Αριθμός 1109/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρίκα Γερασίμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Α. Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Στυλιανή Γκούμα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 415/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 12.4.2021 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 124/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου , με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 415/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης, και διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά το άρθρο 967 ΑΚ μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός. Είναι δε αιγιαλός, κατά τον ορισμό που δίνει το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 " περί αιγιαλού και παραλίας" που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί κατά το άρθρ. 34 παρ. 2 του ν. 2971/2001 παρ. 1 του ν. 2971/2001 να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή αυτές για τις οποίες η έκθεση της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα χάραξής τους συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19.12.2001, "η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της". Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα, όχι όμως και από τις έκτακτες πλημμύρες. Αν ο αιγιαλός μετατοπιστεί είτε από φυσικά αίτια (προσχώσεις) είτε από τεχνικά (επιχωματώσεις) και παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμερίου κύματος, η ζώνη της ξηράς, που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλιότερα υφιστάμενου αιγιαλού, ονομάζεται παλαιός αιγιαλός (βλ. άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 2971/2001). Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού από τη διοικητική επιτροπή, που προβλέπεται στα άρθρα 3 και 5 του ν. 2971/2001, με απόφαση της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή δεν είναι έδαφος βρεχόμενο από τις μεγαλύτερες αναβάσεις των θαλασσίων κυμάτων. Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 17 του Συντάγματος που προστατεύει την ιδιοκτησία. Έτσι το τμήμα γης που συμπεριλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού χωρίς να είναι πράγματι αιγιαλός δεν αποχαρακτηρίζεται μεν ως αιγιαλός, λογίζεται όμως κατά το άρθρ. 4§1 του α.ν. 2344/1940 ότι κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέο υπέρ του Δημοσίου συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος της επιτροπής καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού. Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση όχι της διοίκησης αλλά του τακτικού Δικαστηρίου, το οποίο δε δεσμεύεται από την έκθεση και το διάγραμμα της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, τα οποία και εκτιμά ως δικαστικά τεκμήρια.(ΑΠ. 851/2022, ΑΠ 598/2016, ΑΠ. 38/2015). Εξάλλου, ο αιγιαλός, η παραλία, η όχθη και η παρόχθια ζώνη είναι πράγματα κοινόχρηστα και ανήκουν κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΚ 968 και άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2971/2001), αλλά και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου (ν. 93 βασ. Ββ, ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" της 10-7-1837), ενώ κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ο παλαιός αιγιαλός και η παλαιά όχθη ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και καταγράφονται ως δημόσια κτήματα. (ΑΠ 851/2022, ΑΠ 712/2020). Η κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής. Επομένως, ο αιγιαλός, έστω και αν απολέσει το χαρακτήρα του και καταστεί παλαιός αιγιαλός, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου (βλ. και άρθρο 2 παρ. 5 ν. 2971/2001) περιέρχεται όμως στην ιδιωτική περιουσία αυτού. (ΑΠ. 712/2020, ΑΠ 283/2019). Ο ισχυρισμός ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού και ότι επομένως δεν μπορεί να περιέλθει στην κυριότητα ιδιώτη συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, η οποία είναι ορισμένη με μόνη την επίκληση ότι το διεκδικούμενο είναι αιγιαλός ή παλαιός αιγιαλός. (ΑΠ 1141/2019, 217/2019). Περαιτέρω, επί δημοσίων κτημάτων ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ` άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής, πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν.10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ιδικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ. και τις διατάξεις του ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (41.3), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), ν.2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις" επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ.9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τη 16-5-1926 και αφ` ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 ΕισΝ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ` αυτά. (ΑΠ 1527/2022, ΑΠ 1340/2021). Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο, που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017, ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελ...να πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019 ). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της τελεσίδικης 124/2019 αποφάσεως, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου που την εξέδωσε, μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως ενώπιόν του δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "... Με την υπ' αρ. 2037/5.11.1990 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ Δ' 646/15.11.1990, επικυρώθηκε η από 23/10/1990 έκθεση της νομίμως συσταθείσας Επιτροπής Καθορισμού των Ορίων Αιγιαλού και Παραλίας στην περιοχή ... Κορινθίας, με την οποία καθορίστηκε αιγιαλός, ζώνη παραλίας και παλαιός αιγιαλός. Ο καθορισμός έγινε επί των από μηνός Ιουνίου 1986 τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος που συντάχθηκε από την τοπογραφική υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας Ν. Κορινθίας και έχει θεωρηθεί από τον Δ/ντή της τοπογραφικής Υπηρεσίας Ε. Μ. τον Ιούνιο του 1986 και συγκεκριμένα επί των διαγραμμάτων αυτών με κόκκινη γραμμή καθορίστηκαν τα όρια του αιγιαλού, με κίτρινη γραμμή τα όρια της παραλίας και με μπλε γραμμή τα όρια του παλαιού αιγιαλού. Για τον προσδιορισμό των ορίων του παλαιού αιγιαλού αναφέρεται στην έκθεση ότι λήφθηκε υπόψη η "τοποθέτηση των ορίων τούτων από την επιτροπή του 1936". Στον ... Ν. Κορινθίας ο καθορισμός του Αιγιαλού έγινε βάσει των ορίων που είχε καθορίσει η αντίστοιχη επιτροπή του 1936. Στο από Ιανουαρίου 1936 διάγραμμα που συντάχθηκε από τον μηχανικό Π. η γραμμή του παλαιού αιγιαλού περιγράφεται ως "όριον καταπατημένης εκτάσεως Δημοσίου", εντός της οποίας αποτυπώνονται τα δημόσια κτήματα μεταξύ των οποίων και ο αγρός 5. Σύμφωνα με το από 2.4.1937 Πρωτόκολλο Καταμέτρησης και Εκτίμησης, καταγράφηκε ως Δημόσιο κτήμα στην παραλία ... ο με αρ. 5 αγρός συνολικού εμβαδού 1495 τ.