Αριθμός 1725/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..... , περί αναιρέσεως των με αριθμούς 1190/2006, 1191/2006, 1192/2006 και 1193/2006 βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με τα ως άνω βουλεύματά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτά και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση των βουλευμάτων τούτων, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Νοεμβρίου 2006, τέσσερις (4) τον αριθμό, αιτήσεις του, καθώς και στις από 13 Νοεμβρίου 2006, τέσσερις (4) τον αριθμό συμπληρωματικές αιτήσεις του, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1873/2006.Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 32/10.1.2007 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών τας από α) 10/11/2006 τέσσαρας αιτήσεις αναιρέσεως και β) 13/11/2006 τέσσαρας συμπληρωματικάς τοιαύτας του ..... , κατά των υπ΄αριθμ. 1190/2006, 1191/2006, 1192/2006 και 1193/2006 αντιστοίχων βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτομεν τα εξής: Ι. Αι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως έχουν ασκηθή εμπροθέσμως και νομοτύπως και συνεπώς είναι τυπικώς παραδεκταί. Πρέπει δε ως απολύτως συναφείς να συνεκδικασθούν κατά το άρθρον 128 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ΙΙ. Δια των πληττομένων βουλευμάτων απερρίφθησαν αι από 28/4/2006 αιτήσεις του ανωτέρω αναιρεσείοντος, περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της αμετακλήτως περατωθείσης ποινικής διαδικασίας, δια των υπ΄αριθμ. 42926/1997, 47737/1997, 30257/1996 και 44452/1997 αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δια των οποίων κατεδικάσθη δια μη καταβολήν εισφορών προς το Τ.Ε.Β.Ε. ΙΙΙ. Κατά το άρθρον 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που επερατώθη δι΄αμετακλήτου αποφάσεως επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος δια πλημμέλημα ή κακούργημα, εις τα περιοριστικάς αναφερομένας εις την διάταξιν αυτήν τέσαρας περιπτώσεις. Κατά την δευτέραν από τας περιπτώσεις αυτάς, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται εάν, μετά την οριστικήν καταδίκην τινός, απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα εις τους καταδικάσαντας δικαστάς γεγονότα ή αποδείξεις, αι οποίαι μόναι ή εν συνδυασμώ προς τας πρότερον προσκομισθείσας, καθιστούν πρόδηλον, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως δι΄έγκλημα βαρύτερον εκείνου το οποίον εξετέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι του κατά την διάταξιν αυτήν είναι ταυτόσημοι, δύναται να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων, ανάκλησις ή τροποποίησις ή συμπλήρωσις μαρτυρικών καταθέσεων, νέα έγγραφα και οιαιδήποτε άλλαι αποδείξεις, αι οποίαι δεν υπεβλήθησαν εις το δικαστήριον που εδίκασε και ήσαν άγνωστοι, εις τους δικαστάς, εφ΄όσον αυταί, εκτιμώμεναι μόναι των ή εν συνδυασμώ με αυτάς που είχον προσκομισθή, καθιστούν φανερόν και όχι απλώς πιθανόν, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη δι΄έγκλημα βαρύτερον εκείνου που ετέλεσε (Α.Π. 476/2005 Ποιν Χρ ΝΕ΄ σελ 987 κ.ά.). ΙV. Υπό της διατάξεως του άρθρου 39 παρ. 1 του ν.2084/1992 καθιερώθη η υποχρεωτική ασφάλισις των νεοασφαλιζομένων εις ένα μόνον φορέα κυρίας ασφαλίσεως. Περαιτέρω δια της διατάξεως της παρ. 2 παρεσχέθη το δικαίωμα, εις τα πρόσωπα δια τα οποία προβλέπεται υποχρεωτική ασφάλισις εις περισσοτέρους ασφαλιστικούς φορείς, να επιλέξουν τον φορέα που θέλουν να ασφαλισθούν υποχρεωτικώς, δια δηλώσεώς των εντός τριών μηνών από της αποκτήσεως της ιδιότητος ή της αναλήψεως της απασχολήσεως. Εάν δεν υποβληθή τοιαύτη δήλωσις η υποχρεωτική ασφάλισις γίνεται εις τον φορέα απασχολήσεως, εκτός της ασφαλίσεως εις το Τ.