Αριθμός 525/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Π. - Α. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο-Σέργιο Σακαλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/2/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 367/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1208/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/7/2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 28/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 19/7/2012 αίτησης της Α. Π.-Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1208/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 261 και 262 Α.Κ., προκύπτει ότι ένσταση, υπό δικονομική έννοια, είναι η σύνθετη εκείνη διαδικαστική πράξη, η οποία, σε πρώτο μεν στάδιο περιέχει κατάφαση (ρητή ή σιωπηρά) της ιστορικής βάσης της αγωγής, σε δεύτερο δε, επίκληση νέων γεγονότων, διαφορετικών από εκείνα, που συγκροτούν τη βάση της αγωγής και τα οποία αποτρέπουν την επέλευση της επιδιωκόμενης με την αγωγή έννομης συνέπειας. Με την άρνηση, εξάλλου, του διαδίκου, που, κατά κανόνα, είναι ο εναγόμενος, αλλά και ο ενάγων, ως προς τα θεμελιωτικά της ανταγωγής ή ενστάσεως περιστατικά, ο διάδικος, αρνείται τη συνδρομή των περιστατικών, τα οποία επικαλείται ο αντίδικός του, προς θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεώς του. Η άρνηση, περαιτέρω, μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρά, απλή ή αιτιολογημένη. Στην τελευταία περίπτωση, ο διάδικος, χωρίς, βεβαίως, να έχει σχετική, δικονομική υποχρέωση, εκθέτει και τους λόγους, με βάση τους οποίους, κατ' αυτόν, δεν συντρέχουν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επικαλείται ο αντίδικός του, προς θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Εξ άλλου από τα άρθρα 591 παρ. 1β', 666 παρ.1, 115 παρ.3 και 256 παρ.1δ' ΚΠολΔ συνάγεται ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς, πραγματικούς ισχυρισμούς τους, που συνιστούν ένσταση ή αντένσταση, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επί πλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενο αυτής (ΚΠολΔ 259). Η καταχώρηση της προφορικής προβολής των ισχυρισμών στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων των διαδίκων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής αυτής εκ του περιεχομένου είτε των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων είτε των κατατεθεισών εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη είναι απαράδεκτη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών που δεν είχαν προταθεί στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ. Ο διάδικος, που ως εκκαλών προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων που επιτρέπουν την όψιμη προβολή τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559, αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δικ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι λόγοι έφεσης. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 9-2-2009 αγωγή της εκθέτει ότι με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη συνδεόταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι από 1-1-2009 η τελευταία έπαυσε να αποδέχεται τις νόμιμα προσφερόμενες υπηρεσίες της, χωρίς όμως και να προβεί στη νόμιμη καταγγελία της εργασιακής αυτής σύμβασης και χωρίς να της καταβάλει την από το νόμο προβλεπόμενη αποζημίωση. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητεί να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 Α.