μ. οριζόμενος: ανατολικά σε πλευρά 60 μ με αγρό 4, δυτικά σε πλευρά 62 μ, με αγροτική οδό και μεσημβρινά σε πλευρά 25 μ με γραμμή παλαιού χειμερίου κύματος. Στο ως άνω Πρωτόκολλο ενσωματώνεται το θεωρημένο τον Ιούνιο 1937 σχεδιάγραμμα του τότε Προϊσταμένου του Τοπογραφικού Τμήματος Κ. Δ., που απεικονίζει το εν λόγω κτήμα ως ευρισκόμενο μεταξύ παλαιού αιγιαλού και αγροτικής οδού, σύμφωνα δε με το Βιβλίο Καταγραφής Δημοσίων Κτημάτων, το ακίνητο αυτό εντάχθηκε με Α.Β.Κ ….. Ήδη κατά την καταγραφή του ανωτέρω αγρού ως Δημοσίου Κτήματος βρέθηκε αυτό ως παρανόμως και αυθαιρέτως κατεχόμενο μετά το 1926 από τον Γ. Λ. και προς τούτο το Ελληνικό Δημόσιο προέβη στις νόμιμες ενέργειες έναντι αυτού (Γ. Λ.), ώστε να αρθεί η διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση της αυθαίρετης και παράνομης κατοχής. Συγκεκριμένα, εκδόθηκε το από 19.2.1940 Πρωτόκολλο Γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής του άρθρου 5 του Ν. 5895, σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή γνωμοδότησε να καθοριστεί το πρόστιμο αυθαίρετης χρήσης σε βάρος του Γ. Λ. στο ποσό των 200 δρχ ετησίως για το διάστημα από 1.4.1933 έως 31.3.1940. Το εν λόγω Πρωτόκολλο εγκρίθηκε με το αριθ. ... έγγραφο του τότε Νομάρχη και επιδόθηκε στον Γ. Λ. στις 11.6.1940. Την ίδια ημέρα επιδόθηκε στον Γ. Λ. η από 2.5.1940 πρόσκληση του Οικ. Εφόρου Κορινθίας, με την οποία καλούνταν να υποβάλει αίτηση εξαγοράς. Στη συνέχεια υπεβλήθη από τον Γ. Λ. η από 20/6/1940 αίτηση εξαγοράς η οποία εγκρίθηκε με την από 26/8/1940 απόφαση Υπουργείου Οικονομικών, χωρίς όμως να ολοκληρωθεί η εξαγορά του ως άνω καταγραφέντος αγρού ως δημοσίου κτήματος, όπως δεν απέδωσε και η δημοπρασία της ευρύτερης περιοχής, η οποία ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο ως παλαιός αιγιαλός, η οποία αποφασίστηκε από τον Οικονομικό Έφορο Κορινθίας, προϊστάμενο τότε της Δ/νσης Δημοσίων Κτημάτων, με τις υπ'αρ. Δηλώσεις του Οικονομικού εφόρου 7179/12.7.1937 και την 11830/15.12.1937 για επαναληπτική δημοπρασία που δεν απέδωσε και 8/1938 για επαναληπτικές δημοπρασίες που επίσης δεν απέδωσαν. Ακολούθως, στα πλαίσια του Ν. 2308/1995 περί Εθνικού Κτηματολογίου, υπεβλήθηκε η υπ'αριθ. πρωτοκ. 12203/9.10.2001 δήλωση, συνοδευόμενη από το Βιβλίο Καταγραφής Δημοσίων Κτημάτων και το ακίνητο έλαβε κωδικό αριθμό κτηματογράφησης ... και καταχωρήθηκε στις αρχικές εγγραφές ως "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ". Στη συνέχεια στη θέση του ... δημιουργήθηκαν στα πλαίσια της διαρκούς ενημέρωσης των κτηματολογικών προϋποθέσεων του νόμου, τρία νέα ακίνητα (...). Το ακίνητο με ΚΑΕΚ ... αφορά στο 233 Δημόσιο Κτήμα εμβαδού 1495 τ.μ., εντός του οποίου εντοπίζεται το διεκδικούμενο από την ενάγουσα επιφανείας 413 τ.μ., καταχωρήθηκε το 2001 στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Α' Κορίνθου με δικαιούχο κυριότητας το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως εμπίπτον εντός των ορίων παλαιού αιγιαλού, όπως είχαν καθοριστεί με το διάγραμμα της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου του 1936, το οποίο (διάγραμμα) δεν συνοδεύεται από τεχνική έκθεση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα: Δυνάμει της υπ' αριθμ. ... Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένης στον Τόμο 403 και με αύξοντα αριθμό 468 των Βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Α Κορίνθου αποδέχτηκε την επαχθείσα κληρονομία της μητέρας της Μ., συζύγου Α. Ν., το γένος Α. και Α. Δ., η οποία απεβίωσε στην Αθήνα στις 10-2-1982, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. ... Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου του Ληξιάρχου Βύρωνος Αττικής και η οποία άφησε την από ... ιδιόγραφη διαθήκη της που δημοσιεύτηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών στις 8-7-1982 με το υπ'αριθμ. 2112 πρακτικό του και η οποία καταχωρήθηκε στον τόμο 745 και με αριθμό 73. Με την ως άνω Δήλωση Αποδοχής Κληρονομίας αποδέχτηκε μεταξύ άλλων το 1/2 εξ αδιαιρέτου (με το άλλο 1/2 να περιέρχεται στον αδελφό της Δ. Ν.) από τα 2/12 εξ αδιαιρέτου, ήτοι το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού ξηρικού (κατά τον τίτλο κτήσης) εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών έξι χιλιάδων διακοσίων δέκα (6.210 τμ) εμφαινόμενου στο από Μαρτίου 1972 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Π. Ξ., το οποίο είναι προσαρτημένο στο ... Συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Κορίνθου Μ. Δ. Μ., με τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στη θέση "..." της Κοινότητας Κάτω ...υ Κορινθίας (άλλοτε Κοινότητας ... Κορινθίας), του Υποθηκοφυλακείου τέως Δήμου Κορινθίων (Α' Υποθηκοφυλακείο Κορίνθου). Η δε αποβιώσασα μητέρα της Μ., σύζυγος Α. Ν...., είχε αποκτήσει το ποσοστό αυτό επί του αγρού (1/2 εξ αδιαιρέτου) με αγορά από τον Θ. Θ. Κ. του Θ. δυνάμει του υπ'αριθμ. ... Συμβολαίου Πωλητηρίου Αγρού του Συμβολαιογράφου Κορίνθου Μ. Δ. Μ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Α Κορίνθου στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …. Στον δικαιοπάροχο δε της μητέρας της, Θ. Θ. Κ. του Θ. ο αγρός είχε περιέλθει λόγω προικός δυνάμει του υπ' αριθμ. ... προικοσυμφώνου συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου ... Σ. Γ. Π., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα Βιβλία Μεταγραφών του τέως Δήμου Κορινθίων στον τόμο …. και αρ. …, η οποία προίκα συνεστήθη υπέρ αυτού από τον Ν. Κ. του Σ., στον οποίο η ως άνω μεταβίβαση (σύσταση προικός) επετράπη δυνάμει της υπ'αριθμ. 