Αριθμός 9/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Η. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κάπο, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ – M. COMPANY A.E.", που εδρεύει στη Ρόδο, νομίμως εκπροσωπούμενου, και 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GRAND HOTEL SUMMER PALACE A.E.", που εδρεύει στη Ρόδο, νομίμως εκπροσωπούμενης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 4608/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-12-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 10 Δεκεμβρίου 2021 με αριθ. καταθ. 9749/1199/10.12.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσίβλητων ανωνύμων εταιρειών προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμ. 4608/10.11.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 6.5.2021 με αριθμ. καταθ. 29402/2259/2021 έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 263/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 8.5.2020 με αριθ. κατάθ. 26323/777/2020 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων. Με την ως άνω αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι προσελήφθηκε στις 27.7.2016 από την πρώτη εναγόμενη ξενοδοχειακή εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως χειριστής αεροσκάφους ιδιοκτησίας της, έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών ύψους 4.170 ευρώ. Ότι παρότι πρόσφερε προσήκοντως τις υπηρεσίες του η πρώτη εναγόμενη δεν του κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 27.7.2016 έως 30.6.2017 πλέον επιδομάτων αδείας έτους 2016, εορτής Χριστουγέννων έτους 2016 και εορτής Πάσχα 2017. Ότι με την από 30.4.2019 γνωστοποίηση ουσιωδών όρων εργασίας ενημερώθηκε από την πρώτη εναγόμενη ότι από τις 1.5.2019 μεταβιβάζεται αυτοδικαίως η σύμβαση εργασίας του στη δεύτερη εναγόμενη ξενοδοχειακή εταιρία, σύμφωνα με το Π.Δ. 178/2002, η οποία έτσι κατέστη από το χρόνο εκείνο εργοδότρια του και υπόχρεη καταβολής των ως άνω δεδουλευμένων αποδοχών του, σωρευτικά με την πρώτη εναγόμενη. Ότι η δεύτερη εναγόμενη του οφείλει τις δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2019, καθώς και το δώρο Χριστουγέννων 2019, ενώ αμφότερες οι εναγόμενες, του οφείλουν το επίδομα άδειας έτους 2019. Ότι αυτός στις 31.5.2019 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, λόγω μη καταβολής οφειλομένων αποδοχών. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε κατά την κυρία βάση από τις διατάξεις από τη σύμβαση εργασίας, και κατά την επικουρική βάση της από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού: α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, ευθυνόμενες εις ολόκληρο, για μηνιαίες δεδουλευμένες αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από 27.7.2016 έως 30.6.2017 το ποσό των 45.870 ευρώ, για επίδομα εορτής Χριστουγέννων 2016 το ποσό των 2.798,27 ευρώ, για επίδομα εορτής Πάσχα 2017 το ποσό των 2.085 ευρώ, για επίδομα άδειας 2016 το ποσό των 2.085 ευρώ και για επίδομα άδειας 2019 το ποσό των 2.085 ευρώ και συνολικά το ποσό των 54.923,27 ευρώ, β) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να του καταβάλει για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2019 το ποσό των 4.170 ευρώ και για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019 το ποσό των 566,97 ευρώ και συνολικά το ποσό των 4.736,97 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 263/2021 απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς την κυρία βάση της και υποχρέωσε α)αμφότερες τις εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 54.923,27 ευρώ με το νόμιμο τόκο και β) τη δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.736,97 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (4608/2021) το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία τη ως άνω έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την από 8.5.2020 αγωγή του ενάγοντος ως προς την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ως κατ' ουσία αβάσιμη και δέχθηκε εν μέρει αυτή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των 2.520 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον εργαζόμενο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 953/2020). Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 968/2020, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 1928/2013). Αντικείμενο της σύμβασης αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια (ΑΠ 1469/2018, ΑΠ 44/2017). Σε κάθε όμως περίπτωση, τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχο του (ΑΠ 2186/2014). Ακόμη, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία επίσης δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου (ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 849/2020), υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια (ΑΠ 953/2020). Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ ΑΠ 28/2005, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 677/2017, ΑΠ 133/2014). Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του ή μη στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ` αυτόν βεβαιώσεων παροχής μισθωτών υπηρεσιών (ΑΠ 522/2022, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 1110/2017). Ούτε η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου ή και ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 522/2022, ΑΠ 1110/2017, ΑΠ 44/2017). Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ή μίσθωσης έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΟλΑΠ 3/2021, Ολ ΑΠ 13/2017, Ολ ΑΠ 8/2011). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2639/1998 (Α 205), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 3846/2010 (A 66), ορίζεται ότι "Η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα συνεχείς μήνες" και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολούμενου. Σε περίπτωση παράλειψης υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απασχόληση αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για τουλάχιστον εννέα (9) συνεχείς μήνες αποτελεί τη βάση τεκμηρίου υπέρ της εξαρτημένης εργασίας, το οποίο, όμως, είναι μαχητό και συνεπώς ο εργοδότης διατηρεί τη δυνατότητα ανατροπής του (ΑΠ 522/2022). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 Α.Κ., 1 του Ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις" και 2 επ. του ΝΔ. 3765/1957, προκύπτει ότι γνήσια ετοιμότητα προς εργασία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος βρίσκεται σε πλήρη δέσμευση του ελεύθερου χρόνου του, υπό την έννοια ότι κατά τη διάρκεια του ωραρίου του δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα να αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά, αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή που θα του ζητείται. Σ' αυτή τη μορφή ετοιμότητας (γνήσια) θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση και έτσι η γνήσια ετοιμότητα εξομοιώνεται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ' αυτήν, όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Αντίθετα, η σύμβαση με την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς να υποχρεούται να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, ώστε να είναι στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή, αλλά παραμένοντας απλώς είτε στον τόπο εργασίας αναπαυόμενος είτε στην οικία του αναμένοντας κλήση του εργοδότη, υφισταμένης στην περίπτωση αυτή μη γνήσιας (απλής) ετοιμότητας προς εργασία ή ετοιμότητας κλήσης, έχει μεν τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας, αλλά εξαιτίας της ιδιομορφίας της δεν εφαρμόζονται σ' αυτήν, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες. Για το λόγο αυτό, στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο ειθισμένος μισθός, με τον ίδιο δε τρόπο υπολογίζονται και τα οφειλόμενα επιδόματα εορτών και αδείας. Το ζήτημα του είδους της ετοιμότητας εργασίας και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα είναι θέμα απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην μία ή την άλλη κατηγορία (ΟλΑΠ 10/2009, ΑΠ 1238/2022, ΑΠ 22/2018). Τέλος, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 409/2022, ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018) , ούτε το περιεχόμενο νομικής διάταξης για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 409/2022), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 179/2019). