Αριθμός 1263/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρου του Νικόλαο Δήμα και Νικόλαο Βερβεσό και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ….. 75), κατοίκου .... Οι υπό στοιχεία 1, 2, 4, 5, 6, 11, 12, 13, 14, 15, 17, 18, 21, 23, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 48, 54, 57, 58, 60, 63, 65, 66, 69, 70, 72, 73, 74 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχεία 3, 7, 8, 9, 10, 16, 19, 20, 22, 24, 25, 26, 27, 28, 35, 44, 45, 46, 47, 49, 50, 51, 52, 53, 55, 56, 59, 61, 62, 64, 67, 68, 71, 75 αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5644/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5874/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24/12/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 686/2020, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 234/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, με τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, από τους εβδομήντα πέντε (75) αναιρεσίβλητους, οι τριάντα τέσσερις (34) από αυτούς και συγκεκριμένα οι 3ος, 7η, 8η, 9η, 10ος, 16ος, 19ος, 20η, 22η, 24ος, 25ος, 26ος, 27η, 28η, 35ος, 44ος, 45ος, 46η, 47η, 49η, 50η, 51ος, 52ος, 53η, 55η, 56η, 59η, 61ος, 62η, 64η, 67η, 68η, 71η και 75η αυτών δεν εμφανίστηκαν κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, κατά τη συζήτηση της ως άνω υπόθεσης εμφανίσθηκαν οι υπόλοιποι διάδικοι και συγκεκριμένα το μεν αναιρεσείον σωματείο εκπροσωπήθηκε από τους ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντες πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Δήμα και Νικόλαο Βερβεσό, οι δε λοιποί σαράντα ένα (41) αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη. Από τον φάκελο, όμως, της δικογραφίας προκύπτει ότι το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν αποδεικνύει την κλήτευση των ως άνω μη εμφανισθέντων αναιρεσίβλητων με επίδοση κλήσης προς αυτούς για να παραστούν στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 20.3.2023) κατ' άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Γ. Χ. δεν αποδεικνύεται τέτοια κλήτευση, δεδομένου ότι από την εν λόγω έκθεση επίδοσης προκύπτει ότι επιδόθηκε στον παραστάντα κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο πληρεξούσιο δικηγόρο των ως άνω αναιρεσιβλήτων ως αντίκλητο αυτών (άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), αντίγραφο της από 27.12.2021 αίτησης αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' άρθρο 565 παρ. 2 ΚΠολΔ, με κλήση για να παραστούν ενώπιον του Συμβουλίου Αναστολών του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της αίτησης αναστολής για τη δικάσιμο της 24.1.2022. Επομένως, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα της κλήτευσης των μη εμφανισθέτων αναιρεσίβλητων και εφόσον αυτή δεν αποδεικνύεται, δεδομένου ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι συνδέονται με τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσίβλητους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 ΚΠολΔ), πρέπει, κατά τις αναφερόμενες στην προηγούμενη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, να χωρισθεί η υπόθεση και, αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς τους μη εμφανισθέντες αναιρεσίβλητους, να προχωρήσει αυτή (συζήτηση) ως προς τους λοιπούς νομίμως παριστάμενους διαδίκους. IΙ. Με την κρινόμενη από 24.12.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 5874/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάσαντος ως Εφετείου), το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 23.3.2018 έφεση του αναιρεσείοντος σωματείου κατά της υπ' αριθ. 5644/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, η από 5.9.2016 αγωγή των αναιρεσίβλητων κατά του αναιρεσείοντος σωματείου και επιδικάσθηκαν υπέρ εκάστου αυτών τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως εφάπαξ, λόγω συνταξιοδότησης, οικονομική ενίσχυση, την οποία δικαιούνται με βάση το καταστατικό του τελευταίου. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙΙ. Το καταστατικό σωματείου αποτελεί έκφραση της αυτονομίας του και περιέχει τους εγγράφως τεθέντες κανόνες, δεσμευτικούς για τα μέλη και τη διοίκησή του, που ρυθμίζουν την προς τα έσω και έξω οργάνωση και λειτουργία του και έχει συμβατικό (και όχι κανονιστικό) χαρακτήρα. Ειδικότερα, συνιστά δήλωση βούλησης απευθυντέα σε ευρύ κύκλο προσώπων και δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 37/2021, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 1373/2017). Η συνδέουσα τα μέλη και το σωματείο σχέση περιλαμβάνει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Τα δικαιώματα που συνεπάγεται η ιδιότητα μέλους σωματείου αναγνωρίζονται από το νόμο ή το καταστατικό. Κατά το άρθρο 80 ΑΚ μεταξύ άλλων, στο καταστατικό επί ποινή ακυρότητας πρέπει να καθορίζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών του. Κάθε προσθήκη, αφαίρεση ή μεταβολή διατάξεων του καταστατικού, που αφορούν τα ανωτέρω αναγκαία κατά νόμο στοιχεία του, συνιστούν τροποποίησή του, η οποία, κατά το άρθρο 84 ΑΚ, ισχύει σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 79, 81 και 82 ΑΚ. Περαιτέρω, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν, κατά το Σύνταγμα και κατά το νόμο, σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, χωρίς όμως να συνδυάζεται η εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών με κερδοσκοπική δραστηριότητα, η άσκηση της οποίας απαγορεύεται (άρθρο 12 του Συντάγματος και άρθρα 1 και 4 Ν. 1264/1982). Για τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 78 επ. του ΑΚ, όπως αυτές συμπληρώνονται ή τροποποιούνται από τις διατάξεις του Ν. 1264/1982. Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων έκτακτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους. Τα κεφάλαια αυτά στερούνται νομικής προσωπικότητας και αποτελούν συγκέντρωση περιουσίας, η οποία περιορίζεται να αναλωθεί για ορισμένους σκοπούς (ΑΠ 678/2020, ΑΠ 1243/2019). Σε περίπτωση σύστασης ειδικών κεφαλαίων από συνδικαλιστική οργάνωση για την εξυπηρέτηση απόλαυσης υλικών πλεονεκτημάτων των μελών, η υποχρέωσή της περιορίζεται στα όρια των ανωτέρω ειδικών κεφαλαίων, των οποίων η σύσταση από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις κατ' εξαίρεση αναγνωρίζεται προς εξυπηρέτηση των ως άνω σκοπών τους και δεν γεννάται περιουσιακή απαίτηση πέραν των ορίων της οικονομικής επάρκειας του Ειδικού Λογαριασμού ούτε αντιστοίχως ευθύνη του σωματείου-συνδικαλιστικής οργάνωσης, ενόψει του ότι αυτή απαγορεύεται, όπως ήδη εκτέθηκε, να ασκεί κερδοσκοπική δραστηριότητα και να προβαίνει σε διανομή περιουσίας (ΑΠ 1991/2022, ΑΠ 678/2020). Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που το σωματείο συνάπτει με ασφαλιστική επιχείρηση σύμβαση διαχειριστικής ασφάλισης λογαριασμού. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη σύμβαση για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχείρησης ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως συλλόγου), η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί Λογαριασμό Κατάθεσης Ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η επιχείρηση ή ο σύλλογος (λήπτης της ασφάλισης), εκείνη δε, έναντι προμήθειας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδότησης και οι συμφωνηθέντες, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, μεταξύ των συμβαλλομένων όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχείρησης ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το Λογαριασμό Κατάθεσης Ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη ή του επαγγελματικού σωματείου χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίων. Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. ΑΚ, δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλους του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννιέται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση απευθείας και αμέσως στο πρόσωπο του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφάλισης και ύστερα να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 361/2022, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 162/2017). Σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος κατά τους όρους της συνδέουσας αυτόν με τον δέκτη της υπόσχεσης έννομης σχέσης, να στραφεί κατά του δέκτη της υπόσχεσης, όταν ο τελευταίος με τη συμπεριφορά του ματαιώνει την καταβολή της παροχής, από αυτόν που υποσχέθηκε και να αξιώσει αποζημίωση (AΠ 1991/2022, ΑΠ 678/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΑΠ 403/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 917/2020). Κατά την έννοια δε της διατάξεως του αριθμού 6 του ίδιου άρθρου, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 293/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Οι εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι συνταξιούχοι υπάλληλοι της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος. Καθ' όλη τη διάρκεια του εργασιακού βίου τους υπήρξαν μέλη αρχικά του επιχειρησιακού σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (Σ.Υ.Α.Τ.Ε.)", ακολούθως, μετά από τη συνένωση και ενοποίηση του Συλλόγου αυτού κατά το έτος 1998 με τους Συλλόγους Επιστημονικού Προσωπικού ΑΤΕ (ΣΕΠΑΤΕ) και Γεωτεχνικών Επιστημόνων ΑΤΕ (ΣΓΕΑΤΕ), του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (Σ.Ε.Α.Τ.Ε)", και τέλος, κατόπιν νέας τροποποίησης του καταστατικού που επικυρώθηκε με την 653/04.02.2013 διαταγή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του ήδη εκκαλούντος (και ήδη αναιρεσείοντος) σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Αγροτικής - Πειραιώς (ΣΕΤΑΠ)". Σκοπός του εκκαλούντος, σύμφωνα με το άρθρο 3 του καταστατικού του, είναι η μελέτη, προάσπιση και προαγωγή των ηθικών, επαγγελματικών-εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών, συνδικαλιστικών και ταξικών συμφερόντων των μελών του και, μεταξύ άλλων, ειδικότερα, η δημιουργία ειδικών κεφαλαίων για την κάλυψη έκτακτων αναγκών των μελών του καθώς και για την αλληλοβοήθειά τους (όρος 3 παρ. 1 στοιχείο ι' του Καταστατικού). Οι πόροι του προέρχονται, εκτός από τα λοιπά έσοδα, από την αξιοποίηση της περιουσίας του, τις δωρεές, τη διοργάνωση εκδηλώσεων, την έκδοση περιοδικών κ.λπ. και από την τακτική μηνιαία συνδρομή των μελών του (όρος 5 στοιχείο α'), η οποία καθορίστηκε σε ποσοστό ύψους 1% επί των μηνιαίων ακαθάριστων αποδοχών τους, με δυνατότητα αυξομείωσης κατόπιν απόφασης της Γενικής Συνέλευσης. Παράλληλα προβλέφθηκε και η καταβολή έκτακτων εισφορών για την κάλυψη έκτακτων αναγκών στο πλαίσιο του σκοπού του σωματείου με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και ανώτατο επιτρεπτό ετήσιο όριο. Οι εν λόγω συνδρομές και εισφορές εισπράττονται μέσω παρακράτησης από τη μισθοδοσία των μελών του - ευχέρεια που δεν απονέμεται στα κοινά σωματεία - διαμέσου της αρμόδιας υπηρεσίας της εργοδότριας Αγροτικής Τράπεζας και αποδίδονται από αυτή στο σωματείο με τη μεταφορά των αντίστοιχων ποσών μηνιαίως σε πίστωση λογαριασμού καταθέσεων που τηρεί το σωματείο στην Τράπεζα (όρος 13). Περαιτέρω, στο άρθρο 16 του καταστατικού, υπό τον τίτλο "Οικονομική Ενίσχυση Εξερχόμενων Μελών" προβλέφθηκαν, τα εξής: "Α) Στα μέλη του Σωματείου που αποχωρούν οριστικά και αμετάκλητα από την Αγροτική Τράπεζα, λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης ή θανάτου, παρέχεται οικονομική ενίσχυση με βάση τις πλήρεις αποδοχές, που λαμβάνουν κατά το χρόνο της εξόδου τους, σύμφωνα με την ακόλουθη αναλογία: 1) 2 μηνών πλήρεις αποδοχές, για όσους έχουν συμπληρώσει 25 χρόνια ως μέλη του Σωματείου, 2) 1,5 μήνα πλήρεις αποδοχές, για όσους έχουν συμπληρώσει 20 χρόνια ως μέλη, 3) 1 μήνα πλήρεις αποδοχές, για όσους έχουν συμπληρώσει 15 χρόνια ως μέλη και 4) Για όσους έχουν συμπληρώσει από 5 μέχρι 15 χρόνια ως μέλη του Σωματείου, το 1/15 των πλήρων αποδοχών τους για κάθε χρόνο ταμειακής ενημερότητας. Β) Σε περίπτωση θανάτου κάποιου μέλους του Σωματείου η παραπάνω οικονομική ενίσχυση καταβάλλεται κατ' ισομοιρία μόνο στη σύζυγο και στα τέκνα του μέλους αυτού... Δ) Για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού ποσοστό μέχρι 50% από τις μηνιαίες τακτικές εισφορές των μελών τηρείται σε Ειδικό Λογαριασμό. Ε) Σε περίπτωση αθρόας εξόδου μελών από την υπηρεσία ή πρόβλεψης αδυναμίας κάλυψης, μέσα στα παραπάνω όρια, των οικονομικών αυτών ενισχύσεων στο μέλλον, είναι δυνατή η μείωσή τους, ύστερα από απόφαση του Δ.