου αορίστου χρόνου με τον αντεναγόμενο για τη χρήση ενός τμήματος της ημιυπόγειας αποθήκης χωρίς αντάλλαγμα για την εναπόθεση αγροτικών προϊόντων και συναφών εργαλείων, καθώς και ενός τμήματος του ακάλυπτου χώρου για την στάθμευση του αυτοκινήτου του. Σχετικά με το επίδικο δεν είχε ανακύψει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων από το έτος 1968 και επί σειρά ετών, αλλά διαταράχθηκαν το έτος 2008 για πρώτη φορά οι σχέσεις τους, με αφορμή την από 8-1-2009 εξώδικη καταγγελία από τον αντενάγοντα της εν λόγω σύμβασης χρησιδανείου, που επέδωσε την 30-1-2009 στον αντεναγόμενο. Έκτοτε άρχισε ο τελευταίος να αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητας του αντενάγοντος και ακολούθως άσκησε κατ' αυτού την προαναφερόμενη αγωγή για την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος στο ακίνητο, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, ωστόσο εξακολουθεί να επικαλείται κληρονομικό δικαίωμα. Ειδικότερα ισχυρίζεται, ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητά του ως εκ διαθήκης κληρονόμου, δυνάμει της με αριθμό ... δημόσιας διαθήκης, που κατέλειπε ο πατέρας τους Ι. Π. του Ν. κατά το χρόνο του θανάτου του και είχε συνταχθεί ενώπιον του συμβολαιογράφου Πύργου Κρήτης Εμμανουήλ Ελιώτη. Στο κείμενο της διαθήκης, ωστόσο, γίνεται λόγος για ένα οικόπεδο εκτάσεως 180 τ.μ., αν και κατά το χρόνο σύνταξης αυτής είχε ανεγείρει ήδη ο αντενάγων την διώροφη οικοδομή επί του οικοπέδου εκτάσεως 234,12 τ.μ., γεγονός που τελούσε σε γνώση του διαθέτη πατέρα τους. Εξάλλου σε κανένα σημείο της διαθήκης γίνεται ουδεμία αναφορά για διώροφη οικοδομή, ούτε για τμήμα ισογείου - ημιυπόγειου, σε αντίθεση με την παρακείμενη πατρική οικία, που κατέλιπε με ίδια διαθήκη ο διαθέτης πατέρας τους στον αντεναγόμενο και η οποία περιγράφεται αναλυτικά στο κείμενο της διαθήκης αυτής. Είναι αξιοσημείωτο ότι η επίμαχη δημόσια διαθήκη του πατέρα των διαδίκων, με την οποία αυτός εγκαθιστούσε κληρονόμους του και τα επτά (7) τέκνα του, μεταξύ των οποίων και αυτούς, συντάχθηκε την 4-12-1988, η δημοσίευσή της έγινε την 17-9-1997, η δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και η μεταγραφή της έγινε την 25-5-2011, δηλαδή σε κατά πολύ μεταγενέστερο χρόνο από το θάνατο του διαθέτη πατέρα τους την 20-5-1997 (...). Επίσης αποδείχθηκε, ότι ο αποβιώσας πατέρας τους είχε αποκτήσει το επίδικο ακίνητο δυνάμει του με αριθμό ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πύργου Αλέξανδρου Εληώτη, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών υποθηκοφυλακείου Πύργου (τόμος … αριθμός ….). Η ύπαρξη κτητικού τίτλου ουδεμία ασκεί επιρροή στην άσκηση πράξεων νομής χρησικτησίας στο επίδικο, αρχικά από το έτος 1961 από τον ίδιο και μετά το έτος 1967 από τον αντενάγοντα, χωρίς αυτός ουδέποτε να οχληθεί, με αποτέλεσμα να συμπληρωθεί εικοσαετία το έτος 1987, δηλαδή πριν από το θάνατο του δικαιοπαρόχου πατέρα του το έτος 1997 και συνεπώς πριν την κληρονομική διαδοχή στην κληρονομιαία περιουσία του. Κατ' ακολουθία το επίδικο, για το οποίο ο αντενάγων ασκεί αναγνωριστική κυριότητας (άρθρο 1094 ΑΚ) και όχι περί κλήρου (άρθρο 1879 ΑΚ) αγωγή, δεν αποτελεί κληρονομιαίο ακίνητο. Το γεγονός της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης από τον πατέρα των διαδίκων το έτος 1961 για εξασφάλιση χορήγησης δανείου από την Αγροτική Τράπεζα και η εξάλειψή της με ενέργειες του αντεναγομένου το έτος 2011 (βλ. με αριθμό 1013/2011 πιστοποιητικό υποθηκοφυλακείου Πύργου) δεν εμποδίζει την άτυπη παραχώρηση του ακινήτου στον αντενάγοντα, ούτε αποδεικνύει, χωρίς να ενισχύεται από άλλα στοιχεία, ότι η ανοικοδόμηση του ακινήτου στο επίδικο έγινε με δική του δαπάνη. Επίσης το γεγονός, ότι τα με αριθμούς ... συμβόλαια παρακείμενων ακινήτων αναφέρουν ως όμορο ιδιοκτήτη τον πατέρα των