Αριθμός 969 /2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Γ. του Μ., κατοίκου ... 2) Ν. Β. του Κ., κατοίκου ... 3) Α. Μ. του Α., 4) Α. Χ. του Γ., 5) Θ. Τ. του Δ., κατοίκων ... Οι υπό στοιχεία 1 και 3 αναιρεσείοντες παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Νικολάου Τσόγκα και Δημητρίου Σκανδάλη. Οι υπό στοιχεία 2 και 4 αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Κασιμάτη και κατέθεσαν προτάσεις. Ο υπό στοιχείο 5 αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσόγκα που διόρισε στο ακροατήριο ως συμπληρεξούσιο και τον δικηγόρο Δημήτριο Σκανδάλη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΩΡΥΓΟΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Ρηγάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 613/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/11/2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 11/10/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21/11/2008 αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζόμενης με την πρώτη αρχή της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 3/1997) επιβάλλεται στο νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζόμενους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως‚ εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (Ολ.Α.Π. 13 / 2003,ΑΠ 593 / 2006). Ο καθορισμός από το νομοθέτη διαφορετικής αμοιβής μεταξύ δύο υπαλλήλων που συνδέονται με τον εργοδότη Δημόσιο ο ένας με σχέση δημοσίου δικαίου και ο άλλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου δικαιολογείται, λόγω των διαφορετικών συνθηκών (πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης μονιμότητας ή μη, λύσεως της υπηρεσιακής σχέσεως ) υπό τις οποίες τελούν καθεμία από τις κατηγορίες των άνω υπαλλήλων (ΑΕΔ 16/1983). Αλλ' η άνω αρχή της ισότητας δεν έχει εφαρμογή και στην περίπτωση κατά την οποία είναι άλλος ο ρυθμιστικός παράγοντας που καθορίζει τη μισθολογική κατάσταση μιας κατηγορίας υπαλλήλων από εκείνον που ρυθμίζει την ίδια κατάσταση άλλης κατηγορίας υπαλλήλων (π.χ. στη μία κατηγορία ο νόμος ή κατ' εξουσιοδότηση αυτού κανονιστική διοικητική πράξη ενώ στην άλλη το Διοικητικό Συμβούλιο νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου) αφού η ρύθμιση του άνω θέματος από τον ένα παράγοντα μη δυνάμενη να υπερβεί το πεδίο ισχύος της, δεν μπορεί να θεωρηθεί με την παράλειψη ρύθμισης του ίδιου θέματος της άλλης κατηγορίας ως παραβιάζουσα την ως άνω αρχή της ισότητας. Εξάλλου με το άρθρο 10 του Ν. 3142/1955 " Περί Πλοηγικής Υπηρεσίας " ρυθμίστηκαν οι αποδοχές προσωπικού των Πλοηγικών Σταθμών και ορίστηκε ότι "1. Αι αποδοχαί των Αρχιπλοηγών ως και του λοιπού εν γένει προσωπικού της Πλοηγικής Υπηρεσίας βαρύνουσιν το Κ.Π.Υ. 2. Ως μηνιαίος μισθός των μεν Αρχιπλοηγών ορίζεται ο εκάστοτε ισχύων δια τους Πλοιάρχους των επιβατηγών ατμοπλοίων εσωτερικού αυξημένος κατά 20% των δε Πλοηγών ο δια τους Πλοιάρχους των πλοίων τούτων εκάστοτε ισχύων . .. " ενώ με το άρθρο 18 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι, " 1. Το προσωπικό του Πλοηγικού Σταθμού της Διώρυγας Κορίνθου μισθοδοτείται υπό της Εταιρείας Διώρυγας Κορίνθου. Οι αποτελούντες αυτό είναι υπάλληλοι της εταιρείας και αι αποδοχαί τούτων ρυθμίζονται κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Οι παρά τω ως άνω Πλοηγικώ Σταθμώ υπηρετούντες αρχιπλοηγοί καθώς και ο προιστάμενος της Ναυτικής Υπηρεσίας της Διώρυγας Κορίνθου εφόσον κέκτηνται δίπλωμα Πλοιάρχου ασφαλίζονται παρά τω ΝΑΤ και τω Τ.Π.Α.Ε.Ν. κατά τα εν άρθρω 14 του παρόντος οριζόμενα. Πλοηγοί μη κεκτημένοι δίπλωμα πλοιάρχου ασφαλίζονται επικουρικώς παρά τω Τ.Π.Κ.Π-Ε.Ν. . 