Σ.Α.Υ. και το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε., η οποία είναι υποχρεωτική. Εξ άλλου δια της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 2 του ν.2335/1995 ωρίσθη, ότι αι διατάξεις του άρθρου 39 του ν.2084/1992, όπως ισχύουν εκάστοτε, εφαρμόζονται αναλόγως και δια τους μέχρι 31/12/1992 ησφαλισμένους ανεξαρτήτως απησχολημένους, οι οποίοι υπάγονται εις την ασφάλισιν του Ταμείου Νομικών, Τ.Σ.Α.Υ. και Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. και παραλλήλως απασχολούνται ως ελεύθεροι επαγγελματίαι, υπαγόμενοι ως εκ τούτου εις την ασφάλισιν του Τ.Α.Ε., Τ.Ε.Β.Ε., ΤΑΝΠΥ, Ταμείου Προνοίας Ξενοδόχων και Τ.Σ.Α.. Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι οι μέχρι 31/12/1992 ησφαλισμένοι εις το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. και το Τ.Ε.Β.Ε. από 6/9/1995, ημερομηνίας ισχύος του ν.2335/1995, παύουν αυτοδικαίως να είναι ησφαλισμένοι εις το Τ.Ε.Β.Ε. και παραμένουν ησφαλισμένοι υποχρεωτικώς μόνον εις το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. Συνεπώς μέχρι της ανωτέρω ημερομηνίας υποχρεούνται εις την καταβολήν εισφορών προς το Τ.Ε.Β.Ε. V. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών, που εξέδωσε τα πληττόμενα βουλεύματα, εδέχθη τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων ήτο ησφαλισμένος εις το Τ.Ε.Β.Ε. από 30/6/1987 ως μέλος της "..... Ο.Ε.", με αντικείμενον εργασιών "ΓΕΩΤΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ". Επίσης από 12/1/1990 ετύγχανεν ησφαλισμένος και εις το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. Εν όψει των προαναφερθεισών διατάξεων το Τ.Ε.Β.Ε., λόγω της ασφαλίσεώς του εις το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε., δια της υπ΄αριθμ. 30972/2002 αποφάσεώς του, διέγραψεν αυτόν εκ των μητρώων ησφαλισμένων του Ταμείου αυτού ανδρομικώς από 6/9/1995, ημερομηνίας δημοσιεύσεως του άνω ν. 2335/1995. Συνεπώς ο αναιρεσείων μέχρι του χρόνου τούτου υπείχεν υποχρέωσιν καταβολής των εισφορών του προς το εν λόγω Ταμείον. Κατ΄ακολουθίαν το Μονομελές Πλημμελειοδικείον Θεσσαλονίκης ορθώς προέβη εις την καταδίκην τούτου, λόγω μη καταβολής των τοιούτων εισφορών προς το Ταμείον αυτό, δια των αποφάσεών του α) 42926/1997, με χρόνον τελέσεως της προαναφερθείσης αξιοποίνου πράξεως το διάστημα από Ιανουαρίου 1995 έως Ιουνίου 1995, β) 47737/1997, με χρόνον τελέσεως της πράξεως το διάστημα από Ιουνίου 1994 μέχρι Δεκεμβρίου 1994, γ) 30257/1996, με χρόνον τελέσεως της πράξεως το διάστημα από Ιανουαρίου 1994 μέχρι Ιουνίου 1994 και δ) 44452/1997, με χρόνον τελέσεως της πράξεως το διάστημα από Μαρτίου 1990 μέχρι Δεκεμβρίου 1990. Εις την αυτήν καταδικαστικήν κρίσιν θα ωδηγήτο το ανωτέρω Δικαστήριον και εάν ήτο γνωστόν εις αυτό το νέον στοιχείον, που δεν ετέθη υπό όψιν του, ότι ο αναιρεσείων από 12/1/1990 ήτο ησφαλισμένος και εις το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.. Εν όψει αυτών το άνω Συμβούλιον Εφετών απέρριψε τας αιτήσεις επαναλήψεως της διαδιικασίας του αναιρεσείοντος ως κατ΄ουσίαν αβασίμους. Κατ΄ακολουθίαν το ανωτέρω Συμβούλιον με ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν, κατ΄ορθήν δε εφαρμογήν και ερμηνείαν των προαναφερθεισών διατάξεων, που δεν αντίκεινται εις τας διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντ. και 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, προέβη εις την απόρριψιν των αιτήσεων επαναλήψεως της διαδικασίας του αναιρεσείοντος και είναι αβάσιμα, όσα αντιθέτως υποστηρίζονται υπό τούτου δια των προαναφερθεισών αιτήσεων αναιρέσεως. Επειδή, εν όψει αυτών, πρέπει να απορριφθούν αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι. Να απορριφθούν αι από α) 10/11/2006 τέσσαρες αιτήσεις αναιρέσεως και β) 13/11/2006 τέσσαρες συμπληρωματικαί τοιαύται του .... , κατά του υπ΄αριθμ. 1190/2006, 1191/2006, 1192/2006 και 1193/2006 αντιστοίχων βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα 12 Δεκεμβρίου 2006. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τα βουλεύματα 1190/2006, 1191/2006, 1192/2006 και 1193/2006 του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκαν ισάριθμες αιτήσεις επαναλήψεως της διαδικασίας του ήδη αναιρεσείοντος .... . Κατά των βουλευμάτων αυτών άσκησε τις αντίστοιχες 20/2006, 21/2006, 22/2006 και 23/2006 αιτήσεις αναιρέσεως και τις 24/2006, 25/2006, 26/2006 και 27/2006 συμπληρωματικές των πρώτων. Οι αιτήσεις αναιρέσεως, κύριες και συμπληρωματικές, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικασθούν. Ι. Με το άρθρο 39 παρ.1 του Ν.2084/1992 καθιερώθηκε η υποχρεωτική ασφάλιση εκείνων που ασφαλίζονται για πρώτη φορά, σε ένα μόνο φορέα κύριας ασφάλισης. Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ.2 του ίδιου άρθρου, στα πρόσωπα τα οποία προβλέπεται υποχρεωτική ασφάλιση σε περισσότερους ασφαλιστικούς φορείς, παρασχέθηκε το δικαίωμα να επιλέξουν τον φορέα στον οποίο θέλουν να ασφαλισθούν υποχρεωτικώς, με δήλωση υποβαλλόμενη εντός τριών μηνών από την απόκτηση της ιδιότητας ή της ανάληψης της απασχόλησης. Εάν δεν υποβληθεί τέτοια δήλωση, η υποχρεωτική ασφάλιση γίνεται στον φορέα απασχόλησης, εκτός της ασφάλισης στο Τ.Σ.Α.Υ και το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. η οποία είναι υποχρεωτική. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του Ν. 2335/1995 ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 39 του Ν.2084/1992 εφαρμόζονται αναλόγως και για τους μέχρι την 31-12-1992 ασφαλισμένους ανεξαρτήτου απασχολήσεως, οι οποίοι υπάγονται στην ασφάλιση του Τ. Νομικών Τ.Σ.Α.Υ και Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. και παραλλήλως απασχολούνται ως ελεύθεροι επαγγελματίες, υπαγόμενοι ως εκ τούτου στην ασφάλιση του Τ.Α.Ε Τ.Ε.Β.Ε. ΤΑΝΠΥ, Ταμείου Προνοίας Ξενοδόχων και Τ.Σ.Α. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι οι μέχρι την 31-12-1992 ασφαλισμένοι ταυτόχρονα στο Τ.Ε.Β.Ε. και το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. από την έναρξη ισχύος του Ν.2335/1995 δηλαδή από την 6-9-1995 παύουν αυτοδικαίως να είναι ασφαλισμένοι στο Τ.Ε.Β.Ε. και παραμένουν υποχρεωτικά ασφαλισμένοι στο Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. μέχρι δε του χρόνου αυτού (6-9-1995) υπέχουν υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στο Τ.Ε.Β.