Αριθμός 928/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. & Ε. Μ. Α. Ε. Ι. - Φ. & Κ. «Π. και τον διακριτικό τίτλο «C. A..E..", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νικολέττα Τσαγκαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Β., κατοίκου ..., 2. Δ. Μ., κατοίκου ..., και 3. Π. - Μ. Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπεκιάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρεία, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1726/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 2417/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 6-7-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 6.3.2020 αγωγή της ιστορούσε ότι δραστηριοποιείται στον χώρο της υγείας και εμπορίας επεμβατικών ορθοπεδικών υλικών και υλικών τραυματολογίας και προσέλαβε με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τους εναγόμενους, προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως πωλητές των προϊόντων της, τον μεν πρώτο στις 21.8.2006 με μηνιαίες αποδοχές 1.280 ευρώ, με τον οποίο, στη συνέχεια, στις 1.9.2012 συνήψαν νέα σύμβαση με μικτές μηνιαίες αποδοχές 1.659,85 ευρώ με βάση την οποία ασκούσε τα καθήκοντα του διευθυντή πωλήσεων, με ευέλικτο ωράριο εργασίας, λήψη μπόνους με βάση τους στόχους που επιτύγχανε και έχοντας στη διάθεσή του αυτοκίνητο και κινητό τηλέφωνο, τον δεύτερο εναγόμενο, στις 9.10.2009 με μικτές μηνιαίες αποδοχές 1.062,51 ευρώ, οι οποίες στις 2.2.2019 αναπροσαρμόστηκαν στο ποσό των 1.555,33 ευρώ και τον τρίτο εναγόμενο στις 2.9.2016 με μηνιαίες μικτές αποδοχές 1.226,39 ευρώ. Ότι οι εναγόμενοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους μέχρι τις 31.1.2019 ο πρώτος, 30.4.2019 ο δεύτερος και 3.7.2019 ο τρίτος, αντίστοιχα, οπότε και αποχώρησαν οικειοθελώς από τις θέσεις εργασίας τους, ο πρώτος αφού ειδοποίησε σχετικά τον διευθύνοντα σύμβουλό της (ενάγουσας) στις 28.1.2019 και οι λοιποί εναγόμενοι χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, ενώ, αμέσως μετά την αποχώρησή τους, προσελήφθησαν από την ανταγωνίστριά της εταιρεία με την επωνυμία "Π. Ι. Π. Υ. Μ. ΕΠΕ". Ότι οι εναγόμενοι είχαν έλθει από κοινού και εν αγνοία της ήδη από τον Ιανουάριο 2019 σε συμφωνία με την ανωτέρω ανταγωνίστρια εταιρεία και είχαν συμφωνήσει μαζί της να προσληφθούν από αυτήν ως ομάδα, παραδίδοντας σ' αυτήν τους καταλόγους των πελατών, των συνεργατών και των προμηθευτών της και όλα τα εμπορικά, φορολογικά και οικονομικά στοιχεία της, συμφωνία την οποία και υλοποίησαν. Ότι η πρόσληψη των εναγόμενων στην ανωτέρω εταιρεία έγινε κατά παράβαση σχετικού όρου των συμβάσεων εργασίας των εναγομένων, με βάση τον οποίο ήταν υποχρεωμένοι για δύο (2) έτη μετά τη λήξη αυτών των συμβάσεων να μην εργαστούν σε άλλη επιχείρηση, που ασκεί την ίδια ή άλλη παρεμφερή δραστηριότητα και να παραλείπουν κάθε πράξη ανταγωνισμού σε βάρος της και ότι ως κύρωση για την παράβαση αυτή (ποινική ρήτρα) ορίστηκε η υποχρέωση καταβολής από τον καθένα από αυτούς του ποσού των 15.000 ευρώ. Ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι με δόλιο, μεθοδευμένο και προσχεδιασμένο τρόπο αποχώρησαν από την ενάγουσα, αιφνίδια, χωρίς καμία (τουλάχιστον οι δύο τελευταίοι) ειδοποίηση, δημιουργώντας για χρονικό διάστημα ενός μηνός τουλάχιστον πρόβλημα ως προς την εκτέλεση των παραγγελιών των πελατών της και προσελήφθησαν αμέσως όπως προαναφέρθηκε από την ανωτέρω ανταγωνίστρια εταιρεία, παραδίδοντας σ' αυτήν ευαίσθητα και απόρρητα δεδομένα και στοιχεία της, διαδίδοντας στους πελάτες της εν γνώσει της αναληθείας ψευδή γεγονότα και δη ότι η οικονομική της κατάσταση είναι άσχημη και ότι οδηγείται σε πτώχευση και προσπαθώντας να υφαρπάξουν τους πελάτες της, επέδειξαν αδικοπρακτική συμπεριφορά από την οποία υπέστη ηθική βλάβη στη φήμη της, στην πελατεία της στο κύρος της, στην πίστη της και στην επαγγελματική της υπόληψη. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί ότι ο πρώτος εναγόμενος είναι υπόχρεος να της καταβάλει το ποσό των 31.404,4 ευρώ, ο δεύτερος το ποσό των 28.225 ευρώ και ο τρίτος το ποσό των 26.339,54 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω μη νόμιμης προειδοποίησης της ανωτέρω αποχώρησής τους, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως ποινική ρήτρα, καθώς επίσης και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 200.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 1726/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα, ο μεν πρώτος το ποσό των 14.135,75 ευρώ, ο δεύτερος το ποσό των 11.225 ευρώ και ο τρίτος το ποσό των 9.301,39 ευρώ. Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης ασκήθηκαν η από 26.4.2021 έφεση της ενάγουσας και η από 6.5.2021 έφεση των εναγομένων, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2417/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 26.4.2021 έφεση της ενάγουσας, έγινε δεκτή κατ' ουσία η από 6.5.2021 έφεση των εναγομένων, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως απορρίφθηκε κατ' ουσία η αγωγή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία (ΑΠ 594/2021, ΑΠ 1103/2019). Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία στην εργασία, δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται, χωρίς να παρεμποδίζεται σχετικώς και να επιλέγει ο ίδιος, χωρίς περιορισμό, το είδος, τον τόπο και τη διάρκεια της απασχόλησής του. Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της συμβάσεως κλπ.), όπως ειδικότερα, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ (ΟλΑΠ 7/2015, ΟλΑΠ 6/2014, ΑΠ 594/2021). Ως δικαιώματα των άλλων που περιορίζουν την ελευθερία της εργασίας νοούνται και όλα τα υπό του ιδιωτικού δικαίου αναγνωριζόμενα σε τρίτους, ήτοι και αυτά που απορρέουν από έγκυρες συμβατικές δεσμεύσεις που έχει αναλάβει κάποιος έναντι τρίτων (ΑΠ 1591/2002). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 652 του ΑΚ και 16 του Ν 146/1914 προκύπτει ότι ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση πίστης προς τον εργοδότη, στην οποία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση εχεμύθειας και μη διενέργειας ανταγωνιστικών πράξεων οι οποίες βλάπτουν τα συμφέροντα του εργοδότη του. Τέτοιες πράξεις, πλην άλλων, είναι η άσκηση για δικό του λογαριασμό, με άγνοια του εργοδότη, εμπορικών εργασιών, ομοίων προς τις πράξεις του τελευταίου, ως και η εξυπηρέτηση πελατών του εργοδότη απ' ευθείας από τον μισθωτό (ΟλΑΠ 1/2017, ΑΠ 1285/1984). Η υποχρέωση αυτή ισχύει κατ' αρχήν κατά το χρονικό διάστημά της διάρκειας της εργασιακής σχέσης, δεν αποκλείεται όμως να δεσμευθεί ο εργαζόμενός συμβατικά να μην ασκεί δραστηριότητα όμοια με αυτή του εργοδότη του ή να μην απασχοληθεί σε επιχείρηση που είναι ανταγωνιστική του εργοδότη του, σε εργασία που είναι συναφής με την εργασία που ασκεί στον αντισυμβαλλόμενο εργοδότη του και επιπλέον να συνομολογηθεί για την περίπτωση της υποχρέωσής του αυτής ποινική ρήτρα υπέρ του εργοδότη. Η σύμβαση αυτή δεν αντιβαίνει στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, εφόσον κείται εντός των πλαισίων της καθιερούμενης με αυτό ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) και υπό την προϋπόθεση ότι δεν προσκρούει στο νόμο και ιδίως στις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ, με τις οποίες απαγορεύεται η υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του προσώπου στην οποία περιλαμβάνεται και η καταχυρούμενη με την εν λόγω συνταγματική διάταξη ελευθερία της εργασίας(ΑΠ 1591/2002). Το κύρος δε της ρήτρας απαγόρευσης της εργασίας σε ανταγωνιστική επιχείρηση του τέως εργοδότη μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας εξαρτάται από τη διάρκειά της, την τοπική της έκταση και το είδος της επαγγελματικής δραστηριότητας που απαγορεύτηκε συμβατικά (ΑΠ 1591/2002). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 10/2011). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 59/2022, ΑΠ 93/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Η ενάγουσα εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της εμπορίας επεμβατικών ορθοπεδικών υλικών και υλικών τραυματολογίας προμηθεύοντας με αυτά τα είδη δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς υγείας (δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία, ιδιωτικές κλινικές κλπ.), προσέλαβε στις 21-8-2006, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον πρώτο εναγόμενο (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του ως πωλητής των ανωτέρω προϊόντων της και του ανέθεσε την καθημερινή επαφή του για λογαριασμό της ενάγουσας με πελάτες της για την προώθηση και την πώληση των ως άνω προϊόντων της, έναντι μηνιαίων αποδοχών ποσού 1,280 ευρώ, οι οποίες αυξήθηκαν από 31-5-2008 στο ποσό των 1.677,52 ευρώ και στη συνέχεια από 1-10-2008 αυξήθηκαν στο ποσό των 2.087,84 ευρώ ενώ από 1-9-2012 μειώθηκαν στο ποσό των 1.659,85 ευρώ. Επίσης, η ενάγουσα προσέλαβε στις 9-10-2009, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το δεύτερο εναγόμενο (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο), προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του πωλητής των ανωτέρω προϊόντων της και του ανέθεσε την καθημερινή επαφή του για λογαριασμό της ενάγουσας με πελάτες της για την προώθηση και την πώληση των ως άνω προϊόντων της, έναντι μηνιαίων αποδοχών ποσού 1.062,51 ευρώ, οι οποίες ανήλθαν από την 1-9-2012 στο ποσό των 1.133,17 ευρώ και από 1.3.2019 στο ποσό των 1.555,33 ευρώ. Ακόμη, η ενάγουσα προσέλαβε στις 1.9.2016, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον τρίτο εναγόμενο (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο) προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του πωλητής των ανωτέρω προϊόντων της και του ανέθεσε την καθημερινή επαφή του για λογαριασμό της ενάγουσας με πελάτες της για την προώθηση και την πώληση των ως άνω προϊόντων της, έναντι μηνιαίων αποδοχών ποσού 903,74 ευρώ, οι οποίες ανήλθαν από την 1-2-2019 στο ποσό των 1.226,39 ευρώ. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι παρείχαν τις ως άνω υπηρεσίες τους με επιμέλεια και ευσυνειδησία από τους ανωτέρω χρόνους πρόσληψής τους μέχρι την οικειοθελή τους αποχώρηση, η οποία έγινε στη 1-2-2019 όσον αφορά τον πρώτο, στις 30-4-2019, όσον αφορά τον δεύτερο και στις 3- 7-2019, όσον αφορά τον τρίτο από αυτούς. Από δε τον Ιανουάριο του 2018 ο πρώτος εναγόμενος, διαπιστώνοντας τη σημαντική αύξηση των πωλήσεων των προϊόντων της ενάγουσας για το έτος 2017 -οι οποίες ανήλθαν στο ποσό των 769.898,65 ευρώ έναντι ποσού 555.882,41 ευρώ στο οποίο αυτές ανήλθαν το έτος 2016- ζήτησε από το Διευθύνοντα Σύμβουλο της ενάγουσας να επανέλθουν οι μηνιαίες αποδοχές του στα προ της 1-9-2012 επίπεδα πλην όμως το αίτημά του αυτό δεν έγινε δεκτό. Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι το ίδιο ως άνω αίτημα ο πρώτος εναγόμενος υπέβαλε στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ενάγουσας Α. Μ. τον Οκτώβριο του 2018, προειδοποιώντας τον τελευταίο ότι σε περίπτωση που δεν ικανοποιείτο το αίτημά του αυτό, θα αποχωρούσε από την ενάγουσα την 1-1-2019. Επειδή δε η ενάγουσα δεν ικανοποίησε το ανωτέρω αίτημά του, ο πρώτος εναγόμενος κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση εργασίας του στις 28-1-2019, με σχετική προφορική του δήλωση προς τον ανωτέρω Διευθύνοντα Σύμβουλο της (ενάγουσας) και αφού τακτοποίησε όλες τις εργασιακές του εκκρεμότητες αποχώρησε από την ανωτέρω θέση εργασίας του την 1-2-2019. Επίσης, ο δεύτερος εναγόμενος από το έτος 2018 διαπιστώνοντας και αυτός τη σημαντική αύξηση των πωλήσεων των προϊόντων της ενάγουσας για το έτος 2017, ζήτησε από τον ανωτέρω Διευθύνοντα Σύμβουλο της ενάγουσας να αυξηθούν οι μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε και να ανέλθουν αυτές στο ποσό των 1.800 ευρώ πλην όμως το αίτημά του δεν έγινε δεκτό και κατά τη διάρκεια του θέρους του έτους 2018 ο δεύτερος εναγόμενος υπέβαλε ξανά το ανωτέρω αίτημα προειδοποιώντας τον ανωτέρω Διευθύνοντα Σύμβουλο της ενάγουσας ότι σε περίπτωση που δεν ικανοποιείτο το αίτημά του αυτό, θα αποχωρούσε από την ενάγουσα. Η τελευταία ανακοίνωσε στο δεύτερο εναγόμενο την 1-3-2019 ότι από την ανωτέρω ημερομηνία οι μηνιαίες αποδοχές του θα ανέρχονταν στο ποσό των 1.555,33 ευρώ, ποσό που ήταν μικρότερο του αιτηθέντος από το δεύτερο εναγόμενο, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να καταγγείλει την ανωτέρω σύμβαση εργασίας του στις 23-4-2019, με σχετική προφορική του δήλωση προς τον ανωτέρω Διευθύνοντα Σύμβουλο της ενάγουσας και αφού τακτοποίησε όλες τις εργασιακές του εκκρεμότητες, αποχώρησε από την πιο πάνω θέση εργασίας του στις 30-4-2019. Ακόμη, ο τρίτος εναγόμενος διαπιστώνοντας και αυτός τη σημαντική αύξηση των πωλήσεων των προϊόντων της ενάγουσας για το έτος 2017, ζήτησε από τον ανωτέρω Διευθύνοντα Σύμβουλο της ενάγουσας κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου του έτους 2018 να αυξηθούν οι μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε πλην όμως το αίτημα του αυτό απορρίφθηκε, το δε ως άνω αίτημα ο τρίτος εναγόμενος το υπέβαλε και πάλι τον Ιανουάριο του έτους 2019 στον ως άνω Διευθύνοντα Σύμβουλο της ενάγουσας προειδοποιώντας τον τελευταίο ότι σε περίπτωση που δεν ικανοποιείτο το αίτημά του αυτό, θα αποχωρούσε από την ενάγουσα. Η τελευταία ανακοίνωσε στον τρίτο εναγόμενο την 1-2-2019 ότι από την ανωτέρω ημερομηνία οι μηνιαίες αποδοχές του θα ανέρχονταν στο ποσό των 1.226,39 ευρώ, ποσό που δεν ικανοποίησε τον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος προειδοποίησε πάλι την ενάγουσα ότι θα αποχωρούσε από τη θέση εργασίας του και στις 2-7-2019 κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση εργασίας του, με σχετική προφορική του δήλωση προς τον ανωτέρω Διευθύνοντα Σύμβουλο της ενάγουσας και αφού τακτοποίησε όλες τις εργασιακές του εκκρεμότητες, αποχώρησε από την πιο πάνω θέση εργασίας του στις 4-7-2019. Για όλα δε τα παραπάνω περιστατικά είναι σαφείς οι καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. σχετικά αποσπάσματα της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Χ. Σ.: "Ερώτ.: Προειδοποίησαν την εταιρεία, είχαν εκφράσει προς την εταιρεία, προειδοποίησαν την προηγούμενη εργοδότρια ότι δεν είναι ικανοποιημένοι; Απάντ.: Είχαν προειδοποιήσει το 2018 και σε συζητήσεις που θυμάμαι εγώ τουλάχιστον, και ο κος Μ. και Π. ... Δ.", "Ερώτ.: Συγκεκριμένα γνωρίζετε εάν είχαν προαναγγείλει την πρόθεσή τους να αποχωρήσουν; Και κατά ποιο τρόπο; Απάντ.; Ναι, με είχαν ενημερώσει ότι είχαν ενημερώσει την εργοδότρια, σίγουρα ήταν μέσα στο καλοκαίρι του 2018. Και ο κος Β. ήταν φθινόπωρο θυμάμαι που είχαμε μια τέτοια συζήτηση ότι είχε ενημερώσει του 2018" -σελ. 15 των πρακτικών της εκκαλουμένης, "Ερώτ.: Ξέρετε αν γνωστοποίησαν οι εναγόμενοι; Το είπατε και πριν. Απάντ.: Το δήλωσαν"-σελ. 17 των πρακτικών της εκκαλουμένης, "Ερώτ.: Σας είπαν τι δήλωσαν στην εταιρεία που αποχώρησαν; Τους είπαν ότι εμείς θα εργαστούμε; Τους ρώτησαν φαντάζομαι γιατί αποχωρείτε. Δεν μπορεί να απεχώρησαν έτσι. Δεν τους. Δεν τους ρώτησαν στην εταιρεία γιατί αποχωρείτε; Τον λόγο. Απάντ.: Το μόνο που ξέρω είναι ότι είχαν ενημερώσει την εταιρεία ότι ήθελαν κάτι καλύτερο οικονομικά. Ερώτ.: Πόσο καιρό πριν ενημέρωσαν την εταιρεία; Απάντ.: Από το καλοκαίρι που ξέρω εγώ του 2018. Ερώτ.: Και οι τρεις; Απάντ.: Όχι και οι τρεις. Ήταν οι δύο, ο Δ. και ο Π.. Και ο Σ. ήταν από το φθινόπωρο ουσιαστικά του 2018."