275/1939 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία η σύζυγός του Φ. Κ., το γένος Σ. Χ. συναίνεσε στη μεταβίβαση αυτή, καθώς το ως άνω ακίνητο ο Ν. Κ. το είχε μεταβιβάσει σε αυτή, ως αντικατάσταση των όσων έλαβε λόγω προικός που συνέστησε υπέρ αυτού ο πατέρας της ως άνω συζύγου του Σ. Χ., δυνάμει του υπ'αριθ. ... προικοσυμφώνου συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Βέλου Ι. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα Βιβλία Μεταγραφών του τέως Δήμου Κορινθίων στον τόμο ….και αρ. ….. Στον Ν. Κ. περιήλθε το ως άνω ακίνητο δυνάμει του υπ'αριθμ. ... διανεμητηρίου συμβολαίου του ιδίου Συμ/φου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Α' Κορίνθου στον τόμο ..., εκ διανομής αρχικής εκτάσεως περίπου 18 στρεμμάτων σε 3 ίσα μέρη, εκτάσεως εκάστου περίπου 6 στρεμμάτων, η οποία αρχική έκταση περιήλθε σε αυτόν και στα αδέλφια του, Θ. και Α. Κ. εκ κληρονομίας της αποβιωσάσης το έτος 1899 μητρός τους, Γ. συζ. Σ. Κ. το γένος Γ. Λ.. Η ως άνω Γ. συζ. Σ. Κ. ... κατείχε το ακίνητο αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου δυνάμει πρωτότυπου τρόπου κτήσης, για χρόνο που υπερβαίνει τα 20 έτη σύμφωνα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και μέχρι το έτος του θανάτου της το 1899. Εν συνεχεία αυτή και οι λοιποί συγκύριοι του αγρού ο οποίος είχε ήδη καταστεί πλέον οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, ευρισκόμενο εντός οικισμού που καθορίστηκε με την 9671/27.9.93 (ΦΕΚ 1247/τ.Δ/93) απόφαση Νομάρχη Κορινθίας που εκδόθηκε βάσει των από 24.4.85 (ΦΕΚ 181/Δ/85) και από 14.2.1987 (ΦΕΚ 133/Δ) Προεδρικών Διαταγμάτων, δυνάμει του ... Συμβολαίου Διανομής Οικοπέδου του Συμβολαιογράφου Κορίνθου Δημητρίου Ι. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Α Κορίνθου στον τόμο ... προέβησαν στη διανομή του οικοπέδου. Το εν λόγω οικόπεδο απεικονίζεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία (Α Γ Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω Α'Α) στο από 5-11-95 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού στην Κόρινθο Ε. Ξ., στο οποίο τοπογραφικό υπάρχει υπεύθυνη δήλωση Ν. 651/1977 της άνω μηχανικού ότι το άνω όλο οικόπεδο των 6.080,50 τ.μ. (κατά νεώτερη καταμέτρηση είναι εντός των ορίων του οικισμού Κάτω ...υ Νομού Κορινθίας όπως καθορίστηκαν με την 9671/27.9.93 (ΦΕΚ 1246/τ.Δ/93) απόφαση Νομάρχη Κορινθίας και ότι είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Το τοπογραφικό αυτό επισυνάπτεται στο ... προσύμφωνο διανομής του ως άνω Συμβολαιογράφου Κορίνθου...." Ακολουθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση ο ορισμός των ορίων του ως άνω οικοπέδου, με αναφορά των όμορων ιδιοκτητών και στη συνέχεια διαλαμβάνονται σε αυτήν τα εξής: "... Δυνάμει του ως άνω ... Συμβολαίου Διανομής το ανωτέρω περιγραφέν οικόπεδο διαιρέθηκε σε δώδεκα (12) αυτοτελή και ανεξάρτητα, ίσης αξίας κατά δήλωση και συμφωνία, άρτια οικόπεδα, εκ των οποίων περιήλθε σε αυτή (ενάγουσα) το με Αριθμό 1 Οικόπεδο, επιφανείας μέτρων τετραγωνικών ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΩΝ και ΕΙΚΟΣΙ εκατοστών (500,26 ΤΜ) το οποίο εμφαίνεται με τον αντίστοιχο αραβικό αριθμό στο ως άνω (από 5-11-95) τοπογραφικό της Αρχιτέκτονος Ε. Ξ. με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ΑΛΦΑ, ΑΛΦΑ τονούμενο, ΒΗΤΑ τονούμενο, ΓΑΜΑ τονούμενο, ΑΛΦΑ. Ορίζεται ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ με ιδιοκτησία Π. Χ. στην πλευρά ΑΛΦΑ τονούμενο - ΑΛΦΑ μέτρων 29,81, ΔΥΤΙΚΑ με οικόπεδο τρία και τέσσερα στην πλευρά ΒΗΤΑ τονούμενο - ΓΑΜΑ τονούμενο μέτρων 30,60, ΒΟΡΕΙΑ με κοινοτική οδό ... στην πλευρά ΑΛΦΑ-ΓΑΜΑ τονούμενο μέτρων 16,60 και ΝΟΤΙΑ με οικόπεδο με αριθμό δύο (2) στην πλευρά ΑΛΦΑ τονούμενο ΒΗΤΑ τονούμενο μέτρων 16,80. Ακολούθως, δυνάμει του υπ'αριθμ. ... Συμβολαίου Παραχώρησης λωρίδων οικοπέδων σε κοινή χρήση προς δημιουργία κοινοτικού δρόμου πλάτους 6,00 μ του Συμβολαιογράφου Κορίνθου Δ. Ι. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα Βιβλία Μεταγραφών Α Κορίνθου στον τόμο …. και με αύξοντες αριθμούς ... σε συνδυασμό με το ... έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κορινθίας, το οποίο προσαρτάται στο ανωτέρω συμβόλαιο αυτή και οι λοιποί συγκύριοι του αρχικού οικοπέδου παραχωρήσεως σε κοινή χρήση τμήμα συνολικού εμβαδού 1154,56τ.μ. προς δημιουργία κοινοτικού δρόμου, ούτως ώστε όλα τα οικόπεδα τα οποία προέκυψαν από την προαναφερθείσα διανομή να καταστούν εκτός από άρτια και οικοδομήσιμα. Συγκεκριμένα από το οικόπεδο με αριθμό 1 επιφανείας 500,26 τ.μ. παραχωρήθηκε το τμήμα Ε1 επιφανείας 90,27 τ.μ. εμφαινόμενο στο από 10-9-97 τοπογραφικό διάγραμμα της άνω αρχιτέκτονος Ε. Ξ. (που προσαρτάται στο ως άνω υπ'αριθμ. ... Συμβόλαιο) και απέμεινε η καθαρή του επιφάνεια εμβαδού μέτρων τετραγωνικών τετρακοσίων εννέα και ενενήντα εννέα εκατοστών (409,99 τ.μ.) . Το οικόπεδο το οποίο πλέον κατέστη άρτιο και οικοδομήσιμο ορίζεται εφεξής ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ με ιδιοκτησία Π. Χ. στην πλευρά ΑΛΦΑ τονούμενο - ΑΛΦΑ μέτρων 29,81,ΔΥΤΙΚΑ με τον δημιουργούμενο κοινοτικό δρόμο στην πλευρά δ1- δ2 μέτρων 30,40, ΒΟΡΕΙΑ με κοινοτική οδό ... στην πλευρά Α,Δ1 μέτρων 13,60 και ΝΟΤΙΑ με οικόπεδο με αριθμό δύο (2) στην πλευρά Α, δ2 μέτρων 13,80. Τέλος, σύμφωνα με το από Φεβρουαρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού στον ... Κορινθίας Κ. Κ., το ως άνω οικόπεδο εμφαίνεται με τα στοιχεία (Α-Β-Γ-Δ-Ε), έχει εμβαδό μέτρα τετραγωνικά τετρακόσια δέκα τρία (413 τ.μ.), ευρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού Δ.Δ Κάτω ...υ Δήμου ...υ - ... (Απόφαση Νομάρχη Κορινθίας 9671/93-ΦΕΚ 1246Δ/93) και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με το από 3-5-85 Π.Δ. (ΦΕΚ 181 Δ). Το οικόπεδο ορίζεται ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ με ιδιοκτησία αγνώστου στην πλευρά Γ-Δ μέτρων 29,59 και Δ-Ε μέτρων 0,35, ΔΥΤΙΚΑ με Δημοτική Οδό πλάτους 6 μέτρων στην πλευρά Α-Β μέτρων 29,94, ΒΟΡΕΙΑ με Δημοτική Οδό στην πλευρά Β-Γ μέτρων 13,58 και ΝΟΤΙΑ με ιδιοκτησία Μ. στην πλευρά Α-Ε μέτρων 13,73. Το ακίνητο συνεπώς αυτό επιφανείας μ.