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι προς αντίκρουση του προβληθέντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρισμού των εναγομένων ότι δεν εργάσθηκε στην πρώτη εναγόμενη το χρονικό διάστημα από 27.7.2016 έως 30.6.2017 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αλλά με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, αυτός προέβαλε αντένσταση περί ύπαρξης τεκμηρίου εξηρτημένης εργασίας εκ του άρθρου 1 του Ν. 3846/2010, ισχυριζόμενος ότι αυτός εργάσθηκε το ως άνω χρονικό διάστημα επί έντεκα (11) μήνες ως συγκυβερνήτης του αεροσκάφους της πρώτης αναιρεσίβλητης και ότι ως εκ τούτου τεκμαίρεται η ύπαρξη σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, τον οποίο ισχυρισμό επανέφερε ως εφεσίβλητος με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την ως άνω αντένστασή του και δεν απάντησε επ' αυτής, υποπίπτοντας στην εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων δεν είχε συνάψει με την πρώτη εναγόμενη το ως άνω χρονικό διάστημα σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αλλά ότι παρείχε τις υπηρεσίες του σ' αυτήν ως ανεξάρτητος-ελεύθερος επαγγελματίας με σύμβαση έργου, δεν συνιστά ένσταση, αλλά αιτιολογημένη άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού περί ύπαρξης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 1064/2020) που έχει ως συνέπεια, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2639/1998, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 3846/2010, με το οποίο καθιερώνεται μαχητό τεκμήριο υπέρ της εξαρτημένης εργασίας, ότι οφείλουν οι εναγόμενοι να αποδείξουν (κατά κύρια απόδειξη) το αντίθετο του συναγομένου ως άνω νόμιμου μαχητού τεκμηρίου (περί σύμβασης εξηρτημένης εργασίας) και συνεπώς ο ισχυρισμός του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ότι στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται τεκμήριο υπέρ της εξαρτημένης εργασίας δεν αποτελεί αντένσταση, δηλαδή "πράγμα", όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ούτε αποτελεί "πράγμα" το περιεχόμενο της ως άνω διάταξης που καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ της εξαρτημένης εργασίας, όταν γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής της στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 844/2022, ΑΠ 790/2020). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "...Η πρώτη εναγόμενη ξενοδοχειακή εταιρία (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) έχει στην κυριότητα της το αεροσκάφος με αριθμό νηολογίου ... τύπου CE550 BRAVO. Το ως άνω αεροσκάφος είχε αποκτήσει αιτία αγοράς ο Κ. Μ., ιδιοκτήτης και ιδρυτής του Ομίλου Μ., στον οποίο ανήκουν οι δύο εναγόμενες ξενοδοχειακές εταιρίες (ήδη αναιρεσίβλητες), προκειμένου να επισκέπτεται με άνεση τα ξενοδοχεία του Ομίλου ανά την Ελλάδα, που ανέρχονταν περί τα είκοσι (20) και ήταν εγκατεστημένα στην Αθήνα, τη Λαμία, τη Ρόδο, την Κω, την Κρήτη, την Κέρκυρα και τα Ιωάννινα, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του. Για τη λειτουργία του αεροσκάφους απαιτείται η παρουσία και παροχή υπηρεσιών από δύο άτομα, του κυβερνήτη και του συγκυβερνήτη. Από το Νοέμβριο του 2009 κυβερνήτης του ως άνω αεροσκάφους είναι ο Ν. Γ., ενώ συγκυβερνήτης μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού του έτους 2016 ήταν ο Π. Κ., ο οποίος αποχώρησε τον Ιούλιο του 2016. Ο Κ. Μ. την εποχή εκείνη ήταν βαριά άρρωστος με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιούνται πολλές πτήσεις του αεροσκάφους, τελικώς δε απεβίωσε στις 28-8-2016. Μετά την εξέλιξη αυτή, ο διάδοχος του, Σ. Μ., Διευθύνων