3. Τα της λειτουργίας του Πλοηγικού Σταθμού Διώρυγας Κορίνθου καθορίζονται δι' ειδικού κανονισμού καταρτιζομένου υπό της διευθύνσεως της Εταιρείας της Διώρυγας ...". Με το άρθρο 1 του ν. 1067/1980 συστήθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία Ανώνυμος Εταιρεία Διώρυγας Κορίνθου Α.Ε. (Α.Ε.ΔΙ.Κ.) (παρ.1) η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις της νομοθεσίας περί ανωνύμων εταιρειών ‚εκτός αν άλλως ορίζεται στο νόμο αυτό (παρ.2). Ακολούθησε ο ν.1395/1983, με το άρθρο 6 παρ. 2 του οποίου αντικαταστάθηκε η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν.3142/1955 και ορίσθηκε ότι, "Το προσωπικό του Πλοηγικού Σταθμού Διώρυγας Κορίνθου μισθοδοτείται από την Ανώνυμη Εταιρεία Διώρυγας Κορίνθου. Οι αποτελούντες αυτό είναι υπάλληλοι της Εταιρείας και οι αποδοχές τους καθορίζονται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας καταρτιζόμενες για μεν το ναυτολογημένο προσωπικό κατά τις διατάξεις του ναυτικού δικαίου για δε το λοιπό προσωπικό κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Σε περίπτωση αδυναμίας καταρτίσεως συλλογικής συμβάσεως εργασίας, από έλλειψη συνδικαλιστικής εκπροσωπήσεως του προσωπικού, οι αποδοχές καθορίζονται με κοινές αποφάσεις των αρμόδιων κατά περίπτωση Υπουργών ύστερα από σχετική Πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης Εταιρείας Διώρυγας Κορίνθου. Συλλογικές συμβάσεις εργασίας που έχουν καθορίσει διαφορετικές αποδοχές του παραπάνω προσωπικού μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κατισχύουν των διατάξεων του ν. 3142/1955 ", ενώ με το άρθρο 17 παρ. 4 και 5 του Ν. 2322/1995 με τον τίτλο Θέματα Α.Ε. Διώρυγας Κορίνθου, ορίσθηκαν τα ακόλουθα " 4. Οι πλοηγοί του Πλοηγικού Σταθμού Διώρυγας Κορίνθου χαρακτηρίζονται ως πλοηγοί διέλευσης. Τα υπό του άρθρου 8 του ν. 3142/1955 προβλεπόμενα για το διορισμό πλοηγών προσόντα ισχύουν και για το διορισμό πλοηγών διέλευσης. Κατ' εξαίρεση για τους πλοηγούς διέλευσης απαιτείται υπερτριετής πραγματική Θαλάσσια υπηρεσία και όχι υπερδεκαετής. 5. Οι αποδοχές των πλοηγών διέλευσης Διώρυγας Κορίνθου από της εφαρμογής του παρόντος καθορίζονται με τη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου ό του ν./1395/1983, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα 3/4 των αντίστοιχων αποδοχών των πλοηγών του Λιμένα Πειραιά. Η τυχόν προκύπτουσα εκ της εφαρμογής του παρόντος άρθρου διαφορά αποδοχών διατηρείται ως προσωπική διαφορά και συμψηφίζεται με τις καθ' οιονδήποτε τρόπο μελλοντικές αυξήσεις αποδοχών συμπεριλαμβανομένης και της Α.Τ.Α.". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ενώ υπό την ισχύ του ν. 3142/1955 οι αποδοχές των πλοηγών της Διώρυγας Κορίνθου καθορίζονταν σύμφωνα με τα ισχύοντα για τις αποδοχές των πλοηγών της Πλοηγικής Υπηρεσίας, στη συνέχεια, με τη σύσταση της εταιρείας προς εκμετάλλευση της Διώρυγας Κορίνθου, με την επωνυμία "Διώρυγα Κορίνθου Α.Ε.ΔΙ.Κ.", αρχικά με το ν. 1395/1983 και στη συνέχεια με το ν. 2322/1995 οι αποδοχές των πλοηγών της Διώρυγας Κορίνθου οι οποίοι ονομάσθηκαν "πλοηγοί διέλευσης" αποσυνδέθηκαν από τις αποδοχές των πλοηγών της Πλοηγικής Υπηρεσίας οι οποίοι θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι και ρυθμίζονται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 5 του ν.2322/-1995, με συλλογικές συμβάσεις εργασίες, η τελευταία δε διάταξη δεν αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον δεν πρόκειται περί ουσιωδώς ομοίων σχέσεων εργασίας και κατηγοριών εργαζομένων, αφού οι πλοηγοί της Διώρυγας Κορίνθου εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε ανώνυμη εταιρεία, ενώ οι Πλοηγοί της Πλοηγικής Υπηρεσίας εργάζονται με σχέση δημοσίου δικαίου, υπάγονται σε διαφορετικό νομικό καθεστώς ως προς τη ρύθμιση των όρων εργασίας και την υπηρεσιακή τους εξέλιξη και άλλος είναι ο ρυθμιστικός παράγων που καθορίζει τη μισθολογική τους κατάσταση. