Αριθμός 1292/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Λυκούδη, Αναστάσιο Λιανό και Γεώργιο Γιαννούλη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαϊου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παναγιώτου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 41/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 236/2007. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, κατά μεν το άρθρο 372 § 1 του ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται θετική ενέργεια του δράστη, που συνίσταται στην αφαίρεση του ξένου κινητού πράγματος από την φυσική εξουσία του κατόχου του και τη δημιουργία φυσικής εξουσίας του δράστη, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος. Κατά δε το άρθρο 374 περ. ε του ίδιου Κώδικα, που αναφέρεται στις διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών... α) ..... β) ..... γ) ...... δ) ..... ε) αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ........ Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 13 εδαφ. στ΄ του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 § 1 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση συγκεκριμένου εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, προκύπτει σκοπός του δράστη προς πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση συγκεκριμένου εγκλήματος προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη αυτού ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήχθησαν αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. 2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 41/2007 αποφάσεως, σε συνδυασμό προς το διατακτικό αυτής, που αλληλοσυμπληρώνονται, τo Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατ' είδος μνημονεύει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Στις 23.10.1999 και περί ώρα 11.30΄, ενώ η υπερήλικας παθούσα .... επέστρεφε από λαϊκή αγορά, που διεξαγόταν στην οδό .... στους ....., στην επί της οδού .... πολυκατοικία, όπου βρισκόταν το διαμέρισμα της, η (αναιρεσείουσα) κατηγορούμενη, με άγνωστη συνεργό της, την εντόπισαν ως εύκολο θύμα, με σκοπό να διαπράξουν κλοπή σε βάρος της. Την πλησίασε η κατηγορουμένη και προθυμοποιήθηκε να τη βοηθήσει να μεταφέρει το καρότσι με τα ψώνια της στο διαμέρισμα της. Ανέβηκαν μαζί στον ανελκυστήρα της πολυκατοικίας μέχρι τον όροφο, όπου βρισκόταν το διαμέρισμα της παθούσας. Μόλις έφτασαν εκεί, η κατηγορούμενη, αντί να αποχωρήσει, προσποιήθηκε αιφνίδια αδιαθεσία (ζάλη) και ζήτησε να πιει νερό. Η ανύποπτη παθούσα προσφέρθηκε να της προσφέρει ένα ποτήρι νερό στην κουζίνα του διαμερίσματός της. Εκεί η κατηγορούμενη, αφού ήπιε το νερό, κάθισε και άνοιξε συζήτηση μαζί της. Μόλις, όμως, βρήκε την ευκαιρία, άνοιξε τη θύρα του διαμερίσματος και η άγνωστη συνεργός της μπήκε κρυφά σε αυτό και κατευθύνθηκε προς την κρεβατοκάμαρα για να αφαιρέσει από την κατοχή της παθούσας κινητά πράγματα με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως τους. Στη συνέχεια η κατηγορούμενη, σύμφωνα με το σχεδιασμό της κλοπής με την άγνωστη συνεργό της, επέστρεψε στην κουζίνα και με τη μέθοδο της απασχολήσεως (συζήτηση) απέσπασε το ενδιαφέρον της παθούσας, δίνοντας έτσι στη άγνωστη συνεργό της την άνεση να αφαιρέσει τα πράγματα της παθούσας. Η άγνωστη συνεργός βρήκε την τσάντα της παθούσας στην κρεβατοκάμαρα και αφαίρεσε από αυτή χρήματα, κινητά πράγματα και βιβλιάρια καταθέσεων κλπ, όπως αυτά περιγράφονται στο διατακτικό. Ακολούθως, αποχώρησε κρυφά από το διαμέρισμα με τα κλοπιμαία, αφήνοντας εκεί την άδεια τσάντα, για να μην υποπτευθεί η παθούσα αμέσως την κλοπή. Στη συνέχεια αποχώρησε και η κατηγορούμενη, αλλά η παθούσα μετά την αποχώρηση της αντιλήφθηκε τη γενόμενη κλοπή και την κατήγγειλε στην Αστυνομία. Η κατηγορούμενη είναι δράστης της πράξης, διότι : α) για την πράξη της κατάθεσε η παθούσα, β) βρέθηκε δακτυλικό της αποτύπωμα στο ποτήρι, από όπου ήπιε νερό, και γ) η ίδια, στην απολογία της, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αρνήθηκε κατηγορηματικά ούτε ότι συνόδευσε την παθούσα στο διαμέρισμα της, ούτε ότι ήπιε νερό εκεί, αλλά αρνήθηκε την κλοπή με υπεκφυγές και αόριστες δικαιολογίες, ο δε αρνητικός της ισχυρισμός, ότι υπήρχε οικιακή βοηθός, η οποία άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και αυτή έφυγε αμέσως, δεν είναι αληθής, διότι η παθούσα δεν είχε οικιακή βοηθό, ούτε υπήρχε εκεί πρόσωπο για να της προσφέρει βοήθεια, αφού, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, το πρόσωπο αυτό θα τη συνόδευε στη λαϊκή αγορά και οπωσδήποτε θα τη βοηθούσε να ανεβάσει το καρότσι το διαμέρισμα της. Η κατηγορούμενη τέλεσε την πράξη της κλοπής, κατά συναυτουργία, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της τέλεσης κλοπής κατ' επάγγελμα και συνήθεια, διότι : α) με θετική ενέργεια αφαίρεσε από την κατοχή της παθούσας ξένα ολικά κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, β) αυτή και η επίσης αθίγγανη άγνωστη συνεργός της ενήργησαν από κοινού, με άμεση σύμπραξη αυτής και εκείνης