Σύμβουλος της πρώτης εναγόμενης, λόγω του υψηλού κόστους λειτουργίας και συντήρησης του εν λόγω αεροσκάφους, αναζήτησε πιλότο ως συγκυβερνήτη για έκτακτες πτήσεις αυτού, για να παρέχει τις υπηρεσίες του ως ελεύθερος επαγγελματίας. Στα πλαίσια αυτά προσέλαβε τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) ο οποίος απασχολήθηκε με σύμβαση έργου κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 2016 έως και το Μάιο του 2017, όταν τούτο απαιτήθηκε για τις ανάγκες της πρώτης εναγόμενης και συγκεκριμένα μεταξύ άλλων κατά τις συγκεκριμένες ημεροχρονολογίες, 24-7-2016, 25-7-2016, 4-8-2016, 5-8-2016, 4-9- 2016, 15-10-2016, 16-10-2016 κ.λ.π όπως τούτο προκύπτει από την επίσημη μετάφραση από το απόσπασμα του Αρχείου πτήσεων του αεροσκάφους για το ανωτέρω χρονικό διάστημα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενες, αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Ν. Γ., ο οποίος κατέθεσε έχοντας ιδία γνώση και αντίληψη, όντας κυβερνήτης του αεροσκάφους κατά την ένδικη περίοδο. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι προσλήφθηκε στις 27-7-2016 από την πρώτη εναγόμενη για να εργασθεί ως πιλότος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μικτές αποδοχές 4.170 ευρώ μηνιαίως, πλην τούτο ουδόλως αποδείχθηκε. Εξάλλου, αντίκειται στην κοινή λογική μία εταιρία να προσλαμβάνει με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και να απασχολεί σε καθημερινή βάση έναν πιλότο έναντι ενός υψηλού μηνιαίου μισθού, όταν πρόκειται να απασχοληθεί σε έκτακτες περιπτώσεις. Αντίθετη κρίση δεν συνάγεται από τις καταθέσεις, τόσο του μάρτυρα απόδειξης που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που κατέθεσε όσα γνωρίζει λόγω της φιλικής του σχέσης με τον ενάγοντα, ούτε και των μαρτύρων απόδειξης Ε. Γ. και Γ. Ε., φίλων του ενάγοντα, οι οποίες (καταθέσεις) περιλαμβάνονται στις υπ' αριθμ. 3757/10-9-2020 και 3952/18-9-2020 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίοι προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί απασχόλησης του ενάγοντος κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο 2016 έως και το Μάιο του 2017 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταθέτουν ότι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα "έβλεπαν τον ενάγοντα σχεδόν καθημερινά ή στα γραφεία του ξενοδοχειακού ομίλου Μ. στο ξενοδοχείο SOFITEL πλησίον του αεροδρομίου ή στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο VIP πτήσεων αεροπορίας", πλην όμως τούτο δεν αρκεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα του ως άνω ισχυρισμού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το καλοκαίρι του 2017 ο Σ. Μ. αποφάσισε να αναθέσει τη μίσθωση και διαχείριση του ανωτέρω αεροσκάφους στην εταιρία "IFLY ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε" με σκοπό την εκμίσθωση του κυρίως σε τουρίστες, περιορίζοντας σημαντικά την προσωπική χρήση του αεροσκάφους από την οικογένεια Μ.. Έτσι στις 1-7-2017 προσέλαβε τον ενάγοντα ως συγκυβερνήτη του αεροσκάφους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης, από Δευτέρα έως Παρασκευή και ωράριο από 12.00 μμ έως 20.00 μμ, έναντι μηνιαίων αποδοχών 1100 ευρώ, σχετική δε ανάρτηση του Εντύπου 3-Ενιαίο Έντυπο Αναγγελίας Πρόσληψης πραγματοποιήθηκε στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ (βλ. το από 1-7-2017 έντυπο αναγγελίας πρόσληψης και την από 30-6-2017 δήλωση ατομικών στοιχείων του ενάγοντα). Μάλιστα, κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2019 η πρώτη εναγόμενη εκπαίδευσε τον ενάγοντα στην εταιρία "Flight Safety International Inc" στο Ηνωμένο Βασίλειο της Αγγλίας, με συνολικό κόστος 9.450 λίρες Ηνωμένου Βασιλείου Αγγλίας, πλέον κόστους αεροπορικών εισιτηρίων και εξόδων διαμονής και διατροφής του. Στις 30-4-2019 γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα ότι από τις 1-5-2019 μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στη δεύτερη εναγόμενη ξενοδοχειακή εταιρία (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), η σύμβαση εργασίας του, σύμφωνα με το ΠΔ 178/2002, λόγω μεταβίβασης αιτία πώλησης από την πρώτη στη δεύτερη εναγόμενη του αεροσκάφους και της ξενοδοχειακής μονάδας που αυτό εξυπηρετούσε και έτσι η δεύτερη εναγόμενη κατέστη πλέον εργοδότρια του. Τελικώς, στις 1-7-2019 ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του. Σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στην πρώτη εναγόμενη κατά το διάστημα από τον Ιούλιο του 2016 έως και το Μάιο του 2017 με σχέση εξαρτημένης εργασίας, οπότε το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο της επιδίκασης ποσού 45.870 ευρώ, ως οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του ανωτέρω χρονικού διαστήματος (4.170 ευρώ X 11 μήνες) τυγχάνει απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο, ως προς την κύρια βάση της αγωγής, ως προς δε την επικουρική βάση αυτής, που ερείδεται στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, τυγχάνει απορριπτέο λόγω αοριστίας, δοθέντος ότι ο ενάγων προέβη σε απλή επίκληση στο αγωγικό δικόγραφο, της τυχόν ακυρότητας της συναφθείσης μεταξύ αυτού και των εναγόμενων συμβάσεως εργασίας, λαμβανομένου υπόψη του ότι η επικουρικώς σωρευθείσα βάση, (άρθρο 219 ΚΠολΔ) θα εξετασθεί μόνον εάν η κυρία βάση απορριφθεί ένεκα της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας (....). Για το έτος 2016 δεν οφείλεται στον ενάγοντα Δώρο Χριστουγέννων καθώς και επίδομα άδειας εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2016 έως και το Μάιο του 2017 συνδεόταν με τις εναγόμενες με σχέση εξαρτημένης εργασίας, οπότε δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Για το έτος 2017(ενν. 2019) οφείλεται στον ενάγοντα για δώρο Χριστουγέννων το ποσό των 870 ευρώ (1100 ευρώ Χ2/25Χ9,5 δεκαεννιαήμερα, πλέον προσαύξηση 0,04166 για την αναλογία επιδόματος αδείας), ενώ για επίδομα αδείας 2019 το ποσό των 550 (1100:2) ευρώ, διότι κάθε μισθωτός του οποίου η σχέση εργασίας λύεται με οποιονδήποτε τρόπο κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος από την πρόσληψη του και μετά, αλλά προτού λάβει την κανονική του άδεια, δικαιούται να λάβει ολόκληρο το επίδομα αδείας, ανεξάρτητα από το χρόνο απασχόλησης του κατά το έτος αυτό. Επομένως η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προς την πρώτη εναγόμενη, ως ουσία αβάσιμη, ενώ η δεύτερη εναγόμενη ως νέα εργοδότρια οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα: ι) για δεδουλευμένες αποδοχές Μαΐου 2019 το ποσό των 1100 ευρώ, ιι) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2019 το ποσό των 870 ευρώ και ιιι) για επίδομα αδείας 2019 το ποσό των 550 ευρώ ήτοι συνολικά το ποσό των 2520 (1100+870+550) ευρώ, με το νόμιμο τόκο όσον αφορά το επίδομα εορτών Χριστουγέννων από την επομένη της 31-12-2019, για το οποίο οφείλεται, όσον αφορά το επίδομα αδείας από την 1-1-2020 και όσον αφορά τις αποδοχές Μαΐου 2019 από 1-6-2019. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, έσφαλε η εκκαλουμένη που δέχθηκε την αγωγή ως νόμω και ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τις εναγόμενες, έκαστη εις ολόκληρον, στην καταβολή ποσού 54.923,27 ευρώ, επιπρόσθετα δε τη δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.736,97 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 1 Ιουνίου 2019. Επομένως, η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, κατ' αποδοχή των λόγων της. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί και δικασθεί η κατ' ουσία η από 8-5-2020 αγωγή, να απορριφθεί ως προς την πρώτη εναγόμενη ως ουσία αβάσιμη, και να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 2.520 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις στο σκεπτικό....". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 681 του ΑΚ, 1 του Ν. 1876/1990, 2 επ. του ΝΔ. 3765/1957 και 1 του ν. 2639/1998, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3846/2010, καθότι διέλαβε σ' αυτή ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συνδέουσας τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα με την πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία σχέσης για το επίδικο χρονικό διάστημα από 27.7.2016 έως 30.6.2017, ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων ή ότι παρείχε τις υπηρεσίες ως ελεύθερος επαγγελματίας με σύμβαση μίσθωσης έργου, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ειδικότερα, προκειμένου να καταλήξει το Εφετείο στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι ο ενάγων κατά το ως άνω χρονικό διάστημα από (27.7.2016 έως 30.6.2017) απασχολήθηκε στην πρώτη εναγόμενη με σύμβαση έργου, για να παρέχει τις υπηρεσίες ως ελεύθερος επαγγελματίας και ειδικότερα ως πιλότος (συγκυβερνήτης) στο αεροσκάφος ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης και ότι δεν συνδεόταν με αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά ότι μόνο από την 1.7.2017 κατήρτισε με την πρώτη εναγόμενη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δέχθηκε, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές του α) ότι η πρώτη εναγόμενη ξενοδοχειακή εταιρία έχει στην κυριότητα της αεροσκάφος, το οποίο χρησιμοποιούσε ο Κ. Μ., ιδρυτής του Ομίλου Μ., στον οποίο (όμιλο) ανήκουν αμφότερες οι εναγόμενες ανώνυμες ξενοδοχειακές εταιρίες, προκειμένου να επισκέπτεται με άνεση τα ξενοδοχεία του Ομίλου ανά την Ελλάδα, που ανέρχονταν περί τα είκοσι (20), λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του, β) ότι για τη λειτουργία του αεροσκάφους απαιτείται η παρουσία και παροχή υπηρεσιών κυβερνήτη και συγκυβερνήτη, γ) ότι από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2009 κυβερνήτης του ως άνω αεροσκάφους είναι ο Ν. Γ., ενώ συγκυβερνήτης μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού του έτους 2016 ήταν ο Π. Κ., ο οποίος αποχώρησε το μήνα Ιούλιο του έτους 2016, δ) ότι ο Κ. Μ. την εποχή εκείνη ήταν βαριά άρρωστος και τελικά απεβίωσε στις 28.8.2016 και για το λόγο αυτό δεν πραγματοποιούνταν πολλές πτήσεις του αεροσκάφους, ότι ο διάδοχος του, Σ. Μ., Διευθύνων Σύμβουλος της πρώτης εναγόμενης, λόγω του υψηλού κόστους λειτουργίας και συντήρησης του εν λόγω αεροσκάφους, αναζήτησε πιλότο ως συγκυβερνήτη για έκτακτες πτήσεις αυτού, για να παρέχει τις υπηρεσίες του ως ελεύθερος επαγγελματίας και ότι στα πλαίσια αυτά προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος απασχολήθηκε στην πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη με σύμβαση έργου κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Αύγουστο του έτους 2016 έως και το μήνα Μάιο του έτους 2017, όταν τούτο απαιτήθηκε για τις ανάγκες αυτής και ε) ότι από το καλοκαίρι του έτους 2017 ο Σ. Μ. αποφάσισε να αναθέσει τη μίσθωση και διαχείριση του ανωτέρω αεροσκάφους στην εταιρία "IFLY ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε" με σκοπό την εκμίσθωση του κυρίως σε τουρίστες και ότι για το λόγο αυτό στις 1.7.2017 προσέλαβε τον ενάγοντα ως συγκυβερνήτη του αεροσκάφους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης. Όμως, οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ανεπαρκείς και ελλιπείς, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της σχέσης που συνέδεε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα με την πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το χρονικό διάστημα από 27.7.2016 έως 30.6.2017, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 681 του ΑΚ, 1 του Ν. 1876/1990, 2 επ. του ΝΔ. 3765/1957 και 1 του ν. 2639/1998, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3846/2010, στερώντας την έτσι από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει παραδοχές σε σχέση με το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα (από 27.7.2016 έως 30.6.2017): α) για το αν είχε συμφωνηθεί μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης να παρέχει ο ενάγων ως συγκυβερνήτης του αεροσκάφους αποκλειστικά τις υπηρεσίες του σ' αυτή ή αν μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του και σε τρίτους (είτε με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας είτε ως ελεύθερος επαγγελματίας με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή σύμβαση έργου), β) για το αν είχε συμφωνηθεί να αμείβεται ο ενάγων με το μήνα ανεξαρτήτως αριθμού πτήσεων ή να αμείβεται για κάθε πτήση ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, γ) για το αν είχε συμφωνηθεί το ύψος της αμοιβής του ενάγοντος και αν είχε καταβληθεί σ' αυτόν οποιαδήποτε αμοιβή από την ως άνω αιτία, δ) για τον συγκεκριμένο αριθμό πτήσεων που πραγματοποίησε ο ενάγων ως συγκυβερνήτης του αεροσκάφους της πρώτης εναγόμενης , ε) για το αν υπήρχε ή όχι δέσμευση της ελευθερίας του ενάγοντος και ειδικότερα αν όφειλε ή δεν όφειλε να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο και για συγκεκριμένο χρόνο, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως συγκυβερνήτης του αεροσκάφους της πρώτης εναγομένης και για το ποιος ενημέρωνε ή καλούσε τον ενάγοντα προκειμένου να προσέλθει για να παρέχει τις ως άνω υπηρεσίες του, και στ) για το αν ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος στα πλαίσια των συμβατικών του υποχρεώσεων με την πρώτη εναγόμενη να συμμορφώνεται στις οδηγίες της ως προς τον τόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, ως συγκυβερνήτης του αεροσκάφους και ειδικότερα αν όφειλε να βρίσκεται σε ετοιμότητα για συγκεκριμένο χρόνο ή σε κάποιο καθορισμένο σημείο προκειμένου να παρέχει αυτές σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή του εζητείτο. Επιπρόσθετα το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ δέχεται ότι οι καταθέσεις του μάρτυρα απόδειξης, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου γεγονότα ταυτόσημα με αυτά και των μαρτύρων απόδειξης Ε. Γ. και Γ. Ε., στις ένορκες βεβαιώσεις τους, ότι κατά το ως άνω ένδικο διάστημα "έβλεπαν τον ενάγοντα σχεδόν καθημερινά στα γραφεία του ξενοδοχειακού ομίλου Μ. στο ξενοδοχείο SOFITEL, πλησίον του αεροδρομίου ή στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο VIP πτήσεων αεροπορίας", δεν αρκούν για να οδηγήσει αυτό σε δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα του ισχυρισμού του ενάγοντος, ότι απασχολείτο το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, και ενώ, επίσης, δέχεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιούλιο του έτους 2016 έως και το μήνα Μάιο του έτους 2017 πραγματοποιούνταν πτήσεις του αεροσκάφους σε έκτακτες μόνο περιπτώσεις, δεν κάνει καμία αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφασή του για το λόγο της καθημερινής παρουσίας του ενάγοντος στα γραφεία του ξενοδοχειακού ομίλου, δηλαδή αν η παρουσία του κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ήταν στα πλαίσια των συμβατικών του υποχρεώσεων, ως συγκυβερνήτη του αεροσκάφους της πρώτης εναγόμενης ή οφειλόταν σε άλλη αιτία. Τέλος, ενώ ο ενάγων σε απάντηση του αρνητικού ισχυρισμού των εναγομένων, ότι αυτός δεν παρείχε τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγόμενη το χρονικό διάστημα από 27.7.2016 έως 30.6.2017 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, αλλά παρείχε αυτές με σύμβαση έργου, ισχυρίσθηκε, ότι βάσει του άρθρου του άρθρου 1 του ν. 2639/1998, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3846/2010, τεκμαίρεται ότι τελούσε σε σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, εφόσον παρείχε τις υπηρεσίες του για πάνω από εννέα (9) μήνες, το Εφετείο δέχθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων το ως άνω διάστημα παρείχε τις υπηρεσίες του με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, χωρίς να αιτιολογείται επαρκώς, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, η ανατροπή του ως άνω νόμιμου μαχητού τεκμηρίου, το βάρος της οποίας (ανατροπής) έφεραν οι εναγόμενες,. Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, και κατά το μέρος, που, με τους ως άνω λόγους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 681 του ΑΚ, 1 του Ν. 1876/1990, 2 επ. του ΝΔ. 3765/1957 και 1 του ν. 2639/1998, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3846/2010. Λόγω, δε, της αναιρετικής εμβέλειας των ως άνω λόγων, κατά το μέρος που έγιναν αυτοί δεκτοί, καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση α) των ιδίων αναιρετικών λόγων, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων (πρβλ. ΑΠ 1474/2022, ΑΠ 301/2018) και β) του τρίτου αναιρετικού λόγου με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ των αριθμών 1β' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των διατάξεων αυτών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002 ΑΠ 194/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 322/2011). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι προς απόδειξη του αγωγικού του ισχυρισμού ότι οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του συμφωνήθηκε να ανέρχονται στο ποσό των 4.170 ευρώ, προσκόμισε με τις προτάσεις του ως ενάγων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επικυρωμένα αντίγραφα από καταστάσεις διαφορών μισθοδοσίας του έτους 2018 των εργαζομένων στις αναιρεσίβλητες (ως σχετ. 9, 10-10Α, 11-11Α, 12-12Α), στις οποίες αναγράφονταν τα χρηματικά ποσά που ελάμβανε σε μετρητά χρήματα, πλέον των αποδοχών ύψους 1.100 ευρώ το μήνα που του κατέβαλαν οι αναιρεσίβλητες στον τραπεζικό λογαριασμό μισθοδοσίας του, έγγραφα που προσκόμισε μετ' επικλήσεως και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως εφεσίβλητος με τις από 3.9.2021 προτάσεις του, τα οποία το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας δεν τα έλαβε υπόψη του και τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του. Από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ) α) των από 24.9.2020 προτάσεων του αναιρεσείοντος ως ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και β) των από 3.9.2021 προτάσεων του αναιρεσείοντος ως εφεσίβλητου, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτός είχε προσκομίσει ως σχετικά τα υπό στοιχεία 9, 10-10Α, 11-11Α, 12-12Α έγγραφα, τα οποία προσκομίζει και στο παρόν αναιρετικό Δικαστήριο, με τίτλο "κατάσταση διαφορών μισθοδοσίας" των μηνών Μαΐου, Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου του έτους 2018, στις οποίες (καταστάσεις) ως προς τον αναιρεσείοντα στη στήλη "ΠΛΗΡΩΤΕΟ ΠΟΣΟ" αναφέρεται το ποσό των 2.159,48 ευρώ το μήνα και στη στήλη "ΥΠΟΓΡΑΦΗ" έχει τεθεί η υπογραφή αυτού. Από την επισκόπηση, δε, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτή γίνεται μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν , πλην, όμως, από το όλο περιεχόμενο αυτής δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο, αλλά αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες για το αν το πιο πάνω δικαστήριο της ουσίας, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 1.100 ευρώ και ότι ως εκ τούτου η δεύτερη εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει για αποδοχές μηνός Μαΐου έτους 2019, για αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων έτους 2019 και για επίδομα αδείας έτους 2019, τα ποσά των 1.100 ευρώ, 870 ευρώ και 550 ευρώ, αντίστοιχα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα προαναφερθέντα έγγραφα, που ο ενάγων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νόμιμα στο Εφετείο προς απόδειξη του ύψους του συμφωνηθέντος κατ' αυτόν μηνιαίου μισθού του και που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης. Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τέταρτου λόγων αναίρεσης και κατά τα μέρη που ο πρώτος και ο δεύτερος από τους λόγους αυτούς έγιναν δεκτοί, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντα κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, που παρέστη αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθ. 4608/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση. Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2022. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