-σελ. 20 των πρακτικών της εκκαλουμένης, βλ. επίσης αποσπάσματα της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Α. Μ.: "Ερώτ.: Στα πλαίσια αυτών των συζητήσεων σας έχουν εκφράσει ποτέ γνωρίζετε από τους εναγομένους εάν είχαν δηλώσει την πρόθεσή τους και αν είχαν πληροφορήσει για την πρόθεσή τους να αποχωρήσουν την πρώην εργοδότριά τους την Κ…; Απάντ.: Όπως και με πολλούς πωλητές ξέρουμε πότε μετακινούνται, δηλαδή πότε φεύγουνε, πότε έρχονται γιατί το συζητάμε πάντα, έτσι και με τα παιδιά έχουμε μιλήσει. Ήξερα ειδικά για τον Σ. ότι ήθελε να φύγει. Ερώτ.: Για ποιο λόγο; Απάντ.: Λόγω οικονομικών. Αυτό ξέρω μόνο. Αν δεν τον ικανοποιούσαν δηλαδή οικονομικά θυμάμαι ότι μετά τις διακοπές που βρεθήκαμε μου είπε θα φύγει τέλος του χρόνου αν δεν ικανοποιηθεί. Ερώτ.: Για τους άλλους δύο γνωρίζετε; Απάντ.: Τον κύριο Μ. έχουμε μιλήσει πολλές φορές το καλοκαίρι. Είχε την ίδια άποψη ότι αν δεν ικανοποιηθεί οικονομικά. Και με τον Π. ξέρω επειδή ήταν νέος δεν ήξερα αν θα αντέξει στον χώρο γιατί είναι πολύ επίπονος ο κώρος και δεν ξέρω και τα οικονομικά πάλι"-σελ. 24 των πρακτικών της εκκαλουμένης, "Ερώτ.: Τι σας είπανε; Απάντ.: Μου είπανε ότι αν δεν ικανοποιηθούν οικονομικά γιατί θέλανε παραπάνω θα φύγουν"-σελ. 25 των πρακτικών της εκκαλουμένης, "Ερώτ.: Ξέρετε αν προειδοποίησαν ότι θα φύγουν; Απάντ.: Αυτό που μου έχουν πει τα παιδιά είναι ότι προειδοποίησαν ότι θα φύγουνε. Ερώτ.: Πόσο καιρό προειδοποίησαν; Απάντ.: Ο Σ. ξέρω ότι, γιατί μιλήσαμε μετά το καλοκαίρι δηλαδή Σεπτέμβρη, ότι τέλος του χρόνου θα φύγει. Τα άλλα δύο παιδιά είχαμε μιλήσει μέσα στο καλοκαίρι ότι θα φύγουνε. Θα προσπαθήσουνε μέχρι την επόμενη χρονιά."-σελ. 26 των πρακτικών της εκκαλουμένης), οι όπως οι ανωτέρω καταθέσεις κατά περιεχόμενο δεν αναιρούνται βάσιμα από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο ενώ εξάλλου τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συνάγονται και από το κείμενο της ανωτέρω, από 6-3-2020, αγωγής, στο οποίο και δη στις σελ. 4, 6 και 7 (και παρ. 6, 13, 16, αντίστοιχα) αυτής αναφέρεται ότι η ενάγουσα δια του ανωτέρω Διευθύνοντος Συμβούλου της περιορίστηκε να υπενθυμίσει στους εναγομένους μόνο την υποχρέωση πίστεως αυτών προς την ενάγουσα που απέρρεε από τις ανωτέρω συμβάσεις εργασίας τους, για την οποία (υποχρέωση πίστεως) γίνεται αναφορά παρακάτω, χωρίς να γίνει καμία μνεία ή αναφορά για προβολή αξίωσης ή για διατύπωση διαμαρτυρίας ή επιφύλαξης για αποζημίωση εκ μέρους της ενάγουσας λόγω μη προειδοποιήσεώς της από τους εναγόμενους σχετικά με την πρόθεσή τους να καταγγείλουν τις ανωτέρω συμβάσεις εργασίας τους. Συνεπώς, εφόσον οι εναγόμενοι είχαν προειδοποιήσει την εργοδότριά τους ενάγουσα, δια του ανωτέρω Διευθύνοντος Συμβούλου της, προφορικά και πολύ πριν την πάροδο 3 μηνών από τις ανωτέρω αποχωρήσεις τους σχετικά με την πρόθεσή τους να καταγγείλουν τις πιο πάνω συμβάσεις εργασίας τους, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της μείζονας σκέψης της παρούσας, τα σχετικά κονδύλια της αγωγής που αφορούν αποζημίωση της ενάγουσας λόγω μη έγκαιρης προειδοποίησης της ενάγουσας από τους εναγόμενους για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από αυτούς και χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κρίνονται ως ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την εταιρεία με την επωνυμία "Π. Ι. Π. & Υ.-Μ. Ε.Π.