Ε. Εξάλλου, έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη και την πληρότητα τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1στοιχ. β΄ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ΄ αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν αυτό δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και στην περίπτωση που η διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, δέχθηκε με τα προσβαλλόμενα βουλεύματά του τα ακόλουθα: "... ο αιτών προς υποστήριξη της αιτήσεώς του επικαλείται ότι επειδή ήταν υποχρεωτικά ασφαλισμένος στο ΤΣΜΕΔΕ, δεν υπείχε υποχρέωση προς πληρωμή εισφορών στο ΤΕΒΕ, εάν δε το δικαστήριο γνώριζε το εν λόγω στοιχείο, δεν θα εξέδιδε καταδικαστική απόφαση σε βάρος του αλλά θα τον κήρυσσε αθώο. Όμως, σύμφωνα με τη με αριθ. πρωτοκ. ..... βεβαίωση του ΤΕΒΕ, η ασφάλισή του σ΄ αυτό διήρκεσε μέχρι 6.9.1995, οπότε και διεγράφη με βάση τη με αριθ. 30972/27.12.2001 απόφαση περί διαγραφής με βάση το Ν. 2335/1995 (άρθρο 2), ο οποίος προβλέπει την αυτοδίκαιη διακοπή του ασφαλισμένου από το ΤΕΒΕ επειδή τυγχάνει ασφαλισμένος και άλλου κύριου ασφαλιστικού φορέα δηλαδή του ΤΣΜΕΔΕ, από δε την από ....βεβαίωση του ίδιου (ΤΕΒΕ) ο αιτών ήταν ασφαλισμένος στο ΤΕΒΕ από 30.6.1987 ως μέλος της εταιρίας "..... Ο.Ε," με αντικείμενο εργασιών "Γεωτρήσεις και Τεχνικά έργα", η δε ασφάλισή του εκείνο το χρονικό διάστημα ήταν υποχρεωτική σύμφωνα με το Ν.1027/1980 ανεξάρτητα αν ήταν ασφαλισμένος και σε άλλο ασφαλιστικό φορέα ως παλιός ασφαλισμένος μη έχων δικαίωμα επιλογής, καθόσον τέτοιο είχαν οι νέοι ασφαλισμένοι που εισέρχονταν στην αγορά εργασίας από 1.1.1993 και μετά, και μόνο υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπήρχε προηγούμενη ασφάλιση σε άλλον ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης και μόνο από 6.9.1995 με το νόμο 2335/1995 (ΦΕΚ 185/6.9.1995) έγινε υποχρεωτική η εξαίρεση των ασφαλισμένων μηχανικών, γιατρών κ.λ.π. από την ασφάλιση του ΤΕΒΕ και η υποχρεωτική υπαγωγή τους στα αντίστοιχα Ταμεία ασφάλισης και ως εκ τούτου η ασφάλιση του αιτούντος στο ΤΕΒΕ κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1/95 έως 6/95), δεδομένου ότι δεν είχε υποβάλει αίτηση διαγραφής ήταν υποχρεωτική μέχρι 6.9.1995. Κατά συνέπεια το ως άνω στοιχείο που αυτός επικαλείται ως νέο, και ότι αν ήταν γνωστό στο δικαστήριο, θα είχε απαλλαγεί από την κατηγορία, δεν ευσταθεί καθόσον ήταν γνωστό στο δικαστήριο και δεν αποδεικνύεται εξ αυτού ότι η σε βάρος του κατηγορία ήταν αβάσιμη. Κατ΄ ακολουθίαν των παραπάνω, η αίτηση είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, διέλαβε στα προσβαλλόμενα βουλεύματά του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατ' ορθή δε ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, που δεν αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 του Συντ. και 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, έκρινε ότι ο αναιρεσείων μέχρι την 6-9-1995 είχε υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στο Τ.Ε.Β.Ε και μετά ταύτα απέρριψε τις αιτήσεις αυτού για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με τις αναφερόμενες αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με τις οποίες καταδικάσθηκε για μη καταβολή εισφορών στο Τ.Ε.Β.Ε. Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β΄και δ΄ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως των κυρίων και συμπληρωματικών δικογράφων, με τους οποίους στα προσβαλλόμενα βουλεύματα αποδίδεται η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 10 Νοεμβρίου με αριθμούς 20/2006, 21/2006, 22/2006 και 23/2006 αιτήσεις και τις από 13 Νοεμβρίου με αριθμούς τις 24/2006, 25/2006, 26/2006 και 27/2006 συμπληρωματικές αιτήσεις του .... , για αναίρεση, αντίστοιχα, των 1190/2006, 1191/2006, 1192/2006 και 1193/2006 βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Kρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