Σ. ΣΤ) Το Δ.Σ. δύναται να συνάψει με μία οικονομικά εύρωστη ασφαλιστική εταιρία ειδική συμφωνία για ομαδική ασφάλιση των μελών του Σωματείου ώστε, αξιοποιώντας όλα ή μέρος των μέχρι τότε υπολοίπων του ως άνω Ειδικού Λογαριασμού και όλο ή μέρος του 40% των παρακρατούμενων μηνιαίων τακτικών εισφορών, να εξασφαλίσει, αντίστοιχα, καλύτερους ή ίσους όρους σε σχέση με αυτούς που προβλέπονται στις παραπάνω περιπτώσεις (Α) και (Β). Ζ) Τα μέλη του Συλλόγου στην όποια περίπτωση ύπαρξης νέου καθεστώτος Ομαδικής Ασφάλισης θα δικαιούνται και θα λαμβάνουν, τουλάχιστον, τα ποσά που θα λάμβαναν από τους προηγούμενους λογαριασμούς των επιμέρους Συλλόγων τους". Οι ανωτέρω όροι με την ίδια αριθμητική διάκριση και την ίδια διατύπωση περιλήφθηκαν σε όλα τα κωδικοποιημένα καταστατικά της ιστορικής διαδρομής του εκκαλούντος σωματείου στο οποίο ανήκαν οι εφεσίβλητοι υπό την πρώτη επωνυμία του "Σύλλογος Υπαλλήλων ΑΤΕ" μέχρι και σήμερα. Στο πλαίσιο της υλοποίησης της υπό στοιχείο ΣΤ) περίπτωσης του άρθρου 16 του καταστατικού του, ο "Σύλλογος Υπαλλήλων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" (Σ.Υ.Α.Τ.Ε) (εφεξής: "Συμβαλλόμενος"), ενόσω λειτουργούσε ως αυθύπαρκτος και ανεξάρτητος των άλλων δύο ενώσεων ("ΣΕΠΑΤΕ" και "ΣΓΈΑΤΕ"), κατήρτισε με τη, μη διάδικο στην παρούσα δίκη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλειών "Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ" (εφεξής: "η Εταιρία"), το 38553000048/14.05.1985 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου (εφεξής συμβόλαιο 48/1985), όπως διαμορφώθηκε με τις μεταγενέστερες πρόσθετες πράξεις του και με ημερομηνία έναρξης ισχύος την 14.05.1985. Αναπόσπαστο μέρος του ασφαλιστήριου συμβολαίου αποτελεί ο Γενικός Κανονισμός του Προγράμματος Πρόνοιας, όπως εκάστοτε ισχύει (άρθρο 1 παρ. 1). Με το συμβόλαιο αυτό και σύμφωνα με το πρόγραμμα εφάπαξ παροχών ο κάθε ασφαλισμένος κατά την αποχώρησή του από την εργασία του στην Αγροτική Τράπεζα λόγω συνταξιοδότησης θα λάμβανε απευθείας από την ασφαλιστική εταιρία εφάπαξ ασφαλιστική παροχή, για την καταβολή της οποίας η ασφαλιστική εταιρία απέσυρε, κάθε φορά που αποχωρούσε κάποιος ασφαλισμένος, από τον τηρούμενο λογαριασμό ασφαλίστρων (Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου) το απαιτούμενο ποσό, το οποίο στη συνέχεια κατέβαλε στο δικαιούχο, αφού προηγουμένως το σωματείο είχε ειδοποιήσει την ασφαλιστική εταιρία για την αποχώρηση του συγκεκριμένου υπαλλήλου, παρέχοντας συγχρόνως και όλα τα απαραίτητα στοιχεία (χρόνος υπηρεσίας, ηλικία, μισθός) για τον προσδιορισμό του ποσού αυτού... Η ασφαλιστική σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε υπέρ των εργαζομένων-μελών του Συλλόγου ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτων, γεννά υποχρεώσεις της ασφαλιστικής εταιρίας, οι οποίες πρέπει να εκπληρωθούν ευθέως προς τους ασφαλισμένους (άρθρα 411, 412 ΑΚ). Ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, αποκτά άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή την παροχή, στρεφόμενος κατά αυτού απευθείας σύμφωνα με το άρθρο 411 ΑΚ. Το δε έννομο συμφέρον των ασφαλισμένων θεμελιώνεται στο ασφάλιστρο, που καταβάλλει για λογαριασμό τους το σωματείο με χρήματα των μελών του. Όλα τα δικαιώματα των ασφαλισμένων απορρέουν από το ασφαλιστήριο, συνεπώς η ασφαλιστική εταιρία δύναται να προβάλει κατά των ασφαλισμένων τις τυχόν υπάρχουσες κατά του συμβαλλόμενου σωματείου ενστάσεις. Η σύμβαση 48/85 παρέμεινε σε ισχύ μέχρι την 24.04.2013, οπότε παρήλθε τρίμηνο από την κοινοποίηση στο λήπτη της ασφάλισης "Σύλλογο Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΣΕΑΤΕ)" η