Ε." στις 8.2.2019, ο δεύτερος εναγόμενος προσελήφθη από την ίδια ως άνω εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις 2.5.2019 και ο τρίτος εναγόμενος προσελήφθη από την ανωτέρω εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις 9.7.2019. Στις ανωτέρω δε συμβάσεις εργασίας που είχαν καταρτιστεί μεταξύ της ενάγουσας και των εναγόμενων υπήρχε όρος με τον οποίο οι εναγόμενοι υποχρεώνονταν επί δύο (2) έτη μετά τη λήξη των συμβάσεων εργασίας τους με την ενάγουσα να μην εργασθούν σε άλλη επιχείρηση που ασκεί την ίδια ή άλλη δραστηριότητα με αυτή της ενάγουσας, ενώ ως κύρωση για την παράβαση αυτής της υποχρέωσης ορίστηκε η καταβολή ποινικής ρήτρας ποσού 15.000 ευρώ. Ωστόσο, ο πιο πάνω όρος που έχει χαρακτήρα ρήτρας απαγορεύσεως ανταγωνισμού κρίνεται άκυρος στην προκειμένη περίπτωση και μη δεσμευτικός για τους εναγόμενους διότι με αυτόν καταλύεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας των εναγομένων και το εξίσου κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης αναπτύξεως της οικονομικής ή επαγγελματικής δράσεως των υπόχρεων εναγομένων... Τέλος δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς των εναγομένων επλήγη η φήμη και το κύρος της ενάγουσας εταιρείας έναντι των πελατών και των προμηθευτών της, με τη δημιουργία δυσμενούς εντύπωσης σε αυτούς ότι η ενάγουσα αδυνατεί να προστατεύσει τα οικονομικά της συμφέροντα και τις απόρρητες επαγγελματικές πληροφορίες της και επομένως η σχετική αξίωση της ενάγουσας για καταβολή σε αυτήν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την από 26.4.2021 έφεση της ενάγουσας, δέχτηκε κατ' ουσία την από 6.5.2021 έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την 1726/2020 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και απέρριψε την από 6.3.2020 αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο, δηλαδή, ότι ο όρος των επίδικων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας περί απαγόρευσης ανταγωνισμού, είναι άκυρος και μη δεσμευτικός διότι με αυτόν καταλύεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας των αναιρεσιβλήτων και το εξίσου κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της οικονομικής ή επαγγελματικής δράσης τους, χωρίς περαιτέρω να ερευνήσει τις συγκεκριμένες συνθήκες και χωρίς να αξιολογήσει και σταθμίσει τα συγκρουόμενα συμφέροντα των μερών, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 652, 178, 179, 361 ΑΚ, και 16 του ν. 146/1914 και 5 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 23 παρ. 3 του Συντάγματος, αρκούμενο έτσι για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος. Ειδικότερα, για την ακυρότητα της συμφωνηθείσας ρήτρας αποφυγής ανταγωνιστικών πράξεων, που συνάπτεται εντός της διαγραφόμενης αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται στις συνταγματικές διατάξεις με τις οποίες κατοχυρώνονται οι ατομικές ελευθερίες και το δικαίωμα της εργασίας, εφόσον η συνταγματική κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών δεν αποκλείει τους συμβατικούς περιορισμούς, απαιτείται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, να είναι αυτή (συμφωνηθείσα ρήτρα) αντίθετη στο νόμο και ιδίως στις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ ως δεσμεύουσα, ενόψει των περιστάσεων που τη συνοδεύουν, υπέρμετρα την ελευθερία του εργαζόμενου, στοιχεία που δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν από το Εφετείο. Περαιτέρω, ενόψει των προαναφερθεισών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς και μη σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω αναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε. Τούτο δε διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια και πληρότητα, ενόψει των γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, οι