Κ., άλλως λόγω ακυρότητας της καταγγελίας, κατ' άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955. Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη αρνήθηκε τη βασιμότητα της αγωγής, ήτοι ότι συντρέχουν οι επικαλούμενοι από την ενάγουσα λόγοι, με βάση τους οποίους αυτή (εναγομένη) είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας, ισχυριζόμενη, παραπέρα, ότι η σύμβαση που συνέδεε αυτήν και την ενάγουσα δεν ήταν αορίστου, αλλά ορισμένης διάρκειας, η δε μη αποδοχής της εργασίας της έγινε σύννομα και με βάση τον κανονισμό εργασίας αυτής, στον οποίο είχε υπαχθεί, συμβατικά και η ενάγουσα. Το Μονομελές Πρωτοδικείο, απέρριψε την αγωγή, με το αιτιολογικό ότι, δεν αποδείχθηκε το βάσιμό της, ήτοι ότι η εργασιακή σχέση που συνέδεε τις διαδίκους ήταν αορίστου χρόνου, αλλά ότι αυτή ήταν ορισμένου χρόνου, η δε λήξη της επήλθε με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας της ενάγουσας, σύμφωνα με τον Κανονισμό της ήδη αναιρεσίβλητης. Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενη ειδικότερα, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε το εφετείο δικονομικό απαράδεκτο και έλαβε υπόψη του ισχυρισμό (ένσταση) που δεν προτάθηκε νόμιμα από την ήδη αναιρεσίβλητη, ενώ δεν έλαβε υπόψη του νόμιμα προβληθείσα από αυτήν αντένσταση. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, α) ότι ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, ότι δηλαδή η επίδικη εργασιακή σχέση ήταν ορισμένου και όχι αορίστου χρόνου, δεν προβλήθηκε σύννομα, αφού, ως αποτελών ένσταση, έπρεπε να καταχωρηθεί στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, πράγμα το οποίο δεν έγινε, αλλά και ούτε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις (ούτε γίνεται επίκληση αυτών) του άρθρου 527 για την παραδεκτή προβολή του το πρώτον ενώπιον του εφετείου, β) έλαβε υπόψη του (το εφετείο) ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, που δεν προβλήθηκε και γ) δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό (αντένσταση) του αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τον οποίο, η υπαγωγή της στον κανονισμό εργασίας της εναγομένης και η μετατροπή της συμβάσεως εργασίας της σε ορισμένου χρόνου, ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στις διατάξεις του Π.Δ. 178/2002 καθώς και καταχρηστική, ως αντιβαίνουσα στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και κατά τα τρία σκέλη, καθόσον, ο ως άνω ισχυρισμός της (ήδη) αναιρεσίβλητης, δεν αποτελεί ένσταση, κατά την έννοια του νόμου, ώστε να ήταν απαραίτητη η καταχώρισή του στα πρακτικά της δίκης, αλλά αιτιολογημένη άρνηση, αφού αυτή δεν συνομολογεί την αγωγή, κατά τα θεμελιώδη αυτής περιστατικά, ήτοι ότι συνέτρεχε εν προκειμένω περίπτωση συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, λόγο, στον οποίο η αναιρεσείουσα-ενάγουσα στηρίζει την ένδικη απαίτησή της, ζητώντας μισθούς υπερημερίας, από το γεγονός ότι δεν λύθηκε (όπως υποστηρίζει) η σύμβαση, αλλά (η αναιρεσίβλητη) αρνείται τη συνδρομή του (θεμελιώδους) αυτού αγωγικού ισχυρισμού, αιτιολογώντας, περαιτέρω, την άρνησή της αυτή. Συνεπώς α) δε συντρέχει περίπτωση δικονομικού απαραδέκτου, β) δεν έλαβε υπόψη του το εφετείο "πράγματα", που δεν προτάθηκαν νόμιμα και γ) δεν συντρέχει περίπτωση "αντενστάσεως" εκ μέρους του αναιρεσείοντος, ώστε να ληφθεί αυτή υπόψη από από δικαστήριο, αλλά, ουσιαστικά, νέα βάση της αγωγής, που απαράδεκτα προτάθηκε, κατά το άρθρο 224 Κ.Πολ.