διαδίκων, δεν διαφοροποιεί την πραγματικότητα, καθόσον δεν είχε γίνει τυπική δικαιοπραξία, αλλά άτυπη δωρεά προς τον αντενάγοντα εκ μέρους του, εξάλλου δεν περιέχονται δηλώσεις του ίδιου σ' αυτά. Η ανέγερση της οικίας πάνω στο προϋφιστάμενο κτίριο αλλά και οι προσθήκες και βελτιώσεις έγιναν αποκλειστικά από τον αντενάγοντα, ο οποίος κατοικούσε σ' αυτή και πριν από το θάνατο του πατέρα του, αλλά και μετέπειτα σε γνώση του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα, ούτε κατά το χρόνο δημοσίευσης της διαθήκης, την 17-9-1997, με το με αριθμό 204/17-9-1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, αποδείχθηκε ότι ο αντενάγων απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και έχει έννομο συμφέρον για την αναγνώριση του αμφισβητούμενου δικαιώματος κυριότητάς του. Οι μάρτυρες από την πλευρά του αντεναγομένου επιχειρούν να τεκμηριώσουν ότι στην αποθήκη, πάνω από την οποία οικοδομήθηκε η οικοδομή από τον αντενάγοντα και στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου γύρω από την οικοδομή ασκούσε πράξεις νομής ο πατέρας τους και μετά το θάνατό του ο αντεναγόμενος ...... δεν αποδεικνύεται η νομή χρησικτησίας του αντεναγομένου στο όλο ακίνητο, εξάλλου δεν συνάδει προς την κοινή πείρα και λογική να μην ανήκουν στην ίδια οικοδομή και να μην χρησιμοποιούνται από τον ιδιοκτήτη της ο βοηθητικός και ο πέριξ αυτής χώρος της. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αντενάγων απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και έχει έννομο συμφέρον για την αναγνώριση του αμφισβητούμενου δικαιώματος κυριότητας του. Το πρωτοβάθμιο που έκρινε ομοίως και με την εκκαλούμενη απόφασή του αναγνώρισε την κυριότητα του αντενάγοντος στο επίδικο ακίνητο δεν έσφαλε αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, επομένως πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμοι οι λόγοι εφέσεως, με τους οποίους επαναφέρονται οι ισχυρισμοί του αντεναγομένου περί του ότι αυτός απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με κληρονομική διαδοχή δυνάμει δημόσιας διαθήκης του πατέρα τους, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε και μετέγραψε, ότι ο αντενάγων είχε μόνο την κατοχή και χρήση του επίδικου ακινήτου δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου με τον πατέρα τους, ο οποίος ήταν κύριος και νομέας του επιδίκου μέχρι το χρόνο του θανάτου του, ότι αυτό περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία του και ότι ο αντενάγων δεν δικαιούται να αντιτάξει νομή χρησικτησίας κατ' αυτού ως κληρονόμου, διότι δεν κατέστησε γνωστή την σχετική βούλησή του". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε : 1) Ότι ο Ι. Π., πατέρας των διαδίκων, κύριος του επίδικου ακινήτου, δυνάμει του με αριθμό ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πύργου Αλέξανδρου Εληώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ασκούσε, έκτοτε πράξεις νομής επί του οικοπέδου, στο οποίο ανήγειρε ένα ισόγειο -ημιυπόγειο κτίσμα, και το έτος 1967 παραχώρησε, άτυπα, με οριστικό και μόνιμο χαρακτήρα, στον αναιρεσίβλητο - υιό του, λόγω επικείμενου γάμου του, τη νομή του οικοπέδου μετά του επ' αυτού κτίσματος, ο οποίος, έκτοτε και μέχρι το 1987, ασκούσε, συνεχώς και αδιαλείπτως, εμφανείς πράξεις νομής σ' αυτό, προσιδιάζουσες σε κύριο του ενιαίου ακινήτου (επέκταση της υπάρχουσας ισόγειας - ημιυπόγειας λιθόκτιστης αποθήκης, ανέγερση ισόγειου - πρώτου ορόφου, υδροδότηση - ηλεκτροδότηση του επίδικου, χρήση του ως οικογενειακής στέγης του, τσιμεντόστρωση ακάλυπτου χώρου για την στάθμευση του αυτοκινήτου του, κατασκευή κτίσματος λέβητα πετρελαίου και σηπτικής δεξαμενής, παραχώρηση χωρίς αντάλλαγμα στον Ι. Π., τμήματος ημιυπόγειας αποθήκης, για την οποία δεν συστάθηκε οροφοκτησία, για την εναπόθεση αγροτικών προϊόντων και εργαλείων, και μετά το θάνατο αυτού, παραχώρηση, χωρίς αντάλλαγμα, στον αναιρεσείοντα τμήματος της ημιυπόγειας αποθήκης για την αυτή παραπάνω χρήση και τμήματος του ακάλυπτου χώρου για την στάθμευση του αυτοκινήτου). 2) Ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επίδικου οικοπέδου, έκτασης 234,12 τ.μ., μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, συμπληρώσας αυτήν το έτος 1987. 3) Ότι ο αναιρεσίβλητος ως κύριος συνέχισε να εξουσιάζει το επίδικο μέχρι την άσκηση της ένδικης ανταγωγής του, περί αναγνώρισης της κυριότητάς του, την οποία ο αναιρεσείων άρχισε να αμφισβητεί από την 30-1-2009, οπότε ο αναιρεσίβλητος επέδωσε στον αναιρεσείοντα εξώδικη καταγγελία λύσης της σύμβασης χρησιδανείου καθώς και με την άσκηση αγωγής περί κλήρου, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε. 5) Ότι ο αναιρεσείων δεν απέκτησε κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου ούτε σε μέρος αυτού, με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο, και δη με τη μεταγραφείσα, στις 25-05-2011, συμβ/φική πράξη αποδοχής της κληρονομίας του αποβιώσαντος, στις 20-05-1997, πατέρα τους, Ι. Π. του Ν., δυνάμει της δημοσιευθείσας με αριθμό ... δημόσιας διαθήκης του συμβ/φου Πύργου Κρήτης Εμμανουήλ Ελιώτη, για το λόγο ότι ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο θανάτου του, δεν ήταν κύριος του ακινήτου. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1045, 974, 976 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από τον αναιρεσίβλητο της κυριότητας επί του επιδίκου, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και για την ορθή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1194, 1195 ΑΚ, της μη κτήσης από τον αναιρεσείοντα κυριότητας επ' αυτού με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), διότι ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο θανάτου του, δεν ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου. Επομένως, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Λοιπές αιτιάσεις, με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης, και ειδικότερα, ότι : 1) παρόλο που στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, : ότι "... Κατά το έτος 1967 παραχώρησε ατύπως τη νομή του οικοπέδου μετά του επ' αυτού κτίσματος στον αντενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο, ο οποίος συνέχισε να την ασκεί έκτοτε αδιαλείπτως και αδιαταράκτως με διάνοια κυρίου ... η παραχώρηση του ακινήτου στον αντενάγοντα από τον πατέρα του έγινε με αφορμή τον επικείμενο γάμο του, ... από το έτος 1967 ο πατέρας των διαδίκων μεταβίβασε άτυπα στον αντενάγοντα τη νομή του οικοπέδου ... Σχετικά με το επίδικο δεν είχε ανακύψει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων από το έτος 1968 και επί σειρά ετών...", εντούτοις (α) από το με αριθμ. 614/11-11-2013 αντίγραφο ληξιαρχικής πράξης γάμου βεβαιώνεται ότι ο γάμος του αναιρεσίβλητου έγινε στις 26-07-1969 και (β) από τη με αριθμ. ... βεβαίωση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος αποδεικνύεται ότι ο τότε επικείμενος γάμος του αναιρεσίβλητου πραγματοποιήθηκε δύο και πλέον έτη αργότερα, 2) παρόλο που στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ότι "... Ειδικότερα ισχυρίζεται, ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητά του ως εκ διαθήκης κληρονόμου, δυνάμει της με αριθμό ... δημόσιας διαθήκης, που κατέλειπε ο πατέρας τους Ι. Π. του Ν. κατά το χρόνο του θανάτου του και είχε συνταχθεί ενώπιον του συμβολαιογράφου Πύργου Κρήτης Εμμανουήλ Ελιώτη. Στο κείμενο της διαθήκης, ωστόσο, γίνεται λόγος για ένα οικόπεδο εκτάσεως 180 τ.μ., αν και κατά το χρόνο σύνταξης αυτής είχε ανεγείρει ήδη ο αντενάγων την διώροφη οικοδομή επί του οικοπέδου εκτάσεως 234,12 τ.μ., γεγονός που τελούσε σε γνώση του διαθέτη πατέρα τους..." εντούτοις δεν απαντά αν ο διαθέτης Ι. Π. είχε στην κυριότητά του άλλο (π.