Αριθμός 1870/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΑΞΟΥ & ΜΙΚΡΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ" και ΑΦΜ 997558031, που εδρεύει στη Χώρα Νάξου και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καραμπίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου Α. Β. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλομοίρα Πολυκρέτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-6-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 30-6-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 21/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 79/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Νάξου, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και το Δικαστήριο κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Με την ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η από 22-10-2018 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτός είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητά του αφενός μεν σε τμήμα ακινήτου εμβαδού 26,70 τ.μ., αφετέρου δε σε τμήμα κοινοτικού δρόμου και σε ευρισκόμενο στο τμήμα αυτό πηγαδιού, τα οποία τμήματα, που βρίσκονται στην Κοινότητα ..., κατά τους ισχυρισμούς του, κατέλαβε η εναγομένη, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το πρώτο αίτημά της και ως αόριστη ως προς το δεύτερο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με αυτήν του άρθρου 559 αρ. 19 ιδίου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, οπότε πρόκειται για "ανεπαρκή αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε πρόκειται για "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 15/2006, Ολ ΑΠ 1/1999). Προϋπόθεση, όμως, του παραδεκτού του λόγου αυτού είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή, ένσταση κλπ.) κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή νόμω αβάσιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 181/2023, ΑΠ 1869/2022, ΑΠ 135/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου παραβίασε εκ πλαγίου τις επικαλούμενες στην απόφαση διατάξεις των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 ΑΚ, καθώς περιέλαβε σε αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες. Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του όλου περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να ερευνήσει την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της. Επομένως, δεν ιδρύεται εν προκειμένω ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί για το λόγο αυτό ως απαράδεκτος. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43. 7, ν.2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου, με την οποία κυρώνονταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξης άλλης διαφορετικής κατάστασης. Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία (ΑΠ 985/2019, ΑΠ 157/2009), με την προϋπόθεση, όμως, ότι τα περιστατικά αυτά να έχουν ολοκληρωθεί έως την έναρξη ισχύος του ΑΚ (ΑΠ 1905/1988, ΑΠ 262/1987). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ.4 και 216 παρ.1 α' ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής, μεταξύ των άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, η δε έλλειψη ή ανεπαρκής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, καθιστά την αγωγή αόριστη. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και συνακόλουθα και κατά το άρθρο 560 αρ. 1 του ίδιου Κώδικα όταν πρόκειται για αναίρεση κατά απόφασης του ειρηνοδικείου, καθώς και κατά απόφασης του πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης του ειρηνοδικείου, συντρέχει δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο αυτής (αγωγής) δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του. Η ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και συνακόλουθα από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ίδιου κώδικα , η δε ποιοτική με βάση τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, η οποία όμως δεν περιλαμβάνεται στους λόγους αναίρεσης κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων που προβλέπονται περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 299/2020, ΑΠ 886/2018, 1106/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 22-10-2018 ένδικη αγωγή του, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων Δήμος εξέθετε ότι στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ... και συγκεκριμένα στη Μέση Ποταμιά, έχει στην κυριότητά του το περιγραφόμενο ακίνητο, εμβαδού 66 τ.μ., από το οποίο η εναγομένη-αναιρεσίβλητη κατέλαβε τμήμα αυτού εμβαδού 26,70 τ.μ., ενώ προεξέτεινε κατά 60 εκατοστά την περίφραξη του ακινήτου της καταλαμβάνοντας τμήμα του κοινοτικού δρόμου μαζί με ένα κοινοτικό πηγάδι, το οποίο μπάζωσε και έκλεισε. Ότι τόσο το ανωτέρω ακίνητο των 66 τ.