Δικ. Από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 και των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ προκύπτει ότι, μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της επιχείρησης. Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημία. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους: α) να αποδεχθεί την μεταβολή, οπότε συνάπτεται, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων. Η μεταβολή των όρων εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχθεί αυτή ρητά ή σιωπηρά, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίζεται εγκύρως νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο εργαζόμενος δεν δύναται να ασκήσει τις ανωτέρω υπό στοιχεία β' και γ' αξιώσεις, δηλαδή, την θεώρηση της μεταβολής ως καταγγελίας και την καταβολή της νόμιμης γι' αυτήν αποζημίωσης ή την τήρηση των όρων της σύμβασης (Α.Π. 48/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν.2112/ 1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδόλως επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου". Κατά δε το άρθρο 4 του Π.Δ/τος 178/2002 "Περί προστασίας δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών", που ισχύει από 17/7/2001 (άρθρο 12 αυτού) με το οποίο, αφού καταργήθηκε το, αναλόγου σκοπού, Π.Δ. 572/1988, εναρμονίστηκε η Ελληνική νομοθεσία με την οδηγία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 77/187/14-2-1977, με τις διατάξεις του οποίου ρυθμίζονται οι συνέπειες της μεταβολής του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική της δραστηριότητα, στις εργασιακές σχέσεις, με βασικές αρχές την προστασία της υπόστασης και του περιεχομένου των σχέσεων εργασίας του προσωπικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, την παράλληλη, εις ολόκληρον ευθύνη παλαιού και νέου εργοδότη και την ενίσχυση των συμμετοχικών δικαιωμάτων των εργαζομένων "Διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο, για τις υποχρεώσεις, που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο, που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησία, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, καθιερώνεται, κατά κάποιο τρόπο, "πλάσμα δικαίου", με το οποίο, ουσιαστικά, ο νέος εργοδότης ταυτίζεται με τον προηγούμενο, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, η δε εργασιακή σύμβαση του μισθωτού, θεωρείται ως μία και αδιαίρετη. Από το όλο, λοιπόν, αυτό πλέγμα των διατάξεων του Π.Δ.178/2002 και του Ν. 2112/1920,, προκύπτει ότι ο βασικός σκοπός αυτών είναι η προστασία των εργαζομένων από τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει γι' αυτούς η αναδιάρθρωση, εξυγίανση και εν γένει μεταβίβαση της επιχείρησης. Τίθενται δηλαδή σαφώς υπέρ των εργαζομένων, οι οποίοι και μέσα στα πλαίσια που διαγράφονται από τις διατάξεις αυτές καθώς και από αυτές των άρθρων 361, 179, 281 Α.Κ., μπορούν, σύννομα, να αρνηθούν οποιαδήποτε μεταβολή της εργασιακής τους σχέσης, η οποία θα έχει ως συνέπεια την χειροτέρευση των όρων εργασίας τους και να απαιτήσουν την συνέχιση αυτής, όπως και κατά το προηγούμενο, πριν τη μεταβίβαση, εργασιακό καθεστώς. Μέσα στα ίδια, όμως, νομοθετικά πλαίσια και με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί ο μισθωτός να αποδεχθεί τη μεταβολή των όρων εργασίας, οπότε ουσιαστικά, συνάπτεται νέα σύμβαση εργασίας, η οποία και στην περίπτωση αυτή, είναι έγκυρη, εφόσον αυτή δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε απαγορευτική διάταξη του νόμου και τούτο γιατί, όπως αναφέρθηκε, οι ως άνω διατάξεις, που προβλέπουν τα σχετικά με τις εργασιακές σχέσεις, σε περίπτωση μεταβολής, με οποιονδήποτε τρόπο, του εργοδότη, τίθενται υπέρ των εργαζομένων. Τούτο έχει την έννοια ότι ο νέος εργοδότης δε μπορεί, κατ' αρχήν, να μεταβάλει τις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, σε βάρος των εργαζομένων. Οποιαδήποτε δυσμενής μεταβολή, μπορεί να αποκρουσθεί με βάση τις διατάξεις αυτές, αλλά και, περαιτέρω, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 179, 281 Α.