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, α ) ο πρώτος την 18 /8/ 1989 ως προϊστάμενος γραφείου κίνησης την 16/1/1995 προήχθη σε πλοηγό και την 1/11/1996 του ανατέθηκαν καθήκοντα αρχιπλοηγού, προϊσταμένου της ναυτικής υπηρεσίας της Διώρυγας Κορίνθου, β) ο δεύτερος την 16/2/-1972 με την ιδιότητα του ναύτη, την 30/5/1989 προήχθη σε κυβερνήτη πλοηγίδας, την 1/10/1989 προήχθη σε κυβερνήτη ρυμουλκού και από 16/1/1995 προήχθη σε πλοηγό, γ) ο τρίτος την 15/9/1993 ως πλοηγός, δ) ο τέταρτος το 1974 ως εργάτης‚ την 1/1/1981 προήχθη σε ναύτη‚ την 1/10/1989 προήχθη σε κυβερνήτη ακάτου, την 13/11/1992 προήχθη σε κυβερνήτη ρυμουλκού και από 1/6/991 προήχθη σε πλοηγό και ε) ο πέμπτος την 13/3/1983 ως κυβερνήτης πλοηγίδος, την 1/- 10/1989 προήχθη σε κυβερνήτη ρυμουλκού και την 1/7/1993 προήχθη σε πλοηγό Στη συνέχεια το Εφετείο αφού παραθέτει τη διαχρονική ρύθμιση των αποδοχών των πλοηγών της αναιρεσίβλητης [ν.3142 /1955 (άρθρα 10 και 18), ν.δ. 4242/1962, β.δ. 680/1964 ν.4464/1965, β.δ. 198/1966, ν.1395/1983 (άρθρο 6) και ν.2322/1995(άρθροί7)] αναφέρει ότι από της ισχύος του ν. 1395/1983 και οπωσδήποτε από τις 12/7/1995 που άρχισε να ισχύει ον. 2322 / 1995, είναι σαφής η βούληση του νομοθέτη όπως οι αποδοχές των πλοηγών της διώρυγας Κορίνθου, που στη συνέχεια χαρακτηρίσθηκαν ως "πλοηγοί διέλευσης", διαχωρισθούν από τις αποδοχές που προβλέπονται για τους πλοηγούς της "Πλοηγικής Υπηρεσίας" και ρυθμίζονται αποκλειστικά κατά τον διαγραφόμενο από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 6 του εν λόγω νόμου τρόπο, δηλαδή με συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Και τούτο προφανώς λόγω της επελθούσας νομικής μεταβολής στη νομική Προσωπικότητα της εναγομένης διώρυγας. Ως προς την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 5 του ν .2322/1955 το Εφετείο δέχθηκε ότι η αντισυνταγματικότητα εντοπίζεται στην πρόβλεψη καθορισμού των αμοιβών των αναιρεσειόντων με διαφορετικό τρόπο από εκείνον που ισχύει για όμοιους και υπό τις αυτές συνθήκες και τα αυτά προσόντα εργαζόμενους και όχι στο ότι με το εδάφιο α' της ίδιας παραγράφου επιβάλλεται ανώτατο όριο (πλαφόν) των αποδοχών τους, και ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί τους είναι αβάσιμοι για τους ακόλουθους λόγους : Ο πλοηγικός σταθμός της Διώρυγας Κορίνθου αποτελεί υπηρεσία ανήκουσα στην εναγομένη, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ειδικού Κανονισμού Λειτουργίας του. Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διαδικασίες του ιδρυτικού της νόμου 1067/1980 και τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών . Αντίθετα οι πλοηγοί της Πλοηγικής Υπηρεσίας απασχολούνται σε ένα ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, ήτοι σε υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας. Το ότι πρόκειται περί δύο διαφορετικών νομικών προσώπων προκύπτει και από το ότι οι χρεώσεις των πλοηγικών δικαιωμάτων για τους σταθμούς της πλοηγικής υπηρεσίας καθορίζονται με προεδρικά διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις‚ ενώ η εναγομένη εταιρεία, με βάση τα άρθρα 13 και 20 του κανονισμού της θέτει μονομερώς τιμολόγια τελών, που αποτελούν τα έσοδά της. Περαιτέρω τα πλοηγικά της δικαιώματα εξαιρούνται των πόρων του κεφαλαίου της Πλοηγικής Υπηρεσίας . Επιπλέον οι ενάγοντες απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και μισθοδοτούνται από την εναγομένη σε αντίθεση με τους πλοηγούς της Πλοηγικής Υπηρεσίας που θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι (άρθρο 7 παρ. 4 ν.3142/1955) εποπτεύονται ευθέως από το Τμήμα Πλοηγικής Υπηρεσίας της Διεύθυνσης Ναυτικής Εργασίας του ΥΕΝ, με προϊστάμενο αξιωματικό Λιμενικό η δε μισθοδοσία τους βαρύνει το Κεφάλαιο της Πλοηγικής Υπηρεσίας. Εξάλλου στους πλοηγικούς Σταθμούς της Πλοηγικής Υπηρεσίας ισχύει ο Γενικός Κανονισμός Λιμένα που καθορίζει τους όρους πλοήγησης και ρυμούλκησης‚ ενώ με Προεδρικά Διατάγματα καθορίζονται ποία πλοία απαλλάσσονται της πλοήγησης. Αντίθετα στη Διώρυγα Κορίνθου ισχύει ο Κανονισμός Ναυσιπλοϊας και Χωρητικότητας που θέτει ιδιαίτερους όρους πλοήγησης και ρυμούλκησης (π.χ. με το άρθρο 2 αυτού καθορίζεται ανώτατο μέγεθος πλάτους και βυθίσματος των διερχομένων πλοίων κ.λ.π. ) . Για αυτό από το νομοθέτη έχουν τεθεί χαμηλότερα κριτήρια - προσόντα για την πρόσληψη πλοηγών της Διώρυγας Κορίνθου. Συγκεκριμένα‚ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 του ν.2322/1995 προκειμένου να προσληφθούν πλοηγοί της Διώρυγας Κορίνθου απαιτείται υπερτριετής πραγματική θαλάσσια υπηρεσία ενώ οι πλοηγοί της Πλοηγικής Υπηρεσίας απαιτείται να έχουν εκτός από ελληνικό δίπλωμα πλοιάρχου Α και Β τάξεως και υπερδεκαετή πραγματική θαλάσσια υπηρεσία‚ στο δε άρθρο 17 του ν.2322/1995 έχουν χαρακτηρισθεί ως "πλοηγοί διέλευσης". Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι από τα ως άνω περιστατικά Προκύπτει ότι δεν πρόκειται περί ρυθμίσεως ουσιωδώς ομοίων σχέσεων εργασίας και κατηγορίας εργαζομένων και επομένως επιτρέπεται η κατά διαφορετικό τρόπο ρύθμιση των αποδοχών τους. Η διάκριση αυτή δεν είναι αυθαίρετη και αδικαιολόγητη αλλά επιβάλλεται κατά δίκαιη και αντικειμενική κρίση‚ εκ του ότι οι μεν ενάγοντες παρέχουν εξαρτημένη εργασία ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι σε ανώνυμη εταιρεία, λειτουργούσα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και κατά τις διαδικασίες του ιδρυτικού της νόμου και τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών, οι δε πλοηγοί της πλοηγικής υπηρεσίας απασχολούνται με σχέση δημοσίου δικαίου, σε δημόσια υπηρεσία, υπαγόμενοι ως εκ τούτου σε διαφορετικό νομικό καθεστώς ως προς τη ρύθμιση των όρων της εργασιακής τους σχέσεως, της υπηρεσιακής τους εξέλιξης κ.λ.π. Καταλήγει δε το Εφετείο ότι η επίμαχη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 5 του ν. 2322/1995 δεν προσκρούει στις διατάξεις του Συντάγματος που προαναφέρθηκαν ( 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ β')‚ούτε στο υπερνομοθετικής ισχύος άρθρο 119 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ισόνομη ρύθμιση των ομοίων που κυρώθηκε με το ν. 945/1979 και επομένως η αγωγή των εναγόντων μισθωτών που εδράζεται στην παραβίαση των διατάξεων αυτών και με την οποία επιδιώκεται η καταβολή μισθολογικών διαφορών με βάση τις καταβαλλόμενες στους πλοηγούς της Πλοηγικής Υπηρεσίας αποδοχές είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δηλαδή εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 5 του ν.2322/1995, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ισόνομη ρύθμιση των ομοίων, 2 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα‚ 2 παρ. 1 του Δ.Σ. Εργασίας, υπ' αριθμ. 100 που κυρώθηκε με το ν. 46/1975 που εξασφαλίζει την αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας μεταξύ αρρένων και θηλέων "εις άπαντας τους εργαζομένους", 1 και 3 του Δ.Σ. Εργασίας υπ' αριθμ. 