Αριθμός 1426/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης: ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Δαλιάνη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 9201/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Νοεμβρίου 2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2140/2005. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 § 1 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 § 3 του ν. 2.479/1997, "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μια μόνη ή περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία έτη και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός και αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την από το δικαστήριο αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα απαιτείται, εκτός άλλων προϋποθέσεων, ο καταδικασθείς να μην έχει προηγούμενη ή προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστικές της ελευθερίας ποινές, οι οποίες υπερβαίνουν συνολικώς τους έξι μήνες. Η μια ή περισσότερες καταδίκες αυτές πρέπει να έχουν γίνει αμετάκλητες, είναι δε αδιάφορο, τόσο το πριν πόσο χρόνο καταγνώστηκαν οι ποινές αυτές, όσο και αν οι επιβληθείσες, μια ή περισσότερες, ποινές μετατράπηκαν σε χρηματικές ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, αποτίθηκαν, αφέθηκαν με χάρη, υπέκυψαν σε παραγραφή ή είχαν και αυτές ανασταλεί και παρήλθε ή όχι ο χρόνος δοκιμασίας. Τούτο δε περαιτέρω, διότι, από τη γραμματική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 102 § 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι "αν η αναστολή δεν αρθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω (§ 1) ή δεν ανακληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 101, η ποινή που είχε ανασταλεί θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί", προκύπτει ότι η προβλεπόμενη σε αυτή συνέπεια της παρόδου του διαστήματος της αναστολής αφορά τη μη επιβολή ποινής, η οποία "θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί" όχι όμως και την ανυπαρξία καταδίκης, την οποία εκμηδενίζει μόνο η παροχή αμνηστίας. Στη λύση αυτή συνηγορεί και το άρθρο 104 § 1 του ΠΚ, που ορίζει ρητά ότι "η αναστολή της ποινής δεν απαλλάσσει τον καταδικασμένο από την πληρωμή των δικαστικών εξόδων, την αστική αποζημίωση και τη χρηματική ικανοποίηση", προβλέποντας, και στην περίπτωση μη άρσης ή μη ανάκλησης της αναστολής, την ισχύ της καταδικαστικής αποφάσεως ως τίτλου για την πληρωμή των δικαστικών εξόδων και την καταβολή της χρηματικής ικανοποιήσεως και της αστικής αποζημιώσεως. Ενόψει όλων των ανωτέρω καθίσταται φανερό, ότι η καταδίκη εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την πάροδο του χρόνου της αναστολής και συνεπώς, για να χορηγηθεί νέα αναστολή για ποινή που επιβλήθηκε με μεταγενέστερη καταδίκη, θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η προηγούμενη καταδίκη, έστω και ανασταλείσα. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της δικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σαφώς και πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, επί των οποίων θεμελιώθηκε η κρίση του δικαστηρίου, οι αποδείξεις και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πληττόμενη υπ' αριθ. 9.201/2005 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατά παραπομπή, μετά την εν μέρει αναίρεση της υπ' αριθ. 11.324/2003 απόφασής του με την υπ' αριθ. 1.115/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, διότι παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής και να παραθέσει τα ειδικά στοιχεία εκείνα, σύμφωνα με τα οποία η εκτέλεση της ποινής ήταν απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει την καταδικασθείσα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, διέλαβε στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα εξής : Η ποινή των τριών μηνών (3), που επιβλήθηκε στην (αναιρεσείουσα) κατηγορούμενη