Αριθμός 2201/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαραντόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τουριστικές Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Σπηλιώτικα Ανώνυμη Εταιρία" και έδρα τη …που εκπροσωπείται νόμιμα και 2)Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Γαβρίλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2007 μη οριστική, 35/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 186/2011 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/2/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 2/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αναίρεση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και να γίνει δεκτή ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται μόνον εναντίον εκείνων από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος από τους οποίους επιδιώκεται, με αυτή και με βάση τις επικαλούμενες συνέπειές της, η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Αν οι προτεινόμενοι λόγοι δεν αφορούν κάποιο διάδικο, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη ως προς αυτόν, αφού δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση ως προς αυτόν και αν ακόμη ευδοκιμήσουν οι προβληθέντες αναιρετικοί λόγοι (ΑΠ 1027/2012). Στην προκειμένη περίπτωση η αναίρεση στρέφεται τόσο κατά του νικήσαντος στην κατ'έφεση δίκη ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως δεύτερου αναιρεσίβλητου, όσο και κατά της πρώτης, η οποία ως προς το κεφάλαιο αυτό δεν ήταν διάδικος στην δευτεροβάθμια δίκη (καθόσον με την πρωτόδικη απόφαση το αίτημα αυτό είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο ως προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη - εναγομένη και δεν είχε ασκηθεί ως προς το απορριπτικό αυτό κεφάλαιο αντίθετη έφεση από τον ηττηθέντα ενάγοντα, εφόσον δε οι προτεινόμενοι λόγοι αναίρεσης και οι περιεχόμενες σ'αυτούς πλημμέλειες δεν αφορούν την εν λόγω δεύτερη αναιρεσίβλητη, ούτε περιέχουν ως προς αυτήν άλλη αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη ως προς αυτήν, αφού και αν ακόμη οι λόγοι της ευδοκιμήσουν, δεν είναι δυνατόν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη να αναιρεθεί ως προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη η προσβαλλομένη απόφαση. Πρέπει λοιπόν η αναίρεση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1099 ΑΚ, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (αρθρ.914 επ, 297, 298 ΑΚ). Επομένως για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αγωγικής ευθύνης απαιτείται η συνδρομή και της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εναγομένου νομέα. Κτήση δε της νομής με παράνομη πράξη αποτελεί κάθε ενέργεια εναντίον της θελήσεως του κυρίου (άρθρ. 984 παρ.1 ΑΚ), με την οποία συντελείται η αφαίρεση της νομής του, ανεξάρτητα εάν ο αφαιρέσας τελεί ή όχι σε καλή πίστη και αν η ενέργεια, με την οποία συντελέστηκε η παράνομη κτήση, αποτελεί ή όχι αξιόποινη πράξη. Η παρεχόμενη από την εν λόγω διάταξη αγωγή δεν έχει ως θεμέλιο την βλάβη της νομής του ενάγοντος, αλλά απορρέει από το δικαίωμα της κυριότητάς του. Δικαιούχος της αξίωσης είναι ο κύριος του πράγματος κατά το χρόνο της παράνομης αφαίρεσης της νομής. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι εκτός από την υπαιτιότητα του υπόχρεου, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται τόσο η αμέλεια, όσο και ο δόλος. Αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης δεν καταβάλλει την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, ενώ ο δόλος συνίσταται στην από τον δράστη βούληση του κυρίως επιδιωκομένου με την πράξη αποτελέσματος, αλλά και στην αποδοχή από αυτόν όλων των συνεπειών της, που αυτός προέβλεψε ως αναγκαίες ή ενδεχόμενες. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη, αντιβαίνουσα σε απαγορευτική διάταξη νόμου, όπως επί προσβολής απόλυτου δικαιώματος, όπως εκείνο της κυριότητας (άρθρο 1000 του ΑΚ), ή στο όλο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της έννομης τάξης, και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανές και μπορούσαν αντικειμενικά να επιφέρουν, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης". Με τη διάταξη αυτή παρέχεται δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει με ελεύθερη κρίση το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα περιστατικά (βαθμός πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών) με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη (ΑΠ 71/2011, ΑΠ 624/2011). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΑΠ 847/2013, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 495/2013). Έτσι ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή κατ'ουσίαν (Ολ.