χ. όμορο ή οποιοδήποτε άλλο) απ' αυτό που αναφέρει στη δημόσια διαθήκη του ακίνητο, 3) ότι παρόλο που στην προσβαλλόμενη απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη την από τον αναιρεσείοντα προσκομιζόμενη με αριθμό 621/1893/8.111968 περίληψη εγγραφής υποθήκης δέχεται ότι στις 8.11.1968 εγγράφεται υποθήκη στο επίδικο ακίνητο σε βάρος του ιδιοκτήτη Ι. Π. εντούτοις δεν εξηγεί για ποιο λόγο ενώ από το έτος 1967 έχει παραχωρήσει, άτυπα, το επίδικο ακίνητο στον αναιρεσίβλητο ένα και πλέον έτος μετά την άτυπη παραχώρηση φέρεται ο Ι. Π. να λαμβάνει δάνειο για ακίνητο το οποίο είχε ήδη παραχωρήσει στον αναιρεσίβλητο υιό του, 4) παρόλο που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι "...Το γεγονός της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης από τον πατέρα των διαδίκων το έτος 1961 (αντί του ορθού 1968) για εξασφάλιση χορήγησης δανείου από την Αγροτική Τράπεζα και η εξάλειψή της με ενέργειες του αντεναγομένου το έτος 2011 (βλ. με αριθμό 1013/2011 πιστοποιητικό υποθηκοφυλακείου Πύργου) δεν εμποδίζει την άτυπη παραχώρηση του ακινήτου στον αντενάγοντα, ούτε αποδεικνύει, χωρίς να ενισχύεται από άλλα στοιχεία, ότι η ανοικοδόμηση του ακινήτου στο επίδικο έγινε με δική του δαπάνη...", ωστόσο υπάρχουν "τα από την προσβαλλόμενη απόφαση αναζητούμενα στοιχεία" και ειδικότερα: α) η με αριθμ. 14719/12-11-2013 έκθεση ένορκης βεβαίωσης του εξετασθέντος με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ι. Π. του Κ., ενώπιον της συμβ/φου Πύργου Δέσποινας Εληώτη, ο οποίος κατέθεσε ότι τον Φθινόπωρο του 1968, ο Ι. Π. ζήτησε και πήρε από την Αγροτική Τράπεζα στεγαστικό δάνειο, συνολικού ποσού 35.000 δρχ. για να ανεγείρει πάνω από την αποθήκη έναν όροφο, για να παραχωρήσει τη χρήση του στον αναιρεσείοντα και έχοντας εξοφλήσει, το έτος 1988, το δάνειο ο Ι. Π., το έτος 1988, συνέταξε δημόσια διαθήκη καταλείποντας όλο το οικόπεδο στην αναιρεσίβλητο, και β) το με αριθμ. πρωτ. 1817/04-04-2011 έγγραφο του Κεντρικού Καταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας προς το Υποθηκοφυλάκειο Πύργου Ηρακλείου, με το οποίο εζητείτο η εξάλειψη της εγγραφείσας στις 08-11-1968 υποθήκης, και 5) ότι ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη τις παρακάτω συμβ/φικές πράξεις πώλησης και έγκρισης αγοράς, που μεταγράφηκαν νόμιμα, δεχόμενη ότι "...Επίσης το γεγονός, ότι τα με αριθμούς ... συμβόλαια παρακείμενων ακινήτων αναφέρουν ως όμορο ιδιοκτήτη τον πατέρα των διαδίκων, δεν διαφοροποιεί την πραγματικότητα, καθόσον δεν είχε γίνει τυπική δικαιοπραξία, αλλά άτυπη δωρεά προς τον αντενάγοντα εκ μέρους του, εξάλλου δεν περιέχονται δηλώσεις του ίδιου σ' αυτά..." παραβλέπει αυταπόδεικτα το γεγονός ότι ο εκεί συντάξας τις ανωτέρω συμβ/φικές πράξεις Αλέξανδρος Εληώτης, αναφέρει ρητά στην 1η πράξη συντάχθηκε στην οικία και κατοικία του αναιρεσίβλητου ιδιοκτησία του πατρός αυτού Ι. Π., είναι απαράδεκτες, διότι δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς αλλά απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψή του αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, και, υπό την επίφαση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1684/2022, ΑΠ 1554/2022) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου. Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, και αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017). Ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο αποτελούν οι ένορκες βεβαιώσεις (339 ΚΠολΔ), που ελήφθησαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη και κατόπιν τήρησης των τασσόμενων από τις διατάξεις 421 - 424 ΚΠολΔ διατυπώσεων και τις προβλεπόμενες σ` αυτές προϋποθέσεις στην περίπτωση που ελήφθησαν μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015, ή των διατάξεων του προϊσχύσαντος άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, εάν ελήφθησαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 και η υπόθεση εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 667/2020). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν αυτές λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη. Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται. Το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύει ειδικά, κατ` αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1084/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 556/2020). Εξάλλου, για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, προκειμένου περί του ιδιαίτερου και αυτοτελούς αποδεικτικού μέσου της ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Ειρηνοδίκη, για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, και ότι κλητεύθηκε ο αντίδικος και προσκομίστηκε με επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας και η έκθεση επίδοσης από την οποία προκύπτει η ημερομηνία και ο χρόνος κλήτευσης (ΑΠ 677/2019, ΑΠ 1683/2017, ΑΠ 1821/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του, δεν έλαβε υπόψη : 1) τη νομίμως επικληθείσα με τις προτάσεις τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ως σχετικό β17) και προσκομισθείσα σ' αυτό με αριθμ. 14719/12-11-2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρός του, Ι. Π. του Κ., ενώπιον του συμβ/φου Πύργου Δέσποινας Εληώτη, και 2) το νομίμως επικληθέν με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ως σχετικό β6) με αριθμ. πρωτ. 1817/04-04-2011 έγγραφο του Κεντρικού Καταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ αν λάμβανε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα θα απορρίπτονταν η ανταγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης όσον αφορά την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνεται στον αναιρετήριο αν πρόκειται για το ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, οπότε θα έπρεπε να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι ο αντίδικος του κλητεύθηκε και προσκομίστηκε με επίκληση στο δικαστήριο ουσίας και η έκθεση επίδοσης ή αν επρόκειτο για απλό έγγραφο, ήτοι ένορκης βεβαίωσης επ' ευκαιρία άλλης δίκης. Περαιτέρω, από τη βεβαίωση, του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα, από τον αναιρεσείοντα, φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η προαναφερθείσα (και ανεξαρτήτως της ως άνω αοριστίας) με αριθμ. 14719/12-11-2013 ένορκη βεβαίωση, που έγινε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος επ' ευκαιρία δίκης αναστολής εκτέλεσης, κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, και χωρίς κλήτευση του ήδη αναιρεσίβλητου, η οποία ως μη αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, δεν απαιτείται να μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη, ειδικά, κατ` αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, ενόψει ότι δεν διαλαμβάνεται παραδοχή ότι συντάχθηκε για την προκείμενη δίκη, και χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης καθώς και το σωρευόμενο σ' αυτήν αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, συνιστάμενο στην απόδοση από τον αναιρεσίβλητο στον αναιρεσείοντα των καταβληθέντων από τον τελευταίο στον πρώτο, προς αποφυγή αναγκαστικής εκτέλεσης, δικαστικών εξόδων της επικυρωθείσας με την προσβαλλόμενη απόφαση πρωτόδικης απόφασης, ύψους 3.840,00 ευρώ, διότι η επαναφορά προϋποθέτει παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν, λόγω της δευτέρου βαθμού συγγενικής σχέσης των διαδίκων (άρθρ. 179 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 05-03-2019 αίτηση αναίρεσης του Χ. Π. του Ι. κατά της με αριθμ. 107/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