τ 413, κατά τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, περιήλθε κατά αποκλειστική κυριότητα στην ενάγουσα, ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, παραγώγως με τους ανωτέρω νόμιμους τίτλους, και ειδικότερα με το υπ'αρ. ... συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Κορίνθου Δ. Κ., σε συνδυασμό με το υπ'αρ. 13025/20.10.1997 συμβόλαιο παραχώρησης λωρίδων οικοπέδων σε κοινή χρήση προς δημιουργία κοινοτικού δρόμου πλάτους 6,00 μ.τ. του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου Κορίνθου και την υπ'αριθ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ., και από το χρόνο περιελεύσεως σε αυτή (ενάγουσα) κατέχει και νέμεται αυτό διανοία κυρίας, χωρίς ουδείς (δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο ή τρίτος) να αμφισβητήσει την κυριότητα επί αυτού τόσο της ίδιας (ενάγουσας) όσο και των δικαιοπαρόχων της, πλην της ανωτέρω δήλωσης (2001) του εναγομένου επί του συγκεκριμένου ακινήτου. Το ανωτέρω ακίνητο ιδιοκτησίας της ενάγουσας,... έχει καταγραφεί από 2.4.1937 ως δημόσιο τμήμα ως εμπίπτον στον καθορισμό της οριογραμμής του παλαιού αιγιαλού βάσει του διαγράμματος του 1936, την οποία (οριοθέτηση) ουδείς γνώριζε. Δυνάμει δε αυτής της καταγραφής ούτε αποδείχθηκε ότι, προέβη το εναγόμενο στην ανωτέρω δήλωση στο Κτηματολόγιο ως τμήματος (του επιδίκου ακινήτου) του ΑΒΚ 233 δημοσίου κτήματος επιφανείας μ.τ 1495, καταγραφή όμως που δεν είχε γνωστοποιηθεί στην ενάγουσα είτε στους δικαιοπαρόχους της. Όμως το επίδικο ακίνητο είναι εκτός της οριογραμμής παλαιού αιγιαλού ... και ...υ, όπως αυτή καθορίστηκε και προκύπτει από το ΦΕΚ 646 Δ/15.11.1990 και ΦΕΚ 470 Δ/22.6.1991 αντιστοίχως, γεγονός που δεν αμφισβητείται από το Ελληνικό Δημόσιο (εναγόμενο), το οποίο επίσης συνομολογεί ότι στην παραλιακή θέση πρώην Δ.Δ Κάτω ...υ που βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο, η Διοίκηση δεν έχει προβεί σε καθορισμό οριογραμμής αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού. Από κανένα δε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, δεν απεδείχθησαν περιστατικά (από μαρτυρικές καταθέσεις ή άλλες ενδείξεις επιστημονικά τεκμηριωμένες), από τα οποία να προκύπτει ότι εξακολουθεί υφιστάμενος έως σήμερα (βάσει φυσικής διαδικασίας ή ανθρώπινης δραστηριότητας) ο καθορισμός της οριογραμμής του παλαιού αιγιαλού όπως είχε προσδιοριστεί με το διάγραμμα του 1936. Κατά συνέπεια το επίδικο δεν εντάσσεται στη δημόσια κτήση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Ούτε αποδείχθηκε ότι αυτό (επίδικο ακίνητο) υπήρξε ποτέ ιδιοκτησία του Οθωμανικού κράτους, ούτε ότι το Ελληνικό Δημόσιο νεμήθηκε ποτέ την έκταση αυτή (του επιδίκου) και η ενάγουσα είναι αποκλειστικά κυρία του επιδίκου, κατά τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, καθόσον σε αυτή (ενάγουσα) περιήλθε και μεταβιβάσθηκε από την έχουσα κυριότητα δικαιοπάροχό της...". Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του τις παραδοχές: 1) ότι δυνάμει της νόμιμα μεταγραμμένης ... δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ. Κ., η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομία με την νόμιμα δημοσιευμένη από 11.4.1981 ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιώσασας στις 10.2.1982 μητέρας της, Μαρίας συζύγου Α. Ν., το γένος Α. και Α. Δ., το 1/12 εξ αδιαιρέτου αγρού ξηρικού εμβαδού 6.210 τμ., ευρισκομένο στη θέση "..." της Κοινότητας Κάτω ...υ Κορινθίας (άλλοτε Κοινότητας ... Κορινθίας 2) ότι στη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Μαρία σύζυγο Α. Ν., αληθή κυρία του ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστού του εν λόγω μείζονος ακινήτου (αγρού) είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα, με παράγωγο τρόπο, εξ αγοράς με το 3598/1972 νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο πωλητηρίου αγρού του συμβολαιογράφου Κορίνθου, Μ. Δ. Μ., από τον αληθή κύριο, Θ. Θ. Κ. του Θ., στον οποίο ο μείζον αγρός είχε περιέλθει λόγω προικός δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου ... προικοσυμφώνου συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου ... Σ. Γ. Π., η ως άνω δε προίκα συνεστήθη υπέρ αυτού (Θ. Θ. Κ.) από τον Ν. Κ. του Σ., στον οποίο η ως άνω μεταβίβαση (σύσταση προικός) επετράπη δυνάμει της 275/1939 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία η σύζυγός του Φ. Κ., το γένος Σ. Χ. συναίνεσε στη μεταβίβαση αυτή, καθώς το ως άνω ακίνητο ο Ν. Κ. το είχε μεταβιβάσει σε αυτή, ως αντικατάσταση των όσων έλαβε λόγω προικός που συνέστησε υπέρ αυτού ο πατέρας της ως άνω συζύγου του Σ. Χ., δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου ... προικοσυμφώνου συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Βέλου Ι. Κ.. 3) ότι στον Ν. Κ. περιήλθε το ως άνω ακίνητο δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου ... διανεμητηρίου συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, εκ διανομής ακόμη μεγαλύτερης αρχικής εκτάσεως περίπου 18 στρεμμάτων σε 3 ίσα μέρη, εκτάσεως εκάστου περίπου 6 στρεμμάτων, η οποία αρχική έκταση περιήλθε σε αυτόν και στα αδέλφια του, Θ. και Α. Κ. εκ κληρονομίας της αποβιωσάσης το έτος 1899 μητρός τους, Γ. συζ. Σ. Κ. το γένος Γ. Λ., που κατείχε το ακίνητο αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου δυνάμει πρωτότυπου τρόπου κτήσης, για χρόνο που υπερβαίνει τα 20 έτη σύμφωνα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και μέχρι το έτος του θανάτου της το 1899, 4) ότι μετέπειτα η αναιρεσίβλητη και οι λοιποί συγκύριοι του ως άνω αγρού, εμβαδού, κατά νεώτερη καταμέτρηση 6.080 τ.μ., ο οποίος είχε ήδη καταστεί πλέον οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, ευρισκόμενο εντός οικισμού που καθορίστηκε με την 9671/27.9.93 (ΦΕΚ 1247/τ.Δ/93) απόφαση Νομάρχη Κορινθίας που εκδόθηκε βάσει των από 24.4.85 (ΦΕΚ 181/Δ/85) και από 14.2.1987 (ΦΕΚ 133/Δ) Προεδρικών Διαταγμάτων, προέβησαν δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου ... συμβολαίου διανομής οικοπέδου του Συμβολαιογράφου Κορίνθου Δημητρίου Ι. Κ., στη διανομή αυτού (οικοπέδου), το οποίο σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο διαιρέθηκε σε δώδεκα (12) αυτοτελή και ανεξάρτητα, ίσης αξίας κατά δήλωση και συμφωνία, άρτια οικόπεδα, εκ των οποίων περιήλθε στην αναιρεσίβλητη το επίδικο με αριθμό 1 οικόπεδο, εμβαδού 500,26τ.