154 " για την προώθηση της συλλογικής διαπραγμάτευσης ", που κυρώθηκε με το ν. 2403/- 1996 και 7‚ α, 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα‚ που κυρώθηκε με το ν. 1532/1985, καθόσον δεν Πρόκειται περί ρυθμίσεως ουσιωδώς ομοίων σχέσεων εργασίας και κατηγοριών εργαζομένων και συγκεκριμένα οι αναιρεσείοντες παρέχουν εξαρτημένη εργασία ιδιωτικού δικαίου, εργαζόμενοι σε ανώνυμοι εταιρεία, η οποία λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και του ιδρυτικού της νόμου , ενώ οι πλοηγοί της Πλοηγικής Υπηρεσίας εργάζονται με σχέση δημοσίου δικαίου, υπάγονται σε διαφορετικό νομικό καθεστώς ως προς τη ρύθμιση των όρων εργασίας τους και της υπηρεσιακής τους εξέλιξης και είναι άλλος ο ρυθμιστικός παράγων που καθορίζει τη μισθολογική τους κατάσταση (στην πρώτη κατηγορία το Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας και στη δεύτερη ο νόμος). Περαιτέρω το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που στηρίζουν πλήρως το διατακτικό και το αποδεικτικό της πόρισμα. Ειδικότερα πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις είναι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως για το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ‚ότι δεν πρόκειται Περί ουσιωδώς ομοίων σχέσεων εργασίας και κατηγοριών εργαζομένων, μεταξύ των αναιρεσειόντων και των πλοηγών της Πλοηγικής Υπηρεσίας , καθόσον οι πρώτοι εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε ανώνυμη εταιρεία, η οποία λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, του ιδρυτικού της νόμου (1067/1980 ) και τις διατάξεις Περί ανωνύμων εταιρειών, ενώ οι πλοηγοί της Πλοηγικής Υπηρεσίας απασχολούνται σε Υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι και για την πρόσληψή τους ως πλοηγών απαιτείται υπερδεκαετής πραγματική θαλάσσια υπηρεσία‚ σε αντίθεση με τους πλοηγούς της αναιρεσιβαλλομένης, όπου για το διορισμό τους ως πλοηγών απαιτείται υπερτριετής πραγματική θαλάσσια υπηρεσία Επιπλέον, στους πλοηγικούς σταθμούς της Πλοηγικής Υπηρεσίας ισχύει ο Γενικός Κανονισμός Λιμένα που καθορίζει τους όρους πλοήγησης και ρυμούλκησης, ενώ στη Διώρυγα Κορίνθου ισχύει ο Κανονισμός Ναυσιπλοϊας και Χωρητικότητας που θέτει ιδιαίτερους όρους πλοήγησης και ρυμούλκησης Επομένως οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες και ενιαίως κρινόμενοι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 είναι αβάσιμοι. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.Α.Π. 3/1997 ). Αν όμως από την απόφαση προκύπτει ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή κατ' ουσίαν ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ενστάσεως ανταγωγής, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και τα νομικά επιχειρήματα των διαδίκων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του ν.345/-1976, οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος αμετάκλητες και αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτών τριτανοκοπής, ισχύουν δε από της επ' ακροατηρίου δημοσιεύσεώς τους έναντι όλων, εκτός αν με ειδική διάταξη ορίζεται διαφορετικά, ενώ κατά το άρθρο 51 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση σχετική με την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου, ισχύει έναντι όλων από τη δημοσίευσή της σε δημόσια συνεδρίαση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι μόνον η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου δεσμεύει τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας, για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου, το οποίο έλυσε ( Ολ. Α.Π. 10/2001 Α.Π. 1595/2002 ).Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, α) ότι η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 1395/1983 έχει κηρυχθεί αντισυνταγματική, με την 32/1993 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και με την 154/1995 και 186/1995 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, β) ότι η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 5 του ν.2322/-1995 έχει κηρυχθεί αντισυνταγματική, με την 229/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου‚ που επικυρώθηκε με την 241/2002 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και την 1626 / 2003 απόφαση του Αρείου Πάγου και γ ) ότι συμφώνησαν με την αντίδικο να λαμβάνουν τις αποδοχές των πλοηγών του Πειραιά. Ο λόγος αυτός, ως προς τα δύο πρώτα μέρη‚είναι απαράδεκτος, καθόσον το αν διάταξη ουσιαστικού νόμου κηρύχθηκε ανίσχυρη ως αντισυνταγματική από τα δικαστήρια της ουσίας και τον Αρειο Πάγο, δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό‚ αλλά νομικό ισχυρισμό η επίκληση του οποίου δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως Επιπλέον, ο λόγος αυτός ως προς τα δύο πρώτα μέρη είναι, αλυσιτελής, καθόσον μόνον η εκδιδόμενη από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 του Συντάγματος απόφαση που είναι αμετάκλητη κατά το άρθρο 21 του ν.3435 /1976 και αποφαίνεται ως προς την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου, ισχύει έναντι όλων από της δημοσιεύσεώς της (άρθρο 51 παρ.1 ν. 335/1976) και δεσμεύει τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας, για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας το οποίο έλυσε. Το τρίτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως ( ότι συμφώνησαν με την αντίδικο να λαμβάνουν τις αποδοχές των πλοηγών του Πειραιά ) είναι απαράδεκτο ‚αφού δεν αποτελεί πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τούτο δε γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι βάση της αγωγής των αναιρεσειόντων‚ με την οποία ζητούσαν την εις αυτούς επιδίκαση διαφορών αποδοχών‚ ήταν η παραβίαση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης έναντι των πλοηγών της Πλοηγικής Υπηρεσίας και όχι η παραβίαση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των μεταξύ τους συμφωνηθέντων σχετικά με τον καθορισμό του ύψους των αποδοχών τους. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. με τη οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση‚ κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή‚ ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, ενώ η εσφαλμένη ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και όχι τον από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, αφού αυτή δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, μέρος πρώτο, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν απ' αυτούς, ως προς την έννοια του άρθρου 17 παρ. 5 του ν. 2322/1995, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του ν.3142/- 1995 και τα άρθρα 4 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. Επίσης δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως οι προβαλλόμενες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, μέρος δεύτερο και τρίτο, αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10 και 19 Κ.Πολ.Δ., ότι " το Εφετείο Ναυπλίου παρά το νόμο δέχθηκε τα προαναφερθέντα (ως προς την ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων) ως αληθινά χωρίς απόδειξη..." και ότι ". . .η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προέβη στην ανωτέρω παραδοχή σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς καμία νόμιμη βάση και ιδίως χωρίς αιτιολογία..". Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένου, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση του διαδίκου ερεύνησε για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένο1 και για το λόγο τούτο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη αυτού. Εξάλλου το δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ‚σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.