από 22.01.2013 έγγραφη καταγγελία της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία προέβη στην καταγγελία της σύμβασης, με την αιτιολογία ότι ο λήπτης της ασφάλισης Σύλλογος αφενός είχε σταματήσει να καταβάλει τις εισφορές του ασφαλίστρου από την 01.08.2012, αφετέρου δεν είχε ανταποκριθεί στις εισηγήσεις της για καταβολή έκτακτης εισφοράς για τη διασφάλιση της επάρκειας του διαχειριστικού λογαριασμού. Οι εφεσίβλητοι συνταξιοδοτήθηκαν από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος... Από τους ανωτέρω οι 14η, 16η, 20η, 21η, 26η, 29η, 32ος, 33ος, 34ος, 35ος, 38ος, 39η, 40ος, 41ος, 42ος, 43ος, 44ος, 45η, 49η, 50ος, 52η, 58η, 59η, 60ος, 61ος, 65η, 68η και 69ος συνταξιοδοτήθηκαν μετά την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης (24.04.2013), ήτοι εκτός ισχύος ασφαλιστικής κάλυψης, συνεπώς δεν θεμελίωσαν νόμιμη αξίωση έναντι της ασφαλιστικής εταιρίας για είσπραξη της εφάπαξ χρηματικής παροχής. Οι υπόλοιποι εφεσίβλητοι θεμελίωσαν μεν δικαίωμα λήψης της εφάπαξ χρηματικής παροχής σε χρόνο ισχύος του ομαδικού ασφαλιστηρίου, ωστόσο η ασφαλιστική εταιρία δεν τους κατέβαλε τα αντίστοιχα ποσά λόγω ανεπάρκειας του διαχειριστικού λογαριασμού, καθότι μετά την καταβολή της εφάπαξ χρηματικής παροχής στον τελευταίο λήπτη της Αθανάσιο Δανιήλ, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε στις 02.11.2010 και του οποίου τη συνταξιοδότηση γνωστοποίησε στην Εταιρία ο Συμβαλλόμενος στις 24.02.2011, το υπόλοιπο του διαχειριστικού λογαριασμού ανερχόταν σε 6.787,35 ευρώ, ποσό που παρέμεινε αμετάβλητο μέχρι τη γνωστοποίηση της καταγγελίας (24.01.2013). Εξάλλου, με βάση τον προειρημένο υπό στοιχείο Α) όρο του άρθρου 16 του καταστατικού του εκκαλούντος σωματείου το τελευταίο ανέλαβε τη συμβατική υποχρέωση προς έκαστο δικαιούχο - μέλος του, όπως καταβάλει σε αυτόν την οριζόμενη σε αυτόν τον όρο οικονομική ενίσχυση ως εφάπαξ βοήθημα κατά την αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία και δη κατά τη συνταξιοδότησή του. Ειδικότερα, δυνάμει του προεκτεθέντος άρθρου 16 του καταστατικού του, το εκκαλούν σωματείο ως συνδικαλιστική οργάνωση, σε εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 1264/1982 και προς εκπλήρωση του σκοπού του, που συνίσταται, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία ειδικών κεφαλαίων για την κάλυψη έκτακτων αναγκών των μελών του καθώς και στην αλληλοβοήθεια τους, ανέλαβε την υποχρέωση παροχής εφάπαξ βοηθήματος στα συνταξιοδοτούμενα μέλη του, υπολογιζόμενη με βάση το μηνιαίο μισθό που λαμβάνουν κατά την αποχώρησή τους επί ενός συντελεστή που συμφωνήθηκε κλιμακούμενος με βάση το χρόνο που διατήρησαν την ιδιότητα του μέλους του σωματείου (άρθρο 16 στοιχείο Α). Προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού συστήθηκε "Ειδικός Λογαριασμός", με την πρόβλεψη ότι σε αυτόν θα συγκεντρώνονταν από το σωματείο κεφάλαια, απαρτιζόμενα από ποσοστό έως 50% των μηνιαίων τακτικών εισφορών των μελών, τα οποία παρακρατούνταν απευθείας από τη μισθοδοσία τους διαμέσου της εργοδότριας Τράπεζας (άρθρο 13 στοιχείο Γ καταστατικού και άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 1264/1982). Παράλληλα συμφωνήθηκε η δυνατότητα απεριόριστης μείωσης του ύψους της εφάπαξ ενίσχυσης με απόφαση του Δ.Σ. του σωματείου, σε περίπτωση πρόβλεψης αδυναμίας κάλυψης των οικονομικών ενισχύσεων στο μέλλον (άρθρο 16 στοιχείο Ε). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ότι βάσει των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 16 του Καταστατικού του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος σωματείου οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι δικαιούνταν να λάβουν από αυτό κατά τη συνταξιοδότησή τους οικονομική ενίσχυση υπολογιζόμενη με βάση τη χρονική διάρκεια που υπήρξαν μέλη του σωματείου και τις πλήρεις αποδοχές που λάμβαναν κατά το χρόνο της εξόδου τους, συνακόλουθα υποχρέωσε το εναγόμενο-εκκαλούν να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων- εφεσιβλήτων το αιτούμενο με την αγωγή ποσό. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής του το εκκαλούν σωματείο αποδίδει στην εκκαλουμένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 16 του καταστατικού του σε συνδυασμό με εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ν. 1264/1982, σύμφωνα με την οποία οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, όπως το εκκαλούν σωματείο, μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων έκτακτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους ισχυριζόμενο ότι από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι το ίδιο ευθύνεται για την επίδικη παροχή μόνο δια του Ειδικού Λογαριασμού, που υπάγεται στην έννοια των ειδικών κεφαλαίων της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1264/1982, ως εκ τούτου για όσο διάστημα ο Λογαριασμός παρουσιάζει ανεπαρκές υπόλοιπο δεν μπορεί να θεμελιωθεί αξίωση για την καταβολή των παροχών αυτών από το Σωματείο, καθώς σε καμία περίπτωση δεν καθίσταται υπέγγυα η υπόλοιπη περιουσία αυτού... Οι διαλαμβανόμενοι στους παραπάνω λόγους έφεσης ισχυρισμοί του εκκαλούντος αποδεικνύονται αβάσιμοι για τους ακόλουθους λόγους: Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ιδρύθηκε αλληλοβοηθητικό σωματείο με αυτοτελή νομική προσωπικότητα και ίδια κεφάλαια, ώστε να διαχωριστεί η περιουσία αυτού από την περιουσία του συνδικαλιστικού σωματείου και τα κεφάλαια που τη συγκροτούν να ταχθούν στο σκοπό της χορήγησης βοηθημάτων στα μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου, τα οποία θα είναι ταυτόχρονα και μέλη του εκκαλούντος συνδικαλιστικού σωματείου. Η ευθύνη του εκκαλούντος εδράζεται στη συμβατική ανάληψη της υποχρέωσης καταβολής οικονομικής ενίσχυσης σύμφωνα με το άρθρο 16 στοιχείο Α του καταστατικού του. Στο άρθρο αυτό δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε ρητός ή έμμεσος περιορισμός της ευθύνης του σωματείου έναντι των εξερχόμενων μελών του σε περίπτωση ανεπάρκειας των διαθεσίμων του λογαριασμού διαχείρισης. Σύμφωνα με το καταστατικό του σωματείου η μοναδική συμβατική δέσμευση των μελών του σωματείου στο κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα είναι να αποδεχτούν τον περιορισμό του ποσού της οικονομικής ενίσχυσης που δικαιούνται, όπως προβλέφθηκε στο στοιχείο Ε του άρθρου 16, το οποίο, όμως, απαιτεί την έκδοση σχετικής απόφασης του Δ.Σ. του σωματείου επί εκτάκτων περιστάσεων, απόφαση η οποία δε λήφθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Επιπλέον, οι παροχές του εκκαλούντος συλλόγου προς τα μέλη του υπό τη μορφή της εφάπαξ αποζημίωσης δεν αποτελούν απαγορευμένη διανομή κερδών, αλλά νόμιμες παροχές, ανάλογες ενός εκ των σκοπών για τον οποίο ιδρύθηκε, δηλαδή της αλληλοβοήθειας των μελών του... Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης το εκκαλούν παραπονείται περαιτέρω ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τα άρθρα 411 επ ΑΚ και αυτά της 48/85 ομαδικής ασφάλισης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, ότι με τη 48/1985 σύμβαση επιδιώχτηκε ως δικαιοπρακτικό αποτέλεσμα η διαχείριση των ειδικών κεφαλαίων που είχε δημιουργήσει το σωματείο ως συνδικαλιστική οργάνωση σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1264/1982, χωρίς όμως να μεταβάλλεται το καθεστώς ευθύνης σε σχέση με την επίδικη παροχή, με συνέπεια η ασφαλιστική εταιρία να εκπληρώνει αλλότριο χρέος η επίδικη παροχή να οφείλεται δια του Ειδικού Λογαριασμού και να καταβάλλεται εφόσον αυτός έχει επαρκές υπόλοιπο... Για την εκτίμηση της βασιμότητας του πρώτου σκέλους του προκείμενου λόγου έφεσης χρήζει ερμηνείας ο προεκτεθείς υπό στοιχείο ΣΤ) όρος του άρθρου 16 του καταστατικού του εκκαλούντος σωματείου, καθότι παρουσιάζει κενά και αμφίβολα σημεία αναφορικά με το είδος και την έκταση της ευθύνης του σωματείου έναντι των μελών του ως προς την προβλεπόμενη στον υπό στοιχείο Α) όρο του ίδιου άρθρου εφάπαξ παροχή σε περίπτωση κατάρτισης της αναφερόμενης στον υπό στοιχείο ΣΤ) όρο του ίδιου άρθρου συμφωνίας για "ομαδική