Κ. Μεταβολή, όμως, η οποία επέρχεται με βάση την ελεύθερη βούληση του εργαζομένου, είναι έγκυρη και παράγει τις έννομες συνέπειές της, αφού, σε διαφορετική περίπτωση (αν δηλαδή η μεταβολή αυτή γίνεται παρά τη θέλησή του), ο εργαζόμενος μπορεί να την αποκρούσει, εφόσον προστατεύεται, όπως αναφέρθηκε, αποτελεσματικά από τις ως άνω διατάξεις του Ν. 2112/1920, Π.Δ.178/2002 και άρθρων 179, 281, 648, 652 Α.Κ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, κατά δε τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συντρέχει περίπτωση ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν τα περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί αν μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό. Η έλλειψη αυτή υπάρχει και όταν το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται ενδοιαστικά και όχι με βεβαιότητα. Επίσης, ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό λόγο. Αντίφαση, εξάλλου, στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε ,σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία, για την εφαρμογή της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, τα εξής: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνήφθη την 29-12-1975 προσελήφθη η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα από την εναγομένη - εφεσίβλητη ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό του Λογιστικού Κλάδου, εξελιχθείσα βαθμολογικά έως τον βαθμό του τμηματάρχη Β. Την 27-9-91 έχοντας συμπληρώσει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις της ισχύουσας νομοθεσίας για άμεση συνταξιοδότησή της, υπέβαλε στη Διεύθυνση προσωπικού της Τράπεζας την από 27-9-91 αίτησή της με την οποία δήλωνε ότι επιθυμούσε να αποχωρήσει από την υπηρεσία της Τράπεζας και για το λόγο αυτό κατήγγειλε μονομερώς την εργασιακή της σύμβαση από 1-10-1991, έλαβε δε από το Ταμείο Συντάξεων του προσωπικού της Τράπεζας σύνταξη. Την ίδια ημεροχρονολογία δηλαδή την 1-10-91 η ενάγουσα - εκκαλούσα προσελήφθη από την θυγατρική της εναγομένης Τράπεζας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ ΑΕ" (ΕΘΝΕΧ Α.Ε.) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να ασχοληθεί με την παροχή υπηρεσιών σχετιζομένων με την ανάπτυξη της επενδυτικής δραστηριότητος της εταιρείας σε τίτλους στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, έναντι μηνιαίου μισθού 300.00 δραχμών αρχικά. Υπό την ιδιότητα της αυτή παρείχε τις υπηρεσίες της στην εταιρεία "ΕΘΝΕΧ Α.Ε.", λαμβάνοντας παράλληλα σύνταξη από το Ταμείο Συντάξεων της εναγομένης Τράπεζας έως την 13-12-2005 οπότε ολοκληρώθηκαν οι εργασίες απορρόφησης της ΕΘΝΕΧ Α.Ε από την εναγομένη ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ και λόγω της συγχωνεύσεως και της συνεπεία αυτής καθολικής διαδοχής, μεταβιβάστηκε η σχέση εργασίας τόσο της εκκαλούσας όσο και του λοιπού προσωπικού της ΕΘΝΕΧ στην διάδοχο εταιρεία δηλαδή την εναγομένη - εφεσίβλητη. Την 2-2-2006, δηλαδή δύο περίπου μήνες μετά τη συγχώνευση, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης Τράπεζας αποφάσισε στην 1286 συνεδρίασή του την ένταξη των οκτώ εργαζομένων της "ΕΘΝΕΧ Α.