με την υπ' αριθ. 11.324/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να μετατραπεί προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης, αφού, όπως προκύπτει από το ποινικό μητρώο της, δεν συντρέχει κατά το νόμο περίπτωση αναστολής (φυλάκιση άνω των έξι μηνών - βλέπετε ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης). Με βάση την αιτιολογία αυτή, το Εφετείο που δίκασε, το μεν αποφάνθηκε ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της κατηγορούμενης λόγος αναστολής εκτέλεσης της ποινής κατά το άρθρο 99 ΠΚ, το δε ότι, κατά το άρθρο 82 του ίδιου Κώδικα, έπρεπε να μετατραπεί η επιβληθείσα περιοριστική της ελευθερίας ποινή των τριών (3) μηνών και να υπολογιστεί με το ελάχιστο ποσό της μετατροπής κάθε ημέρας από 4,40 ευρώ. 3. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ήταν απαραίτητα για να αποφανθεί, αφενός μεν, ότι δεν συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, αφετέρου δε, ότι δεν υπήρξε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής διατάξεως του άρθρου 99 του ΠΚ. Τούτο δε, διότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Δικαστήριο, πριν αποφασίσει για την αναστολή ή τη μετατροπή της επιβληθείσας ποινής, έλαβε υπόψη του, ως όφειλε, το οικείο αντίγραφο του ποινικού μητρώου της κατηγορούμενης, που υπήρχε στη δικογραφία, χωρίς να απαιτείται προηγουμένως να το αναγνώσει στο ακροατήριο, αφού αυτό δεν περιλαμβάνεται στα έγγραφα του άρθρου 364 του ΚΠΔ. Από την επισκόπηση τούτου διαπίστωσε, ότι η κατηγορούμενη είχε καταδίκες, που υπερέβαιναν συνολικά το όριο των έξι μηνών, πράγμα το οποίο προσεπιβεβαιούται και από την παραδεκτώς γενόμενη επισκόπησή του και από το παρόν Δικαστήριο, αφού σε αυτό ήταν καταχωρημένες τρεις αμετάκλητες καταδίκες σε περιοριστικές της ελευθερίας ποινές, το σύνολο των οποίων υπερέβαινε το όριο των έξι μηνών (α. με την υπ' αριθ. 39.396/1992 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών φυλάκιση 20 ημερών, β. με την υπ' αριθ. 59.513/1995 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών φυλάκιση 30 ημερών, και γ. με την υπ' αριθ. 10.062/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών φυλάκιση 5 μηνών ανασταλείσα επί τριετία, 5 μήνες + 30 ημέρες + 20 ημέρες = 5 μήνες και 50 ημέρες = 6 μήνες και 20 ημέρες). Με βάση λοιπόν την παραδοχή αυτή, κρίνοντας περαιτέρω, ότι δεν ασκούσε έννομη επιρροή, αν είχε παρέλθει ο χρόνος αναστολής της ποινής, που είχε επιβληθεί με την υπ' αριθ. 10.062/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αφού η αμετάκλητη καταδικαστική αυτή απόφαση εξακολούθησε κατά τα λοιπά να παραμένει σε ισχύ και η επιβληθείσα με αυτή ποινή έπρεπε συνυπολογιστεί στις λοιπές αμετάκλητες καταδίκες της κατηγορούμενης, για να διαπιστωθεί, αν μπορούσε να χορηγηθεί νέα αναστολή για την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 11.324/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 99 του ΠΚ και σωστά αποφάνθηκε, ότι δεν ήταν δυνατόν να χορηγηθεί σε αυτή αναστολή εκτελέσεως της ποινής, που είχε επιβληθεί με την παραπάνω απόφαση, και προχώρησε στη συνέχεια στη μετατροπή της ποινής, για να περιλάβει στο διατακτικό της και διάταξη για εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση του άρθρου 32 του ν. 3.346/2005 παραπέμποντας τελικά την υπόθεση στον αρμόδιο εισαγγελέα για τη θέση της στο αρχείο, διότι η επιβληθείσα ποινή δεν είχε έως τότε εκτιθεί και συνέτρεχε, λόγω του ύψους της, περίπτωση παραγραφής της υφ' όρο. Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ δύο λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι. 4. Επειδή, μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατουσίαν αβάσιμη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Νοεμβρίου 2005 αίτηση της ..... για αναίρεση της υπ' αριθ. 9.201/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 27 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