Αριθμός 1154/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Hρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Πολύκαρπου Βούλγαρη, και του αρχαιότερου αυτού, Δημητρίου Κιτρίδη, Αρεοπαγίτη), Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Λυκούδη, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τζαβέλλα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2003/2006 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 422/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να επεκταθεί και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 469 Κ.Π.Δ. επί συμμετοχής περισσοτέρων στο έγκλημα το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπολοίπους κατηγορουμένους. Για τη συζήτηση του ένδικου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελούμενων κατηγορουμένων, οι οποίοι όμως μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη. Σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ένδικου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση αυτών ή του εισαγγελέα να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της απόφασής του. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το επεκτακτικό αποτέλεσμα των ένδικων μέσων ισχύει μόνο αν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν μέσα στη νόμιμη προθεσμία ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Στην περίπτωση αυτή το επεκτατικό αποτέλεσμα δεν έχει ως έννομη συνέπεια ότι οι ωφελούμενοι κατηγορούμενοι θεωρούνται πως άσκησαν το ένδικο αυτό μέσο παρόλο που δεν το είχαν ασκήσει. Απλώς αυτοί, και αν ακόμη δεν κλητευθούν, έχουν τη δυνατότητα κατά τη συζήτηση του ένδικου μέσου να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη, οπότε λαμβάνουν τη θέση που έχει σ΄αυτή και εκείνος που άσκησε το ένδικο μέσο. Εάν όμως οι ωφελούμενοι κατηγορούμενοι δεν εμφανισθούν και δεν συμμετάσχουν στη δίκη και το Δικαστήριο ή το Συμβούλιο παραλείψει ν΄ αποφανθεί για το επεκτατικό γι΄ αυτούς αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου, δικαιούνται αυτοί ή ο εισαγγελέας να ζητήσουν από το δικαστήριο ή το Συμβούλιο, που δίκασε επί του ενδίκου μέσου, να επιληφθεί εκ νέου και συμπληρώσει σχετικώς την απόφαση ή το βούλευμά του. 2. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ΄ αριθμ. 4751/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάσθηκαν ο αιτών το επεκτακτικό αποτέλεσμα της ασκηθείσας από την συγκατηγορουμένην του αναίρεσης και η συγκατηγορούμενή του .... σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών και συνολική χρηματική ποινή επτακοσίων (700) ευρώ κάθε ένας για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ κατά συναυτουργία. Κατά της απόφασης αυτής η ως άνω συγκατηγορούμενή του άσκησε την από 3-3-2005 αίτηση αναίρεσης της οποίας έγινε δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος του αναιρετηρίου και αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, και συγκεκριμένα διότι " το Δικαστήριο της ουσίας αφ' ενός μεν δέχεται ότι οι εισφορές της χρονικής περιόδου από 1-12-1997 μέχρι 30-4-1998 έπρεπε να καταβληθούν εντός 30 ημερών από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, αφετέρου δε αναφέρει ως χρόνο τελέσεως των πράξεων την 18-2-1999, χωρίς να διευκρινίζει γιατί ο χρόνος αυτός τοποθετείται αργότερα από το χρόνο απασχολήσεως του προσωπικού και καταβολής των οφειλόμενων απαιτητών εισφορών, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην παραγραφή των επίμαχων αξιόποινων πράξεων". Το Δικαστήριο όμως του Αρείου Πάγου παρέλειψε ν΄ αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ως άνω ασκηθέντος από την συγκατηγορουμένη του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και στον αιτούντα. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν στην νομική σκέψη να γίνει δεκτή, η αίτηση και να επεκταθεί το ως άνω ένδικο μέσο της αναίρεσης και σ΄ αυτόν (αιτούντα), αφού ο γενόμενος ως άνω δεκτός λόγος της αναίρεσης της συγκατηγορουμένης του δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπό της . 3. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει τώρα, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 370 στοιχ., β και 511, όπως αντικατ. με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος.. (Ολ.Α.Π. 585/1991). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την αναιρεθείσα ως άνω υπ΄ αριθμ. 4751/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών και εργοδοτικών εισφορών προς το ΙΚΑ για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αιτών φέρονται ότι τελέσθηκαν στις 18.2.1999. Από το χρόνο, όμως, αυτό της τέλεσης των πράξεων μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας, δηλαδή ο πενταετής χρόνος της παραγραφής πλημμελημάτων και εκείνος της αναστολής της, που είναι τριετής. Έτσι το αξιόποινο των επίμαχων πλημμεληματικών πράξεων έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής. Πρέπει συνεπώς να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατ΄ αυτού. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα της υπ' αριθμ. 2003/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου και στον αιτούντα .... . Παύει οριστικά την κατ΄ αυτού ποινική δίωξη για μη έγκαιρη καταβολή Εργοδοτικών και Εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν στην Αθήνα την 18 Φεβρουαρίου 1999,κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της με αριθ .4751/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εκτιθέμενα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