Ε" στο τακτικό προσωπικό του, προκειμένου να αξιοποιήσει τα άτομα αυτά εντός της υφισταμένης οργανωτικής δομής της Τράπεζας. Απεφασίσθη επίσης ότι οι όροι εργασίας του εντασσόμενου προσωπικού θα ρυθμίζονται στο σύνολο τους από τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας των Επιχειρησιακών Σ.Σ.Ε. και των αποφάσεων της Διοίκησης για το προσωπικό της Ε.Τ.Ε. (βλ. απόσπασμα των πρακτικών συνεδριάσεως του Δ.Σ. της Ε.Τ.Ε. με αριθ 1286/2-2- 2006). Ως απαραίτητη προϋπόθεση εντάξεως του προσωπικού της ΕΘΝΕΧ Α.Ε. στην εναγομένη - εφεσίβλητη τέθηκε η αποδοχή από το εντασσόμενο προσωπικό της των όρων όπως αυτοί αναλυτικά αναφέρονται στο πιο πάνω πρακτικό του ΔΣ. Άπαντες οι εργαζόμενοι της ΕΘΝΕΧ Α.Ε. αποδέχτηκαν την ως άνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, η ενάγουσα όμως είχε τις αντιρρήσεις της, προφανώς λόγω της ιδιότητος της στην ΕΘΝΕΧ Α.Ε. ως διευθύντριας και λόγω στερήσεως από την εναγομένη, των εις είδος μισθολογικών παροχών της. Έτσι την 20-6-2006 η αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης τής απέστειλε την από 20-6-2006 επιστολή της με την οποία αφού της εξηγούσε τους λόγους που επέβαλαν την ένταξή της στο τακτικό προσωπικό, την καλούσε να αποδεχτεί το περιεχόμενο της αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της, ως προς τους όρους εντάξεώς της στο τακτικό προσωπικό και να απασχοληθεί στη Διεύθυνση Εξυπηρέτησης Χρηματοοικονομικών Οργανισμών ως Προϊσταμένη Υπηρεσίας, επισημαίνοντας της ότι τυχόν νέα άρνηση της θα οδηγούσε την Τράπεζα να εξετάσει το ενδεχόμενο καταγγελίας της συμβάσεως της. Επίσης της ανέφερε ότι "εκ των πραγμάτων ήτο αδύνατη η διατήρηση της υπηρεσιακής της κατάστασης ακριβώς όπως στην ΕΘΝΕΧ και της ζητούσε να επιστρέψει τη χρήση του αυτοκινήτου και του κινητού τηλεφώνου (παροχών σε είδος), που της είχαν παραχωρηθεί από την πρώην ΕΘΝΕΧ (βλ. προσκομιζόμενο αντίγραφο της από 20-6-2006 επιστολής της τράπεζας προς την εκκαλούσα). Μετά ταύτα η τελευταία με την από 20-6-2006 επιστολή που απέστειλε στην εναγομένη αποδέχτηκε την ένταξή της στο τακτικό προσωπικό αναφέροντας ειδικότερα στην επιστολή "Με την επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος μου, από την μεταβολή των όρων της εργασιακής μου συμβάσεως, αποδέχομαι την ένταξή μου στο υπαγόμενο στις διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας και θα προσέλθω για ανάληψη εργασίας στην Διεύθυνση που με τοποθετήσατε μετά το τέλος της 13ημερης κανονικής μου άδειας". Στη θέση αυτή που την τοποθέτησε η εναγομένη της προϊσταμένης της Υπηρεσίας Εξυπηρέτησης Χρηματοοικονομικών Οργανισμών παρέμεινε η ενάγουσα - εκκαλούσα έως την 1-1-2009 οπότε η διεύθυνση προσωπικού της Τράπεζας της απέστειλε την από 5-9-2008 επιστολή της με την οποία της γνωστοποιούσε ότι πρέπει να αποχωρήσει από την Υπηρεσία την 1-1-2009, διότι συμπλήρωνε το όριο ηλικίας που προβλέπει το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας της Τράπεζας, που ορίζει ειδικότερα ως ανώτατο χρονικό όριο λύσης της σύμβασης εργασίας το 62° έτος της ηλικίας του υπαλλήλου και δεδομένου ότι δεν τίθετο θέμα παρατάσεως της συμβάσεως, αφού η ενάγουσα - εκκαλούσα όπως αναφέρθηκε πιο πάνω συνταξιοδοτείτο ήδη από το Ταμείο Συντάξεων της Τράπεζας. Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα καθίσταται προφανές ότι η δυνατότητα της εναγομένης - εφεσίβλητης για ένταξη του προσωπικού της πρώην ΕΘΝΕΧ ΑΕ στο τακτικό προσωπικό της, προβλέπετο και ρυθμίζετο από το άρθρο 6 παρ. 2 του Π.