μ., όσο και ο κοινοτικός δρόμος με το πηγάδι κατέστησαν κοινόχρηστα δια της από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, καθώς η γενιά ανθρώπων που ζούσε κατά την εισαγωγή του ΑΚ και αυτή που αμέσως προηγήθηκε, κάθε μιας από αυτές διάρκειας σαράντα ετών, δεν γνώριζαν διαφορετική κατάσταση ως προς τη χρήση των ανωτέρω κοινόχρηστων ακινήτων. Με αυτά τα δεδομένα ζήτησε με την αγωγή να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στα ανωτέρω επίδικα τμήματα. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία που αξιώνονται από τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου που αναφέρθηκαν ανωτέρω, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τη δικαστική εκτίμηση αυτής και είναι ορισμένη ως προς την κύρια βάση της, τη στηριζόμενη στην αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα και την δυνάμει αυτής κτήσης της ιδιότητας των επιδίκων ακινήτων ως κοινοχρήστων, καθώς εκτίθεται σ' αυτήν ότι δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων, κάθε μία από τις οποίες εκτείνεται σε χρόνο διάρκειας σαράντα ετών, που είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ΑΚ (23-2-1946), δεν γνώριζαν διαφορετική κατάσταση ως προς τη χρήση των επιδίκων ως κοινοχρήστων. Επομένως, το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατ' αυτεπάγγελτη ενέργεια, και όπως οι ειδικότερες παραδοχές του θα εκτεθούν στη συνέχεια, ότι η αγωγή ως προς την εν λόγω κύρια βάση της είναι αόριστη, επειδή, όπως δέχθηκε, γίνεται αναφορά σ' αυτήν σε μία και όχι σε δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων πριν την εισαγωγή του ΑΚ και απέρριψε την αγωγή για το λόγο αυτό ως απαράδεκτη, εσφαλμένα εκτίμησε την αγωγή και τα εκτιθέμενα σε αυτήν περιστατικά που επικαλέστηκε ο ενάγων για τη θεμελίωση του κοινόχρηστου χαρακτήρα των επιδίκων ακινήτων και συνακόλουθα παραβίασε τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, αληθώς από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 5 του ίδιου άρθρου, όπως θεωρεί ο αναιρεσείων, είναι βάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 369, 966-968, 972, 1033, 1192 εδ. α' και 1188 ΑΚ προκύπτει ότι για να επέλθει απώλεια της κυριότητας ακινήτου με παραίτηση (εγκατάλειψη) ή και με σκοπό να καταστεί τούτο κοινόχρηστο, απαιτείται μονομερής, μη απευθυντέα, δικαιοπραξία, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή, διότι αποτελεί κατάργηση κυριότητας επί ακινήτου (ΑΠ 1836/2022, ΑΠ 33/2016, ΑΠ 308/1997). Περαιτέρω, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω κατά την έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου, η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 και 560 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική θεμελίωση αυτής, αξίωσε περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή αν, αντιθέτως, αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΑΠ 732/2018). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εσφαλμένο αιτιολογικό υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται εδώ η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης που ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ ΑΠ 6/2019, Ολ ΑΠ 32/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης από 22-10-2018 αγωγής, ο αναιρεσείων, όσον αφορά το πρώτο από τα επίδικα ακίνητα, εμβαδού 26,70 τ.μ., θεμελίωσε την αγωγή του και τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του ακινήτου αυτού, και σε επικουρική βάση, εκθέτοντας συγκεκριμένα σε αυτήν τα ακόλουθα: "Επικουρικά, ο κοινόχρηστος χαρακτήρας προήλθε από την κοινή ως άνω χρήση με την ανοχή ή κατ' επιθυμία των πρώην ιδιοκτητών (ΕΝΣΤΑΣΗ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΟΛΟΥ άρθρ. 281 ΑΚ), οι οποίοι είχαν παραιτηθεί από την κυριότητα του χώρου αυτού προκειμένου να περιέλθει στην κοινή χρήση". Η επικουρική αυτή βάση της αγωγής ήταν αόριστη και συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν εξέθετε σ' αυτήν, σύμφωνα και με την αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, ποιοι ήταν οι πρώην ιδιοκτήτες του ακινήτου αυτού, πότε εκδήλωσαν την ανοχή τους ή την επιθυμία τους για κοινή χρήση του ακινήτου ή αν αυτοί παραιτήθηκαν από την κυριότητά του ώστε αυτό να περιέλθει στην κοινή χρήση με συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή της. Το, ως Εφετείο, δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμο της αγωγής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων δεν αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής τον τρόπο κτήσης της ιδιότητας του ασκεπούς χώρου-πλατείας, αλλά και του έτερου επίδικου χώρου, ήτοι του κοινοτικού δρόμου και του πηγαδιού, ως κοινοχρήστων, ήτοι δεν αναφέρει την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες της Κοινότητας ... και την δυνάμει αυτής κτήση της ιδιότητας της πλατείας και της οδού ως κοινής χρήσης και ότι πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) δύο (και όχι μία) συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώριζαν διαφορετική κατάσταση του εν λόγω πράγματος από την κοινοχρησία. Η παράλειψη αυτή καθιστά την αγωγή του αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, τόσο ως προς την κύρια, όσο και ως προς την επικουρική της βάση". Δέχθηκε, δηλαδή, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της απόφασής του, ότι η αγωγή, αναφορικά με το πρώτο επίδικο ακίνητο, εμβαδού 26,70 τ.