μ., 5) ότι, μετέπειτα, δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου ... Συμβολαίου Παραχώρησης λωρίδων οικοπέδων σε κοινή χρήση προς δημιουργία κοινοτικού δρόμου πλάτους 6,00 μ του Συμβολαιογράφου Κορίνθου Δ. Ι. Κ., σε συνδυασμό με το προσαρτημένο στο ανωτέρω συμβόλαιο ... έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κορινθίας, η αναιρεσίβλητη και οι λοιποί συγκύριοι του αρχικού οικοπέδου παραχώρησαν σε κοινή χρήση τμήμα συνολικού εμβαδού 1154,56τ.μ. προς δημιουργία κοινοτικού δρόμου, ούτως ώστε όλα τα οικόπεδα τα οποία προέκυψαν από την προαναφερθείσα διανομή να καταστούν εκτός από άρτια και οικοδομήσιμα, από το επίδικο δε οικόπεδο με αριθμό 1 επιφανείας 500,26 τ.μ. παραχωρήθηκε το τμήμα Ε1 επιφανείας 90,27 τ.μ., 6) ότι το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο) ήδη εμβαδού 413 τ.μ.,που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού Δ.Δ Κάτω ...υ Δήμου ...υ -... και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της, αληθών κυρίων του μείζονος αγρού, ο οποίος αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική ιδιοκτησία την οποία η απώτατη δικαιοπάροχος απάντων Γ. σύζυγος Σ. Κ., κατά το χρόνο του θανάτου της το έτος 1899, είχε ήδη αποκτήσει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενη αυτήν κατά το προηγηθέν του θανάτου της χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, ήτοι τουλάχιστον από το έτος 1879, 7) ότι με την νόμιμα δημοσιευμένη στο ΦΕΚ Δ' 646/15.11.1990, με αριθμό 2037/5.11.1990 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας επικυρώθηκε η από 23.10.1990 έκθεση της Επιτροπής Καθορισμού των Ορίων Αιγιαλού και Παραλίας στην περιοχή ... Κορινθίας και καθορίστηκε αιγιαλός, ζώνη παραλίας και παλαιός αιγιαλός, για τον προσδιορισμό δε των ορίων του παλαιού αιγιαλού, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω έκθεση, λήφθηκε υπόψη η τοποθέτηση των ορίων τούτων από την επιτροπή του 1936, ενώ στον ... Ν. Κορινθίας ο καθορισμός του Αιγιαλού έγινε βάσει των ορίων που είχε καθορίσει η αντίστοιχη επιτροπή του 1936 και σύμφωνα με το από 2.4.1937 Πρωτόκολλο Καταμέτρησης και Εκτίμησης, μεταξύ άλλων, καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα και ο με αριθμό 5 αγρός συνολικού εμβαδού 1495 τ.μ., εντός του οποίου βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο) απεικονιζόμενο στο ενσωματωμένο σε αυτό και θεωρημένο τον Ιούνιο 1937 σχεδιάγραμμα του τότε Προϊσταμένου του Τοπογραφικού Τμήματος Κ. Δ., που απεικονίζει το εν λόγω κτήμα ως ευρισκόμενο μεταξύ παλαιού αιγιαλού και αγροτικής οδού, 8) ότι παρά την καταγραφή του επίδικου ακινήτου, από 2.4.1937, ως εμπίπτοντος στον καθορισμό της οριογραμμής του παλαιού αιγιαλού, που έγινε με βάση το διάγραμμα της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου του έτους 1936, το οποίο δεν συνοδεύεται από τεχνική έκθεση, το επίδικο ακίνητο είναι εκτός της οριογραμμής παλαιού αιγιαλού ... και ...υ, όπως αυτή καθορίστηκε ότι με την προαναφερόμενη 2037/5.11.1990 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας με την οποία επικυρώθηκε η από 23.10.1990 έκθεση της Επιτροπής Καθορισμού των Ορίων Αιγιαλού και Παραλίας στην περιοχή ... Κορινθίας, στην δε παραλιακή θέση πρώην Δ.Δ Κάτω ...υ που βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο, η Διοίκηση δεν έχει προβεί σε καθορισμό οριογραμμής αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού, επί πλέον δε ότι δεν εξακολουθεί υφιστάμενος (βάσει φυσικής διαδικασίας ή ανθρώπινης δραστηριότητας) ο καθορισμός της οριογραμμής του παλαιού αιγιαλού όπως είχε προσδιοριστεί με το διάγραμμα του 1936, 9) ότι ως μη εμπίπτον εντός παλαιού αιγιαλού το επίδικο ακίνητο δεν εντάσσεται στη δημόσια κτήση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ούτε υπήρξε ιδιοκτησία του Οθωμανικού κράτους, ώστε να περιέλθει η κυριότητά του στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο αυτού, με το δικαίωμα πολέμου, δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, ουδέποτε δε νεμήθηκε αυτό το αναιρεσείον και 10) ότι στα πλαίσια του Ν. 2308/1995 περί Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με την 12203/9.10.2001 δήλωση του αναιρεσείοντος, η μείζον έκταση στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο έλαβε κωδικό αριθμό κτηματογράφησης ... και καταχωρήθηκε στις αρχικές εγγραφές ως ανήκουσα στο ίδιο, μετέπειτα δε στη θέση του ... δημιουργήθηκαν στα πλαίσια της διαρκούς ενημέρωσης των κτηματολογικών προϋποθέσεων του νόμου, τρία νέα ακίνητα με διαφορετικά ΚΑΕΚ, μεταξύ των οποίων το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., που αφορά στο 233 Δημόσιο Κτήμα εμβαδού 1495 τ.μ., εντός του οποίου εντοπίζεται το επίδικο ακίνητο εμβαδού 413 τ.μ., το οποίο καταχωρήθηκε το 2001 στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Α' Κορίνθου με δικαιούχο κυριότητας το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως εμπίπτον εντός των ορίων παλαιού αιγιαλού. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία εκφέροντας όμοια κρίση είχε αναγνωρίσει την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κυρία του επιδίκου ακινήτου και είχε διατάξει την διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Α' Κορίνθου, ώστε το επίδικο ακίνητο, το οποίο εσφαλμένα καταχωρήθηκε σε αυτά ως ανήκον στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να καταχωριστεί ότι ανήκει κατά ποσοστό 100% στην πλήρη κυριότητά της, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στις ως άνω συνθήκες των πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", των ερμηνευτικών του εν λόγω πρωτοκόλλου κειμένων των τριών προστατίδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, τις διατάξεις του ν. 