ΑΠ 11/2011 ΑΠ 486/2012, ΑΠ 568/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), ο αναιρεσείων με την από 21.12.2005 διεκδικητική αγωγή του, κατά των αναιρεσιβλήτων, που άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Νάξου, ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητας και την απόδοση, εδαφικού τμήματος επιφανείας 11,64 τμ., που ο δεύτερος εναγόμενος - αναιρεσίβλητος ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης, αφαίρεσε και προσάρτησε στο όμορο και κείμενο εντός του οικισμού δ.δ. "..." του Δήμου …και στη θέση "…" ακίνητο της πρώτης, ενώ προσέτι ζήτησε από τους εναγομένους και μάλιστα σωρευτικά και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη προσβολή της κυριότητάς του. Με τις εκδοθείσες, παρεμπίπτουσα περί διενέργειας πραγ/νης και οριστικής υπ'αριθμ.42/2007 και 35/2009, αντίστοιχα, αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η αγωγή κρίθηκε νομικά και ουσιαστικά βάσιμη και επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 10.000 Ευρώ εις βάρος του δευτέρου και μόνο εναγομένου - αναιρεσίβλητου, απορριφθέντος σιωπηρά του οικείου αιτήματος ως προς την πρώτη εναγομένη - αναιρεσίβλητη. Μετά την άσκηση εφέσεως από τους αναιρεσίβλητους εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση που απέρριψε την έφεση κατά το κεφάλαιο της διεκδικίσεως της κυριότητας, επικυρώνοντας κατά τούτο την ομοίως κρίνασα εκκαλουμένη, το δε Εφετείο, ενόψει της μεταβιβάσεως σ'αυτό της υποθέσεως στο σύνολό της και της εντεύθεν, κατά τα άρθρα 511, 520 και 522 ΚΠολΔ, εξουσίας του να ερευνήσει το νόμω βάσιμο της αγωγής, δέχθηκε την έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως και αφού αναδίκασε την αγωγή απέρριψε ως νομικά αβάσιμο το οικείο αίτημα με τις ακόλουθες αιτιολογίες "....Ως αδικοπραξία την πλήρωση του πραγματικού της οποίας προϋποθέτει η ΑΚ 932 νοείται αυτή που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις της ΑΚ 914 επ, δηλαδή η υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά, εφόσον δημιουργεί νόμιμη υποχρέωση αποζημίωσης. Όταν με την αδικοπραξία (θίγεται) ένα έννομο αγαθό, η προξενούμενη στην περιουσία ζημία, προέρχεται από την ολική ή μερική καταστροφή (βλάβη) του αγαθού αυτού. Έτσι μπορεί να ζητήσει ο φορέας εμπραγμάτου δικαιώματος, πλην της με διεκδικητική αγωγή απόδοσης του πράγματος και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λόγω του ότι το πράγμα, στο οποίο είναι φορέας εμπραγμάτου δικαιώματος έχει καταστραφεί ή χειροτερεύσει. Στην προκείμενη περίπτωση το αίτημα της αγωγής περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δεν είναι νόμιμο, καθόσον δεν συρρέει παράλληλα και ευθύνη των εναγομένων από αδικοπραξία, η οποία μόνο δικαιολογεί το αίτημα περί καταψηφίσεως χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη, διότι η αναφερομένη στην αγωγή συμπεριφορά των εναγομένων αφορά κατοχή τμήματος ακινήτου του ενάγοντος, του οποίου ζητείται η αναγνώριση κυριότητος και η απόδοσή του και όχι υπαίτια καταστροφή ή βλάβη πράγματος και ως εκ τούτου έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμο. Το πρωτοβάθμιο όμως Δικαστήριο δεν απέρριψε το αίτημα αυτό ως μη νόμιμο, αλλά το έκρινε νόμιμο και βάσιμο επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, στους εναγομένους (εννοεί εις βάρος των εναγομένων) το ποσό των 10.000 ευρώ. Έτσι, αφού το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως (χωρίς την προβολή ειδικού παραπόνου) το νόμιμο της αγωγής λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (αρθρ.522 ΚΠολΔ) μπορεί να απορρίψει το ως άνω αίτημα, ως νομικά αβάσιμο..." Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, προσέδωσε, στην εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 1099 ΑΚ, έννοια διαφορετική από την αληθινή, όπως αυτή (έννοια) παρατίθεται στη νομική σκέψη και δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΠ ως προς το νόμω βάσιμο του περί χρηματικής ικανοποιήσεως αγωγικού αιτήματος, μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ενόψει τούτων ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η απόφαση ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο στη δε συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από δικαστές άλλους, πλήν εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Η δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης βαρύνει τον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του και αντίστοιχα για τον ίδιο λόγο η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα βαρύνει τον δεύτερο αναιρεσίβλητο (αρθρ.176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28.2.2012 αίτηση του Μ. Π. του Α. κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τουριστικές Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Σπηλιώτικα ΑΕ" για αναίρεση της υπ'αριθμό 186/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. Δέχεται την από 28.2.2012 αίτηση του Μ. Π. του Α. κατά του Α. Σ. του Δ. για αναίρεση της ίδιας αποφάσεως. Αναιρεί την υπ'αριθμό 186/2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (ως προς τον εν λόγω αναιρεσίβλητο). Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αιγαίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