Αριθμός 1085/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... και τον διακριτικό τίτλο ... η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Τζουμάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3373/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-11-2022 αίτησή του και τους από 10-2-2023 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 4.11.2022 με αριθμό κατάθεσης 8674/966/4.11.2022 αίτηση του ενάγοντος Ν. Α., για αναίρεση της 3373/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10.10.2019 έφεσή του (ενάγοντος), δέχτηκε κατ' ουσίαν την αντίθετη από 11.9.2019 έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την 125/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε κατ' ουσία την από 16.3.2018 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, ο αναιρεσείων άσκησε τους από 10.2.2023 παραδεκτούς και εμπρόθεσμους πρόσθετους λόγους αναίρεσης (ΚΠολΔ 569), δεδομένου ότι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ. την 36/10.2.2023 κατάθεση πρόσθετων λόγων της Γραμματείας του Αρείου Πάγου) και επιδόθηκαν στην καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι πριν από την ίδια ανωτέρω προθεσμία (βλ. την 463Δ/10.2.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Κ.). Πρέπει επομένως, κατ' άρθρ. 246 ΚΠολΔ, να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 16.3.2018 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι σε συνεργασία με τη συνεργάτιδά του δικηγόρο Βασιλική Αλιμπέρτη, ανέλαβε το χειρισμό νομικών υποθέσεων της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, που εν γνώσει του κοινού χειρισμού των υποθέσεων, τιμολογούσε το σύνολο των αμοιβών και των εξόδων στο όνομα της εναγομένης, η οποία στη συνέχεια, κατά την ειδικότερη άτυπη συμφωνία του με το νόμιμο εκπρόσωπό της, του κατέβαλε το ποσό της αμοιβής και των εξόδων, με την έκδοση από τον ίδιο των σχετικών τιμολογίων στο όνομά της (εναγομένης), στο τέλος εκάστου έτους, με δικαίωμα της εναγομένης να αμφισβητήσει το ύψος των νομικών υπηρεσιών εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών, άλλως, όπως είχε συμφωνηθεί, η εναγομένη θα θεωρείτο ότι αποδέχεται το ύψος των παρεχόμενων νομικών υπηρεσιών. Ότι μολονότι ο ενάγων εξέδωσε τα αναλυτικά αναφερόμενα στη αγωγή τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά αμοιβών και εξόδων, που ανέλαβε ο ίδιος για το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 έως 31.12.2015, οπότε διακόπηκε η συνεργασία του με την εναγομένη, η τελευταία δεν του κατέβαλε τα αναλυτικά αναφερόμενα για κάθε τιμολόγιο ποσά, συνολικού ύψους 49.261,50 ευρώ. Ότι η οφειλή της εναγομένης διαμορφώθηκε στο ποσό των 26.751,88 ευρώ, κατόπιν έκπτωσης συνολικού ποσού 21.681,30 ευρώ που κατέβαλε η εναγομένη και ποσού 1.150 ευρώ που αφορά παρακράτηση και απόδοση φόρου εκ 20% στην αρμόδια ΔΟΥ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 26.751,88 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 125/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 19.371,88 ευρώ, κήρυξε δε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 10.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής, άσκησαν οι αντίδικοι εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθ. 3373/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος και έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση της εναγομένης, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσίαν η άνω αγωγή, η οποία και απορρίφθηκε τελικά ως ουσία αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και πρόσθετους λόγους. Κατά το άρθρο 559 αρ.11α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 2/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ.2, 339, 409 παρ.1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι` αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανίκανου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διάδικου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού. Τούτο συνάγεται, κυρίως, από το ως άνω άρθρο 415 ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους. Η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατόν να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διάδικου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη (Ολ.ΑΠ 1328/1977, ΑΠ 76/2021, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 1274/2019). Κατά συνέπεια, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 717/2020, ΑΠ 1192/2018, ΑΠ 1325/2017, ΑΠ 397/2016, ΑΠ 1080/2015). Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του λόγου, ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ότι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά. Άρα ένορκη βεβαίωση ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ιδίου του διαδίκου ή του νόμιμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά το χρόνο της ένορκης βεβαίωσης ή κατάθεσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαίωσης (ή κατάθεσης) ως ανυπόστατης. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθ.11 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα αν προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 894/2021, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 2076/2017). Εξάλλου, με τις διατάξεις του ν. 2190/20, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 3604/2007, ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας και ορίζεται, με το άρθρο 18 παρ. 1, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως. Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. α του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν.δ. 4237/1962, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επίτευξη του σκοπού της, ενώ κατά την παρ. 3 εδ. α του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 ν. 3604/2007, επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 Α.Κ., προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτή αλλά όργανό της. Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσωπήσεως της ανώνυμης εταιρείας και διαχειρίσεως της περιουσίας της επιτρέπεται κατά τις πιο πάνω διατάξεις να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου, είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας που εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό. Για το λόγο αυτό ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ίδιος με το δεσμό του διοικητικού συμβουλίου με αυτήν και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου (ΑΠ 69/2021, ΑΠ 1085/2019, ΑΠ 541/2018, ΑΠ 472/2016, ΑΠ 1827/2012). Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του Δ.Σ. διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ. και 713 επ. Α.Κ., καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά ενεργούν, ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο (ΑΠ 1171/2019, ΑΠ 1085/2019, ΑΠ 148/2013). Σύμφωνα με τα παραπάνω, τα υποκατάστατα όργανα, ανεξαρτήτως αν προέρχονται από το διοικητικό συμβούλιο ή όχι εξομοιώνονται από κάθε άποψη αρμοδιοτήτων, εξουσιών και ευθύνης και, συνεπώς, δεν μπορεί να είναι μάρτυρας ή να βεβαιώνει ενόρκως ο τρίτος, υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, αφού ενεργεί και εκπροσωπεί την εταιρεία ως όργανο αυτής, ασχέτως αν ενεργεί ατομικά ή από κοινού με άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Συνεπώς, επί πλειόνων αντιπροσώπων ή συλλογικής εκπροσώπησης η απαγόρευση μαρτυρίας καταλαμβάνει το σύνολο των ασκούντων την εκπροσώπηση, όπως απορρέει και από την τελολογική ερμηνεία της ως άνω διάταξης, διαφορετικά το μεν ένα πρόσωπο που είναι μέλος του Δ.Σ. μιας ανώνυμης εταιρίας, να εξετάζεται ως διάδικος, το δε άλλο που εκπροσωπεί από κοινού την τελευταία ως συμπράττων σύμβουλος, που δεν είναι τυπικά μέλος του Δ.Σ. αυτής, να εξετάζεται ως μάρτυρας ή ως ενόρκως βεβαιώσας, πράγμα ασύμβατο με το σκοπό της ανωτέρω διατάξεως. (ΑΠ 887/2022, 76/2021, 894/2021, 717/2020). Βέβαια κατά τη διάταξη του άρθρου 671 παρ.1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατ` άρθρο 674 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και στην κατ` έφεση δίκη, το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Η απόκλιση, όμως, αυτή δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του κατά τη διαδικασία αυτήν και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, η από το Δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. (ΑΠ 887/2022, ΑΠ 894/2021, ΑΠ 1080/2015, ΑΠ 715/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και την ένορκη κατάθεση της εξετασθείσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με επιμέλεια της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, μάρτυρος Ε. Β., παρά το ότι ο αναιρεσείων με την προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά και με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, ισχυρίσθηκε ότι η ανωτέρω ένορκη κατάθεση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη, ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι η μάρτυρας ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της της εναγομένης, ασκώντας, ως μέλος του Δ.Σ της εναγομένης, τις εκπροσωπευτικές και διαχειριστικές αρμοδιότητες, δηλαδή είχε οργανική εκπροσωπευτική εξουσία. Προς τούτο επικαλέστηκε και προσκόμισε το 12286/31.8.2016 έγγραφο του ΓΕΜΗ, στο οποίο είχε καταχωρηθεί το σχετικό από 1.7.2016 πρακτικό του Δ.Σ της αναιρεσίβλητης. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς ειδική προς τούτο αιτιολογία, έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος. Από την επιτρεπτή επισκόπηση του ανωτέρω εγγράφου του ΓΕΜΗ, το οποίο παραδεκτά με επίκληση προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι στις 31.8.2016 καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ το από 1.7.2016 πρακτικό του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το οποίο η μάρτυρας Ε. Β. είναι μέλος του Δ.Σ της αναιρεσίβλητης και συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω στην νομική σκέψη, η ένορκη κατάθεσή της στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου, αποτελούσε ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Επομένως, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένορκη κατάθεση και μάλιστα παρά την υποβληθείσα από τον αναιρεσείοντα σχετική ένσταση, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.11α' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ως εκ τούτου, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση των λοιπών (ΑΠ 8/2023). Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3373/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ΕΥΡΩ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