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", τις διατάξεις των άρθρων 968 και 971 ΑΚ,2 και 4 ν. 1539/1938, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ, με τις οποίες δημιουργήθηκε πλάσμα νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί των δημοσίων κτημάτων, 974 και 984 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, όπως προεκτέθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνο ελέγχονται οι αναιρετικοί λόγοι, κατά τα προαναφερόμενα, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, εφόσον το επίδικο ακίνητο, αποτελούν τμήμα μείζονος ακινήτου, περιλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησία της και στους κατά συνεχή διαδοχή τίτλους των δικαιοπαρόχων της (απώτερης και απώτατων), ήταν ανέκαθεν ιδιωτική ιδιοκτησίας μη εμπίπτον σε παλαιό αιγιαλό, ουδέποτε δε υπήρξε δημόσιο κτήμα που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Επί πλέον, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 1192 αρ. 1, 1194 ΑΚ και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πράξεις νομής της αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της, εφόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της, η αναιρεσίβλητη έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου για την κτήση κυριότητας με τον ως άνω παράγωγο τρόπο, και όχι με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας. Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων τις οποίες δεν εφάρμοσε, δεχόμενο ότι το επίδικο ακίνητο, παρότι σύμφωνα με το ως άνω διάγραμμα του έτους 1937, το οποίο, σημειωτέον, δεν συνοδεύεται από έκθεση της αρμόδιας επιτροπής του έτους 1936, εμφανίζεται ευρισκόμενο εντός μείζονος αγρού εμπίπτοντος μεταξύ παλαιού αιγιαλού και αγροτικής οδού με συνέπεια την καταχώρησή του ως δημοσίου κτήματος, είναι εκτός της οριογραμμής παλαιού αιγιαλού ... και ...υ, όπως αυτή καθορίστηκε ότι την προαναφερόμενη 2037/5.11.1990 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας με την οποία επικυρώθηκε η από 23.10.1990 έκθεση της Επιτροπής Καθορισμού των Ορίων Αιγιαλού και Παραλίας στην περιοχή ... Κορινθίας και έχει καταστεί πλέον οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, ευρισκόμενο εντός οικισμού που καθορίστηκε με την 9671/27.9.93 (ΦΕΚ 1247/τ.Δ/93) απόφαση Νομάρχη Κορινθίας που εκδόθηκε βάσει των από 24.4.85 (ΦΕΚ 181/Δ/85) και από 14.2.1987 (ΦΕΚ 133/Δ) Προεδρικών Διαταγμάτων, ουδέποτε δε υπήρξε δημόσιο κτήμα, που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, καθώς και μέρος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως με τους οποίους το αναιρεσείον, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559, αιτιάται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 51 και 64 Εισ.ΝΑΚ, τις διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 1 κωδ (7.31), 7 παρ. 1,2 (κωδ 7.39), 14 κωδ. (11.61) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τη συνδρομή, στο πρόσωπο των απώτατων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, των προϋποθέσεων της κτήσης κυριότητας στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία κατά τις ως άνω διατάξεις. Τούτο διότι η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων προϋποθέτει την ιδιότητα του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος, ώστε να μπορεί να γίνεται επίκληση περί καταλύσεως της κυριότητας του Δημοσίου, με χρησικτησία 30ετή μέχρι την 11.9.1915, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 23/2021, ΑΠ 117/2020), εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι το επίδικο ουδέποτε αποτέλεσε δημόσιο κτήμα, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, είτε ως παλαιός αιγιαλός, είτε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, με τις ειδικότερες αιτιάσεις των οποίων το αναιρεσείον καταλογίζει στο Εφετείο παράβαση όλων των ως άνω διατάξεων για το ότι δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησία της και στους κατά συνεχή διαδοχή τίτλους των δικαιοπαρόχων της (απώτερης και απώτατων), ότι ήταν ανέκαθεν ιδιωτική ιδιοκτησίας μη εμπίπτον σε παλαιό αιγιαλό και ότι ουδέποτε δε υπήρξε δημόσιο κτήμα που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, είναι απαράδεκτοι, καθόσον υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκαν ευθέως και εκ πλαγίου οι ως άνω κανόνες δικαίου και επί πλέον ότι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από το νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας σε αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πλήττεται την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 893/2020, ΑΠ 462/2019). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997). Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όμως και όταν ο προτεινόμενος ισχυρισμός είναι μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 733/2020), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.( ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017). Επιπροσθέτως, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ'). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 104/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1784/2017). Ήδη με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενο ότι το Εφετείο που την εξέδωσε: α) δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τον προβαλλόμενο από το ίδιο (αναιρεσείον) ενώπιόν του ισχυρισμό ότι τόσο η αναιρεσίβλητη όσο και οι δικαιοπάροχοί της τελούσαν σε κακή πίστη κατά τη κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου, εφόσον γνώριζαν ή από βαριά αμέλεια αγνοούσαν ότι δεν ήσαν κύριοι αυτού, με την επίκληση ότι το επίδικο ακίνητο είχε καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα κατεχόμενο αυθαίρετα από τον Γ. Λ. από το έτος 1926 μέχρι το έτος 1940 και ενέπιπτε εντός του καθορισθέντος από το έτος 1936 αιγιαλού, β) δεν έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος αποδεικτικά μέσα, που είχαν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, όπως: i ) το από 2.4.1937 Πρωτόκολλο Καταμέτρησης και Εκτίμησης στο οποίο είναι ενσωματωμένο το θεωρημένο τον Ιούνιο 1937 σχεδιάγραμμα του τότε Προϊσταμένου του Τοπογραφικού Τμήματος Κ. Δ., ii) το από 8.1.1936 διάγραμμα του μηχανικού Π. Π.