ΠολΔ. πλην όμως τούτο δεν αφορά τη δημόσια τάξη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου ( Ολ. Α.Π. 1339/1985 ) Επομένως για να ιδρυθεί ο λόγος αναιρέσεος για μη λήψη υπόψη δεδικασμένου πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται περί τούτου ρητή μνεία στο αναιρετήριο Επιπλέον για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο η αποδιδόμενη παράβαση, το περιεχόμενο της αποφάσεως από την οποία έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο και δεν έχει λάβει υπόψη του το δικαστήριο, αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου και ποιος ήταν ο ισχυρισμός για τον οποίο έγινε επίκληση δεδικασμένου και δεν αρκεί η απλή επίκληση τελεσίδικης αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο " .εσφαλμένως και κατά παράβαση του άρθρου 559 περίπτωση 16 του Κ.Πολ.Δ., άλλως παραβιάζοντας τους κανόνες των άρθρων 321 και 334 του Κ.Πολ.Δ. κατά παράβαση του άρθρου 559 περίπτωση 1 του Κ.Πολ.Δ. καθιστώντας την απόφασή του αναιρετέα καθώς: " Όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και παράγουν δεδικασμένο " (άρθρο 321 Κ.Πολ.Δ.) " Η τελεσίδικη απόφαση η οποία εκδόθηκε σε προγενέστερη δίκη και επιδίκασε αποδοχές εργαζομένου με βάση συγκεκριμένες διατάξεις για ορισμένο χρονικό διάστημα αποτελεί δεδικασμένο στη νέα δίκη η οποία διεξάγεται μεταξύ των αυτών διαδίκων και έχει ως αντικείμενο την επιδίκαση αποδοχών για μεταγενέστερο χρονικό με βάση τις ίδιες ακριβώς διατάξεις", " Το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή Πρόταση συμψηφισμού ". Οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. που περιέχονται στα άρθρα 321 έως 334 αλλά και η πάγια νομολογία των δικαστηρίων σκοπό έχουν να θεμελιώσουν το θεσμό του δεδικασμένου ,ο οποίος επιδιώκει κυρίως τη διατήρηση και παγίωση της κοινωνικής ειρήνης, τη διασφάλιση των εννόμων σχέσεων και την κατοχύρωση ασφάλειας δικαίου. Πρόκειται για θεσμό που υπηρετεί τη δικαιϊκή ασφάλεια και έτσι ανταποκρίνεται στη συνταγματική επιταγή για παροχή αποτελεσματικής έννομης προστασίας. Επειδή με τα παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση ... ". Ο λόγος αυτός με το προεκτεθέν περιεχόμενο είναι απαράδεκτος καθόσον, α) δεν γίνεται μνεία στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες πρότειναν την ύπαρξη δεδικασμένου στο δικαστήριο της ουσίας και β) είναι παντελώς αόριστος αφού ουδεμία αναφορά γίνεται για τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων του δεδικασμένου στην κρινόμενη περίπτωση .Επιπλέον οι αναιρεσείοντες όπως από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, δεν επικαλούνται κατά τρόπο ορισμένο την ύπαρξη δεδικασμένου στο δικαστήριο της ουσίας ‚αλλά στην αγωγή τους απλώς αναφέρουν ότι ".. μολονότι οι αποδοχές των πλοηγών καθορίζονται ως προς τα κατώτατα όρια αυτών από τους προαναφερόμενους νόμους και διατάγματα, δεσμευτικά για την εναγομένη, όπως έχει δεχθεί και το Εφετείο Ναυπλίου με τις υπ' αριθμ.127/82, 153/82, 32/93 αποφάσεις του και το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου με τις υπ' αριθμ. 229/2000, 154/95 και 186/95 αποφάσεις του, η αντίδικος... δεν μας κατέβαλε πλήρη τον δυνάμει των ως άνω διατάξεων υποχρεωτικώς καταβλητέο μισθό... ", χωρίς οποιαδήποτε μνεία της ύπαρξης των νομίμων προϋποθέσεων του δεδικασμένου‚ δηλαδή μεταξύ ποίων διαδίκων εκδόθηκαν οι ανωτέρω αποφάσεις, ποίο το περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών και ποία η παράβαση της προσβαλλόμενης αποφάσεως . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21/11/2008 αίτηση για αναίρεση της 613/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