στην τέλεση του εγκλήματος κλοπής, το οποίο διέπραξαν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφαση, την οποίαν έλαβαν πριν από την πράξη τους, ώστε καθεμία τους να θέλει την τέλεση της και να αναγνωρίζει ότι και η άλλη ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και να θέλει να ενώσει τη δράση της με τη δράση της άλλης, αδιάφορα αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος δεν τελέστηκε από αυτές με τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια, αλλά αρκεί ότι αμφότερες τελούσαν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος, δ) είναι πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, τη δε ανωτέρω κλοπή δεν την τέλεσε ευκαιριακώς, αλλά 1) με βάση συγκεκριμένο σχέδιο, όπως αυτό προκύπτει από την υποδομή που είχε διαμορφώσει (συστηματική παρακολούθηση της παθούσας, επιλογή της ως εύκολου θύματος, κατάστρωση σχεδίου απασχόλησης του θύματος από αυτή προς διάπραξη της κλοπής) και την οργανωμένη ετοιμότητά της με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, από τα οποία προκύπτει σκοπός της προς πορισμό εισοδήματος για το βιοπορισμό της, και 2) κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής (είχε διαπράξει και άλλη κλοπή, για την οποία έχει κηρυχθεί ένοχη), προκύπτει σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς της. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο, που δίκασε, κήρυξε την κατηγορούμενη ένοχη της διακεκριμένης κλοπής του άρθρου 374 περ. ε του ΠΚ, την οποία τέλεσε από κοινού με άλλο πρόσωπο, και, αφού αναγνώρισε σε αυτή την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 ε του άνω Κώδικα, επέβαλε σε αυτόν ποινή κάθειρξης τεσσάρων (4) ετών. 3. Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, τόσο ως προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της πράξεως της κλοπής, όσο και ως προς την επιβαρυντική περίσταση, που προσδίδει στην διαπραχθείσα κλοπή κακουργηματικό χαρακτήρα, αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη ήταν πρόσωπο που διέπραττε κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον την επίμαχη κλοπή δεν την τέλεσε ευκαιριακώς, αλλά κατ' επάγγελμα "με βάση συγκεκριμένο σχέδιο, έχοντας διαμορφώσει ανάλογη υποδομή (συστηματική παρακολούθηση παθούσας, επιλογή της ως εύκολου θύματος, κατάστρωση σχεδίου απασχόλησης του θύματος προς διάπραξη της κλοπής) και βρισκόμενη σε οργανωμένη ετοιμότητα με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, από τα οποία προκύπτει σκοπός της προς πορισμό εισοδήματος για το βιοπορισμό της", και κατά συνήθεια, "αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής (είχε διαπράξει στο παρελθόν και άλλη κλοπή, για την οποία είχε καταδικαστεί), προκύπτει σταθερή ροπή της προς διάπραξη του εγκλήματος της κλοπής ως στοιχείο της προσωπικότητάς της". Στις παραδοχές δε αυτές δεν αποτελεί αντίφαση η αναγνώριση σε αυτή από το δικάσαν Εφετείο του ελαφρυντικού, ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη της σύμφωνα με το άρθρο 84 § 2 ε του ΠΚ, αφού η παραδοχή τέτοιου ελαφρυντικού, αφορώσα συμπεριφορά της αναιρεσείουσας σε χρόνο μεταγενέστερο από τη διάπραξη της κλοπής, ουδόλως αποκλείει την τέλεση αυτής από πρόσωπο που διαπράττει, όπως η κατηγορούμενη, κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Επομένως, ο προβαλλόμενος από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ΄ πρώτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος. 4. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 50 § 4 του ν. 3.160/2003, προβλεπόταν ως λόγος αναιρέσεως της απόφασης η μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου, που προέβλεπε και τιμωρούσε την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αλλά με την αναφερθείσα τροποποιητική διάταξη η περίπτωση αυτή του λόγου αναίρεσης καταργήθηκε. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 514 του άνω Κώδικα, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 § 7 του ανωτέρω ν. 3.160/2003, ο Άρειος Πάγος παραθέτει αυτεπαγγέλτως το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου, που εφαρμόστηκε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτό δεν έχει παρατεθεί ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα σε αυτή. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για λαθεμένη παράθεση του άρθρου του ΠΚ, που τιμωρεί την πράξη για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα (άρθρο 374 § 2 δ αντί του ορθού 374 περ. ε ΠΚ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, το δε Δικαστήριο τούτο παραθέτει αυτεπαγγέλτως σε αυτή το ορθό άρθρο 374 περ. ε ΠΚ, αλλά και το σχετικό με την έννοια της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του εγκλήματος άρθρο 16 στοιχ. στ του ιδίου Κώδικα. 5. Επειδή, μετά από όλα αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατουσίαν αβάσιμη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 41/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 11 Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