υ, iii) το από 19.2.1940 Πρωτόκολλο Γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής του άρθρου 5 του ν. 5895, για τον καθορισμό προστίμου αυθαίρετης χρήσης του καταγεγραμμένου ως Δημοσίου Κτήματος με αριθμό 234, σε βάρος του Ν. Καραντάνη, που εγκρίθηκε με το 7684/10.4.1940 έγγραφο του τότε Νομάρχη και επιδόθηκε στον ως άνω μαζί με την από 2.5.1940 πρόσκληση του Οικονομικού Εφόρου Κορινθίας, σύμφωνα με το από 31.5.1940 αποδεικτικό επιδόσεως του χωροφύλακα Κ. Α.. Ο λόγος αυτός (πέμπτος) αναιρέσεως όσον αφορά στην παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, σχετικά με την αιτίαση της μη λήψης υπόψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι το επίδικο ακίνητο ενέπιπτε εντός παλαιού αιγιαλού, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά, σχετικά δε με την αιτίαση της μη μη λήψης υπόψη από το Εφετείο του ισχυρισμού του ίδιου περί κακής πίστης της αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της κατά τη κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου, είναι επίσης αβάσιμος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τακτική χρησικτησία ή με τα προσόντα της ειδικής χρησικτησίας του ν. 3127/2003, οπότε θα είχε έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός περί ύπαρξης ή μη κακής πίστης στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της κατά τη κτήση της νομής του ακινήτου, ενώ, κατά τα προεκτιθέμενα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου με τον ως άνω παράγωγο τρόπο κτήσης κυρότητας. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση σε αυτήν βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από: α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, β) τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, με τη μνεία ότι είναι ισοδύναμα μεταξύ τους και εκτιμώνται όλα ανεξαιρέτως για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, γ) τις προσκομιζόμενες μη αμφισβητούμενης γνησιότητας φωτογραφίες. Επί πλέον, εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα αποδεικτικά μέσα,τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους. Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μνημονεύει ειδικά και αξιολογεί εκτενώς το περιεχόμενο των εχόντων ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης αποδεικτικών μέσων με συγκεκριμένες αναφορές και σε πλείστα έγγραφα του αναιρεσείοντος, σχετικά με τους ισχυρισμούς του περί του ότι το επίδικο ενέπιπτε εντός παλαιού αιγιαλού και είχε καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, εξαίροντας μερικά από αυτά, όπως έχει δικαίωμα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους (ΑΠ 155/2020), χωρίς να ήταν αναγκαίο να αιτιολογήσει ειδικώς όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από το αναιρεσείον έγγραφα. Επομένως, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί του ότι η αναιρεσίβλητη είναι κυρία του επιδίκου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, καθώς και ότι το αναιρεσείον ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του μη εμπίπτοντος εντός παλαιού αιγιαλού επιδίκου ακινήτου, με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας, το οποίο ουδέποτε αποτέλεσε δημόσιο κτήμα. Κατά συνέπεια ο ως άνω ίδιος λόγος (πέμπτος) αναιρέσεως, όσον αφορά στην αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Ειδικότερα δε για τα έγγραφα εκείνα, που το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τα οποία αφορούν στην επίκληση καταπάτησης ακινήτου όμορου του επιδίκου, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι τα συγκεκριμένα έγγραφα ουδεμία έννομη επιρροή έχουν για την έκβαση της δίκης, εφόσον δεν αφορούν στο επίδικο αλλά σε αλλότριο ακίνητο. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον οι αιτιάσεις, με τις οποίες το αναιρεσείον, εκφράζει τις δικές του απόψεις περί του ότι η εκτίμηση των επικαλουμένων από αυτό αποδεικτικών μέσων σε συνδυασμό με τα δικά του συμπεράσματα από την αξιολόγησή τους θα είχε ως αποτέλεσμα να καταλήξει το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, ήτοι ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης, οδηγούν σε ανεπίτρεπτο έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, ορίζεται ότι " Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανόμενη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικο δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεως του ελαχίστου ορίου διατιμήσεως εκάστης ενέργειας, μη δυναμένης πάντως να υπερβή δι'όλας τας καθ'έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς (παρ. 1). Εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήσει και εν μέρει ηττηθεί (παρ. 2). Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και εις δίκας, εν αις διάδικος είναι Υπουργός ή Νομάρχης ή πρόσωπον του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (παρ. 3)". Με το άρθρο 5 παρ. 12 του Ν 1738/1987 ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αναπροσαρμόζονται τα χρηματικά ποσά, για τα οποία διαλαμβάνει (μεταξύ άλλων) και η παράγραφος 1 του άρθρου 31 του Ν. 427/1945 "περί κώδικος των περί Νομικού Συμβουλίου διατάξεων", όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 7/20 Ιουν. 1957 (άρθρο 22 Ν. 3693/1957. Κατ'εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η 134423/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993), με την οποία η αποδοτέα στον διάδικο αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου αναπροσαρμόσθηκε με την παρ. 2 του άρθρου μόνου αυτής στο ποσό των 100.000 δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην περίπτωση άσκησης αγωγής με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, η δικαστική δαπάνη συμψηφίζεται υποχρεωτικά, εάν η αγωγή αυτή γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν κατά ένα μόνο μέρος και απορριφθεί κατά τα λοιπά, οπότε έκαστος των διαδίκων νικά και ηττάται εν μέρει, σύμφωνα δε με την παρ. 2 εδ β'του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 επιδίκαση δικαστικής δαπάνης μέχρι του ποσού των 100.000 δραχμών (ήδη 293 ευρώ κατά τα άρθρα 3 παρ. 1, 4 και 5 παρ. 4 του Ν. 2943/2001) επιτρέπεται, σύμφωνα με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου μόνο στην περίπτωση ολικής νίκης του διαδίκου ή του Ελληνικού Δημοσίου σε βάρος του ηττηθέντος αντιδίκου του (ΑΠ 578/2019, ΑΠ 725/2011). Εξάλλου, από τα ισχύοντα άρθρα 580, 581, 524, 570 ΚΠολΔικ, προκύπτει και ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαη δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από υπέρβαση δικαιοδοσίας και αρμοδιότητα, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν, κατά την κρίση του, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναίρεσης, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Σε αντίθετη περίπτωση παραπέμπει σε ιδιαίτερη συζήτηση. (ΑΠ. 1807/2022, ΑΠ 625/2022, ΑΠ 1014/2021, ΑΠ 846/2019, ΑΠ 1884/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε λόγο εφέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης το καταδίκασε στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης, ως ηττηθέντα διάδικο, την οποία κατ'εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου δεν την προσδιόρισε μειωμένη ως έδει ή δεν την συμψήφισε, αλλά την προσδιόρισε στο ποσό των 1.000 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει τη δικαστική δαπάνη που επιβάλλεται στις υποθέσεις, στις οποίες είναι διάδικος το Ελληνικό Δημόσιο. Συγκεκριμένα, ως προς τον άνω λόγο εφέσεως το Εφετείο διέλαβε τις ακόλουθες παραδοχές: "...Με τον τελευταίο λόγο της ένδικης εφέσεως το εκκαλούν παραπονείται ως προς το κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης, ισχυριζόμενο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 176,193 ΚΠολΔ, άρθρου 22 Ν. 3693/1957, της κατ'εξουσιοδότηση αυτού υπ'αριθ. 134423/28.12.1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ... και του άρθρου 28 παρ. 5 Ν. 2479/1998, προσδιόρισε την επιβληθείσα σε βάρος του δικαστική δαπάνη στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, ενώ θα έπρεπε κατ'ορθή εφαρμογή του νόμου να την προσδιορίσει μειωμένη άλλως να την συμψηφίσει. Ο λόγος αυτός της εφέσεως είναι παραδεκτός, αφού προσβάλλεται, συγχρόνως και η ουσία της υποθέσεως (άρθρο 193 ΚΠολΔ), πλην όμως είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο δε διότι το εκκαλούν δεν προσδιορίζει το συγκεκριμένο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης, δηλαδή αν ο καθορισμός του ως άνω ποσού οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων, β) το συγκεκριμένο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθ. 179 ΚΠολΔ.". Στην προκειμένη περίπτωση ήδη με τον έκτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενο ότι το Εφετείο που απέρριψε ως αόριστο τον ως άνω λόγο εφέσεώς του, για επιβολή σε βάρος του από το πρωτόδικο δικαστήριο αυξημένης δικαστικής δαπάνης, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993, που αφορούν στην επιβολή δικαστικής δαπάνης στις δίκες με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 193 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με το να απορρίψει ως αόριστο τον ως άνω λόγο εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, για την εφαρμογή μειωμένης δικαστικής δαπάνης σε βάρος του (Δημοσίου) σε περίπτωση που αυτό είναι ο ηττηθείς διάδικος σε δίκη παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, την εσφαλμένη εφαρμογή των οποίων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι το Μονομελές Πρωτοδικείου Κορίνθου, είχε επικαλεσθεί ρητά το αναιρεσείον με τον λόγο αυτό της εφέσεώς του, με την επίκληση ότι η ορθή εφαρμογή τους επιβάλλει τον προσδιορισμό μειωμένης δαπάνης σε βάρος του, χωρίς να απαιτείται για το ορισμένο του λόγου να αναφέρει οτιδήποτε επί πλέον, εφόσον ο προσδιορισμός της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του ηττηθέντος στη δίκη Ελληνικού Δημοσίου, προκύπτει ευθέως από τις ως άνω διατάξεις. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος αυτό. Ενόψει όμως του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναίρεσης της οποίας όλοι οι άλλοι λόγοι αναιρέσεως έχουν απορριφθεί, σε συνδυασμό και με την πάγια και ευθεία εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που αφορούν στην εφαρμογή μειωμένης δικαστικής δαπάνης σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου Ελληνικού Δημοσίου από τα Δικαστήρια όλων των βαθμών δικαιοδοσίας και από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, δεν απαιτείται άλλη διευκρίνιση κατά τη κρίση του παρόντος Δικαστηρίου και πρέπει, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης 124/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, να κρατηθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά το ως άνω αναιρεθέν μέρος της, ως προς το οποίο δεν χρειάζονται διευκρινίσεις, προς καθορισμό εκ νέου της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του Δημοσίου, να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της και να εξαφανισθεί η 415/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου ως προς τη διάταξή της περί επιβολής δικαστικής δαπάνης σε βάρος του αναιρεσείοντος. Ακολούθως, αφού διακρατηθεί και δικαστεί κατ'ουσίαν η υπόθεση ως προς το μέρος αυτό, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας του Ελληνικού Δημοσίου στην κατ'έφεση δίκη καθώς και στην αναιρετική δίκη, πρέπει, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις των άρθρων του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993, που αφορούν στην επιβολή δικαστικής δαπάνης στις δίκες με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 193 ΚΠολΔ., να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και για την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία. (ΑΠ 751/2018). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 124/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς τη διάταξή της περί απορρίψεως του τελευταίου λόγου της εφέσεως κατά το κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης, καθώς και ως προς τη διάταξή της (προσβαλλόμενης απόφασης) περί της δικαστικής δαπάνης. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατά το αναιρεθέν μέρος της την από 1.6.2016 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου. Δέχεται εν μέρει την έφεση. Εξαφανίζει την 415/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, ως προς τη διάταξή της περί επιβολής δικαστικής δαπάνης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας. Συμφηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη για την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