ειδικότερες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και τα κριτήρια της χρονικής διάρκειας, του τοπικού χαρακτήρα, του είδους της απαγορευμένης επαγγελματικής δραστηριότητας των αναιρεσίβλητων, της ύπαρξης δικαιολογημένων συμφερόντων της αναιρεσείουσας και της παροχής από την τελευταία ανάλογης αντιπαροχής προς τη συμβατική δέσμευση των αναιρεσιβλήτων, στοιχεία αναγκαία από το νόμο, προκειμένου, μετά την στάθμιση και αξιολόγηση αυτών, να κριθεί αν πράγματι καταλύεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας και το εξίσου κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της οικονομικής ή επαγγελματικής δράσης των αναιρεσιβλήτων. Τουναντίον, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αρκείται μόνο στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματός του ότι οι επίδικες ρήτρες περί απαγόρευσης του ανταγωνισμού είναι άκυρες γιατί καταλύουν τις ανωτέρω συνταγματικά κατοχυρωμένες ελευθερίες των αναιρεσίβλητων, ως εργαζομένων. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της παραβίασης των ανωτέρων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη του αγωγικού αιτήματος της επιδίκασης της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, ύψους 15.000 ευρώ, λόγω της παραβίασης εκ των αναιρεσιβλήτων της συμφωνηθείσας ρήτρας περί απαγόρευσης ανταγωνισμού για χρονικό διάστημα δύο ετών μετά τη λήξη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας τους, είναι βάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002 ΑΠ 194/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 194/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, για την απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης αγωγικού αιτήματος της καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω της απροειδοποίητης καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας εκ μέρους των αναιρεσίβλητων, δεν έλαβε υπόψη τα παραδεκτώς και εμπροθέσμως προσκομιζόμενα με επίκληση, τόσο πρωτοδίκως με τις από 23.9.2020 προτάσεις της όσο και ενώπιον του Εφετείου με τις από 28.11.2021 προτάσεις της, αποδεικτικά μέσα και ειδικά 1) τις 5000/2020, 5001/2020, 6216/2021, 6217/2021 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Μ. Κ., Β. Μ., Α. Μ. και Χ. Σ., αντίστοιχα, 2) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Ε. Β., που κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την 1726/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρακτικά, 3) τον αναλυτικό λογαριασμό της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας Vodafone για το κινητό τηλέφωνο ... που παραχωρήθηκε από την αναιρεσείουσα στην πρώτο αναιρεσίβλητο, όπου εμφαίνεται ότι κατά την ημέρα (28.1.2019) της ανακοίνωσης της αιφνίδιας και άνευ γνωστοποίησης παραίτησής του και σε διάστημα σαράντα λεπτών, ο πρώτος αναιρεσίβλητος απέστειλε προς τους πελάτες της αναιρεσείουσας 350 μηνύματα, με τα οποία τους ενημέρωνε για την παραίτησή του και τους διαβεβαίωνε ότι θα επικοινωνήσει άμεσα από την καινούργια εργασία του και 4) τα ηλεκτρικά μηνύματα που απέστειλε η αναιρεσείουσα προς τους αναιρεσίβλητους αμέσως μετά την αποχώρησή τους, με τα οποία τους ενημέρωνε για τις υποχρεώσεις τους προς την εταιρεία λόγω της μη έγκαιρης γνωστοποίησης των παραιτήσεών τους. Ότι από τα ανωτέρω αποδεικτά μέσα προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι α) αποχώρησαν απροειδοποίητα και χωρίς να τηρήσουν την υποχρέωση προηγούμενης ειδοποίησης της αναιρεσείουσας, δημιουργώντας έτσι αναστάτωση στη λειτουργεία του τμήματος πωλήσεων της εταιρείας, β) προσπάθησαν, ενεργώντας από κοινού, παράνομα και επανειλημμένα να αποσπάσουν υπαλλήλους και πελάτες της εταιρείας, γ) παράδωσαν στην ανταγωνίστρια εταιρεία απόρρητα στοιχεία και ευαίσθητα δεδομένα της εταιρείας και προκάλεσαν σοβαρό πρόβλημα στη λειτουργία της και δ) διέδωσαν ψευδή πράγματα σε βάρος της, σε πελάτες της, σε συνεργάτες και προμηθευτές της, εν γνώσει τελούντες της αναλήθειας τους με αποτέλεσμα να κλονιστεί η εμπιστοσύνη τους απέναντι στην εταιρεία και να υποστεί ηθική βλάβη στη φήμη, στην πελατεία, στο κύρος, στην πίστη και στην επαγγελματική της υπόληψη. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ` αυτή γίνεται μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν, πλην, όμως, από το όλο περιεχόμενο αυτής δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες για το αν το πιο πάνω δικαστήριο της ουσίας, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ότι οι αναιρεσίβλητοι ειδοποίησαν έγκαιρα την αναιρεσίβλητη για την παραίτησή τους, απορρίπτοντας, συνακόλουθα, το αγωγικό αίτημα για την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της αιφνίδιας και άνευ προειδοποίησης παραίτησής τους, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα προαναφερθέντα έγγραφα, που η ενάγουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νόμιμα. Το Εφετείο δεν κάνει καμία συγκεκριμένη αναφορά στα ανωτέρω έγγραφα, που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, παρά την εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Χ. Σ. που εξετάστηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων και ενόψει βέβαια της αντίθετης ουσιαστικής κρίσης στην οποία κατέληξε με το να απορρίψει το σχετικό αίτημα της αγωγής της αναιρεσείουσας. Συνεπώς, ο σχετικός τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος. Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλονται πλημμέλειες από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς, που εκτίθενται στην αγωγή και που θεμελιώνουν το αίτημα της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη η αναιρεσείουσα, λόγω αδικοπρακτικής και αθέμιτης συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων και ειδικά ότι οι τελευταίοι, οι οποίοι με δόλιο, μεθοδευμένο και προσχεδιασμένο τρόπο αποχώρησαν από την επιχείρηση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, αιφνίδια, χωρίς καμία ειδοποίηση και προσελήφθησαν αμέσως από την ανωτέρω ανταγωνίστρια εταιρεία με την επωνυμία "Π. Ι. Π. - Υ. ΜΕΠΕ", παρέδωσαν σ' αυτήν ευαίσθητα και απόρρητα δεδομένα και στοιχεία της και δη τους καταλόγους των πελατών, των συνεργατών και των προμηθευτών της, τις συμβάσεις με τους πελάτες, συνεργάτες και προμηθευτές της, τα φορολογικά, εμπορικά και οικονομικά στοιχεία της, διέδιδαν στους πελάτες της, εν γνώσει της αναληθείας, ψευδή γεγονότα και δη ότι η οικονομική της κατάσταση είναι άσχημη και ότι οδηγείται σε πτώχευση και προσπάθησαν να υφαρπάξουν τους πελάτες της. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση στην αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αρκούμενο μόνο στην παραδοχή ότι δεν επλήγη η φήμη και το κύρος της ενάγουσας εταιρείας έναντι των πελατών και των προμηθευτών της με τη δημιουργία δυσμενούς εντύπωσης σ' αυτούς ότι η ενάγουσα αδυνατεί να προστατεύσει τα οικονομικά της συμφέροντα και τις απόρρητες επαγγελματικές πληροφορίες της, χωρίς περαιτέρω να λάβει υπόψη και να ερευνήσει τους ανωτέρω αυτοτελείς πραγματικούς και παραδεκτά προβαλλόμενους ισχυρισμούς που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, Συνεπώς, ο ανωτέρω από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος. Επομένως, κατά παραδοχή των πρώτου, τρίτου και τέταρτου λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση και του δεύτερου λόγου αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2417/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης. Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