ασφάλιση" των μελών του. Από τις εκτεθείσες προβλέψεις του συγκεκριμένου άρθρου του καταστατικού, ερμηνευόμενες με βάση την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικό ήθη (άρθρα 173, 200 ΑΚ), συνάγεται ότι η αληθής έννοια του εν λόγω άρθρου είναι ότι με την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του σωματείου και της ασφαλιστικής εταιρίας δεν επέρχεται απαλλαγή του σωματείου από την υποχρέωση καταβολής οικονομικής ενίσχυσης στα μέλη του κατά τη συνταξιοδότησή τους. Και αυτό, διότι στον υπό στοιχείο Α) όρο του άρθρου 16 του καταστατικού θεμελιώνεται συμβατική υποχρέωση του σωματείου να καταβάλει εφάπαξ βοήθημα σε κάθε δικαιούχο - μέλος του κατά την αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία. Το σωματείο δεν είχε διατηρήσει έναντι των μελών του καμία επιφύλαξη ως προς την υποχρέωση καταβολής του εφάπαξ ποσού, παρά μόνον ως προς τη δυνατότητα μείωσης του ποσού της ενίσχυσης με την ειδική πρόβλεψη έκδοσης σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του, απόφαση η οποία δε λήφθηκε ποτέ. Επιπλέον, η υποχρέωση αυτή αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση και συγκεκριμενοποίηση του ευρύτερου καταστατικού σκοπού του σωματείου, όπως οριοθετήθηκε και στο άρθρο 1 του καταστατικού. Από τη διατύπωση του υπό στοιχείο ΣΤ) όρου του άρθρου 16 προκύπτει ότι δεν προβλέπεται η μεταβίβαση της σχετικής προς παροχή χρηματικής ενίσχυσης υποχρέωσης του σωματείου προς τρίτο πρόσωπο, δηλαδή την ασφαλιστική εταιρία, παρά διακηρύσσεται η διατήρηση της καταστατικής δέσμευσης του ίδιου έναντι των μελών του, ακόμη και σε περίπτωση σύναψης της προβλεπόμενης στο στοιχείο ΣΤ) σύμβασης ομαδικής ασφάλισης. Η επιλογή των συγκεκριμένων λέξεων κατά τη διατύπωση του όρου ΣΤ) δεν κατατείνει σε απαλλαγή του σωματείου από την υποχρέωσή του, αλλά, αντιθέτως σε ενίσχυση της υποχρέωσης αυτής, αφού επί λέξει "Το Δ.Σ. δύναται να συνάψει... ειδική συμφωνία για ομαδική ασφάλιση των μελών του Σωματείου... ώστε, αξιοποιώντας όλα ή μέρος των μέχρι τότε υπολοίπων του ως άνω Ειδικού Λογαριασμού και όλο ή μέρος του 40% των παρακρατούμενων μηνιαίων τακτικών εισφορών, να εξασφαλίσει καλύτερους ή ίσους όρους σε σχέση μ' αυτούς που προβλέπονται στις παραπάνω περιπτώσεις (Α) και (Β)", δηλαδή να σιγουρέψει την καταβολή της παροχής τουλάχιστον στα προβλεπόμενα στον υπό στοιχείο Α) όρο ποσοτικά επίπεδα και "αξιοποιώντας" τις εισφορές, δηλαδή "χρησιμοποιώντας αυτές, ώστε να αποδίδουν όφελος". Για το λόγο αυτό, άλλωστε, η τυχόν επιλεγόμενη ασφαλιστική εταιρία ορίζεται ότι πρέπει να είναι οικονομικά εύρωστη, ώστε να καθίσταται σαφές στα μέλη ότι δεν αναλαμβάνουν τα ίδια τον κίνδυνο της απώλειας του δικαιώματος τους έναντι του σωματείου στην περίπτωση εκμετάλλευσης των εισφορών τους σε αμφίβολης αξιοπιστίας επενδυτικής φύσης εργασίες... Εξάλλου, ο Ειδικός Λογαριασμός, όπως προαναφέρθηκε, δεν απέκτησε νομική προσωπικότητα, αντίθετα, αποτελεί συγκέντρωση περιουσίας που έχει ταχθεί για ορισμένο σκοπό και για το λόγο αυτό τηρείται λογιστικώς χωριστό από την υπόλοιπη περιουσία του σωματείου, ζήτημα που ανάγεται στην εσωτερική λογιστική οργάνωση και λειτουργία του και δεν αφορά στις σχέσεις μεταξύ του σωματείου και των μελών του. Η περιουσία αυτή, επομένως, δεν είναι αποκλειστικό υπέγγυα για τις υποχρεώσεις του σωματείου έναντι των μελών του, όπως διατείνεται το εκκαλούν. Βάσει των ανωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 16 στοιχείο Α του καταστατικού του εκκαλούντος σωματείου δημιουργήθηκε συμβατική υποχρέωσή του να καταβάλει το εφάπαξ βοήθημα σε κάθε δικαιούχο - μέλος του κατά την αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία, με αποτέλεσμα κάθε μέλος του σωματείου, συντρεχούσης στο πρόσωπό του της προαναφερόμενης περίπτωσης, να έχει αγώγιμη αξίωση κατά αυτού, υπολογιζόμενη με βάση το μηνιαίο μισθό που λάμβανε κατά την αποχώρησή του επί ενός συντελεστή που συμφωνήθηκε κλιμακούμενος με βάση το χρόνο που διατήρησε την ιδιότητα του μέλους του