μ. και τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του, τόσο ως προς την κύρια, όσο και ως προς την ανωτέρω επικουρική της βάση (δεδομένου ότι για το δεύτερο επίδικο ακίνητο, ήτοι του κοινοτικού δρόμου και του πηγαδιού, δεν περιλαμβάνεται στην αγωγή επικουρική βάση για την κτήση της ιδιότητας αυτού ως κοινοχρήστου, πέραν της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας), στηρίζεται συλλήβδην στην αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα. Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε την αγωγή και τα εκτιθέμενα σε αυτήν περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση της επικουρικής βάσης της αγωγής του. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, ορθώς μεν κατ` αποτέλεσμα αποφάνθηκε και σε ορθό διατακτικό οδηγήθηκε, δεχόμενο ότι η εν λόγω επικουρική βάση είναι αόριστη, κρίνοντας ακολούθως την αγωγή απορριπτέα και ως προς την επικουρική της βάση ως απαράδεκτη. Η αιτιολογία, όμως, με την οποία απορρίφθηκε η επικουρική αυτή βάση είναι εσφαλμένη. Και, τούτο, διότι, η βάση αυτή ήταν αόριστη για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω και όχι για τους λόγους που δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο. Ως εκ τούτου, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι και η επικουρική βάση της αγωγής στηρίζεται στην αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, πρέπει ν` απορριφθεί, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 578 ΚΠολΔ. Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ακόλουθες διατάξεις: Α) τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 25/28-11-1929, καθώς και εκείνη του άρθρου 4 Ν. 3155/1955, με τις οποίες, μη προβλεπομένου ειδικού τρόπου αφιέρωσης στην κοινή χρήση των οδών, η εν λόγω αφιέρωση συντελείται με την εν τοις πράγμασι κοινοχρησία τους, Β) τις προβλέπουσες το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, οι οποίες κρίθηκαν εσφαλμένα από το δικάσαν δικαστήριο της ουσίας ως εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, ενώ η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής τους δεν είναι εν προκειμένω αναγκαία, λόγω της ρύθμισης της αφιέρωσης στην κοινή χρήση των δρόμων δυνάμει του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 25/28-11-1929, Γ) τις διατάξεις των άρθρων 369 και 1033 ΑΚ περί της μεταβίβασης της κυριότητας ή της παραίτησης από αυτήν με δικαιοπραξία εν ζωή ως τρόπου καθιέρωσης κοινοχρησίας, τρόπου όμως μη αναγκαίου, προκειμένου περί κοινοχρησίας οδού, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις και Δ) τη διάταξη του άρθρου 28 Ν. 1337/1983, η οποία προβλέπει την αφιέρωση στην κοινή χρήση ατύπως, με σιωπηρή παραίτηση του κυρίου της εφιερούμενης εδαφικής λωρίδας από το ιδιοκτησιακό του δικαίωμα πάνω σε αυτήν, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 369 ΑΚ. Ο λόγος αυτός, όσον αφορά τις ανωτέρω υπό στοιχεία Α' και Δ' μερικότερες αιτιάσεις, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή δεν εισήχθη προς κρίση με βάση τις αναφερόμενες στις αιτιάσεις αυτές διατάξεις. Όσον αφορά δε τις υπό στοιχεία Β' και Γ' μερικότερες ως άνω αιτιάσεις, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι προβάλλεται εντελώς αντιφατικά σε σχέση με το πιο πάνω δεύτερο λόγο αναίρεσης (η υπό στοιχείο Β' αιτίαση), καθώς και με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης (η υπό στοιχείο Γ' αιτίαση). Κατά συνέπεια και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 21/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου κατά το αναφερόμενο πιο πάνω κεφάλαιό της, ήτοι την κύρια βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, προς περαιτέρω εκδίκαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδ. με το άρθρο 22 παρ. 1 N. 3693/1957 (ΑΠ 1325/2022, ΑΠ124/2021, ΑΠ 682/2020), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Σημειωτέον ότι ο αναιρεσείων Δήμος, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δεν ήταν υποχρεωμένος και δεν κατέβαλε το κατά το άρθρο 495 παρ. 3 παράβολο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 21/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου κατά το κεφάλαιό της, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλο από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