σωματείου. Επομένως, το εκκαλούν εξακολουθεί να ευθύνεται έναντι των μελών του για την καταβολή της επίδικης οικονομικής ενίσχυσης και δεν απαλλάχθηκε από αυτήν μετά από τη σύναψη της προειρημένης σύμβασης με την ασφαλιστική εταιρία. Ως εκ τούτου, το ίδιο ευθύνεται για την καταβολή αυτής έναντι των εφεσίβλητων για το σύνολο του συμφωνηθέντος σύμφωνα με το στοιχείο Α του άρθρου 16 του Καταστατικού του ποσού, άρα οι διαλαμβανόμενοι στο πρώτο σκέλος του κρινόμενου δεύτερου λόγου έφεσης ισχυρισμοί του πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος σωματείου κατά της υπ' αριθ. 5644/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτή την από 5.9.2016 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε το αναιρεσείον σωματείο να καταβάλει σε έκαστο από αυτούς τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά. Έτσι που έκρινε το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεχόμενο ότι το αναιρεσείον συνδικαλιστικό σωματείο, το οποίο προς κάλυψη εκτάκτων αναγκών των μελών του και αλληλοβοήθειάς τους, συνέστησε τον "Ειδικό Λογαριασμό", τη διαχείριση του οποίου συμβατικά ανέθεσε δια του υπ' αριθ. 48/1985 ομαδικού ασφαλιστηρίου στην ασφαλιστική εταιρία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", ανέλαβε να καλύψει την παροχή αυτή του εφάπαξ βοηθήματος στα συνταξιοδοτούμενα μέλη του και με την υπόλοιπη περιουσία του, δηλαδή πέραν αυτής του "Ειδικού Λογαριασμού", υποχρεώνοντας έτσι το αναιρεσείον σωματείο να καταβάλει τις αιτούμενες παροχές προς τους αναιρεσίβλητους-μέλη του, ανεξάρτητα της ύπαρξης ή όχι περιουσίας στον "Ειδικό Λογαριασμό", παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του Ν. 1264/1982, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας, σε περίπτωση σύστασης ειδικών κεφαλαίων από συνδικαλιστική οργάνωση για την εξυπηρέτηση απόλαυσης υλικών πλεονεκτημάτων των μελών, η υποχρέωσή της περιορίζεται στα όρια των ανωτέρω ειδικών κεφαλαίων και δεν γεννάται περιουσιακή απαίτηση πέραν των ορίων της οικονομικής επάρκειας του Ειδικού Λογαριασμού ούτε αντιστοίχως ευθύνη του σωματείου-συνδικαλιστικής οργάνωσης. Επίσης, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή το αναιρεσείον σωματείο δυνάμει του προεκτεθέντος άρθρου 16 του καταστατικού του, ως συνδικαλιστική οργάνωση, σε εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 του Ν. 1264/1982, ανέλαβε έναντι των αναιρεσιβλήτων την υποχρέωση παροχής εφάπαξ βοηθήματος, και, στη συνέχεια, επιδίκασε τα αξιούμενα ποσά, χωρίς να διαλαμβάνεται παραδοχή περί επάρκειας του ειδικού λογαριασμού, παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και εκ πλαγίου. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται από το αναιρεσείον στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 560 αριθ. 1 και (κατ' εκτίμηση) 6 ΚΠολΔ ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος. ΙV. Κατ` ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους παριστάμενους διαδίκους και, στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς τους διαδίκους αυτούς για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως Εφετείο δικάζον, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στο αναιρεσείον του καταβληθέντος από αυτό, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης ως προς τους 3ο, 7η, 8η, 9η, 10ο, 16ο, 19ο, 20η, 22η, 24ο, 25ο, 26ο, 27η, 28η, 35ο, 44ο, 45ο, 46η, 47η, 49η, 50η, 51ο, 52ο, 53η, 55η, 56η, 59η, 61ο, 62η, 64η, 67η, 68η, 71η και 75η των αναιρεσίβλητων. Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους. Αναιρεί την υπ' αριθ. 5874/2021 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους παριστάμενους διαδίκους. Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τους ανωτέρω διαδίκους προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στο αναιρεσείον του καταβληθέντος από αυτό παραβόλου. Επιβάλλει στους παριστάμενους αναιρεσίβλητους τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Αυγούστου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