Δ. 572/1988, όπως αναλυτικά στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη αναφέρθηκε και είχε σκοπό την ομογενοποίηση των όρων εργασίας του συνόλου των εργαζομένων της για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας των υπηρεσιών της, καθόσον επί των εργαζομένων της πρώην ΕΘΝΕΧ Α.Ε ίσχυαν διαφορετικοί κανόνες σε σχέση με την εργασιακή τους σχέση και τίθετο θέμα δυσλειτουργίας των αρμοδίων υπηρεσιών του προσωπικού της Τράπεζας από την υποχρέωση εφαρμογής άλλων κανόνων για τους εργαζομένους της πρώην ΕΘΝΕΧ και άλλων κανόνων για το υφιστάμενο προσωπικό της. Πρέπει να σημειωθεί δε ότι η απόφαση αυτή της εναγομένης δημιουργεί εφ' όσον γίνει αποδεκτή από τον εργαζόμενο σύμβαση ενοχικού χαρακτήρα και δεσμεύει τον εργαζόμενο ακόμη και αν περιέχει δυσμενέστερους όρους γι' αυτόν, ενώ παράλληλα του στερεί τη δυνατότητα της επιλογής των ευνοϊκοτέρων όρων που ίσχυαν γι' αυτόν στην συγχωνευθείσα εταιρεία. Οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος περί βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του εργαζομένου ακόμη και στην περίπτωση που ο εργαζόμενος εξαναγκάσθηκε, μη έχοντας άλλη επιλογή, να αποδεχτεί την ένταξη του στο προσωπικό της διαδόχου εταιρείας. Τούτο δε διότι δια της αποδοχής η μεταβολή από μονομερής καθίσταται συμβατική και έτσι συνήφθη κατά το άρθρο 361 Α.Κ. νέα σύμβαση εργασίας τροποποιητική η οποία είναι έγκυρη αφού δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη. Δηλαδή ο βλαπτικός χαρακτήρας της μεταβολής αίρεται μετά την αποδοχή αυτής εκ μέρους του εργαζομένου. Εν προκειμένω δε η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα με την από 20-6-2006 επιστολή της αποδέχτηκε την ένταξη της στο προσωπικό της Εθνικής Τράπεζας και την υπαγωγή της στις διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας του προσωπικού της Τράπεζας. Η ένταξή της αυτή είχε ως συνέπεια την αποδοχή, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν και των όρων των τροποποιητικών της συμβάσεως της στην ΕΘΝΕΧ έστω και αν αυτοί ήσαν δυσμενέστεροι. Το γεγονός ότι στην πιο πάνω επιστολή διατηρεί την επιφύλαξη ασκήσεως των νομίμων δικαιωμάτων της από την μεταβολή των όρων της εργασιακής της συμβάσεως, ουδεμία ασκεί επιρροή μετά την γενομένη αποδοχή της εντάξεώς της, η οποία κατέστησε τη μεταβολή συμβατική και έγκυρη, αφού αυτή δεν προσκρούει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη, ούτε άλλωστε η ίδια επικαλείται περιστατικά τέτοια υπό την συνδρομή των οποίων εξαναγκάστηκε να αποδεχτεί την ένταξή της όταν μάλιστα η ίδια ενάγουσα ελάμβανε ήδη σύνταξη, είχε διατηρήσει στην εναγομένη τις αυξημένες αποδοχές που λάμβανε στην ΕΘΝΕΧ Α.Ε και θα ασκούσε ως προϊσταμένη υπεύθυνα καθήκοντα, οπότε η θέση της δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αδύναμη και δυσχερής όπως η ίδια ισχυρίζεται. Υπαχθείσα συνεπώς η ενάγουσα - εκκαλούσα στους όρους και στις διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας του Προσωπικού της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και με δεδομένο αφ' ενός μεν, ότι αυτή συνταξιοδοτείτο από το έτος 1991 από το ταμείο συντάξεων της τράπεζας αφ' ετέρου δε ως γεννηθείσα το έτος 1946 συμπλήρωνε το 2008 το 62° έτος της ηλικίας της που ήτο το ανώτατο χρονικό όριο για τη λύση της συμβάσεως εργασίας της με την εναγομένη - εφεσίβλητη συγκέντρωνε, όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις που έθετε ο Κανονισμός Εργασίας Προσωπικού της Ε.Τ.Ε. Συνεπώς η τελευταία έλυσε την εργασιακή τους σχέση από 1-1-2009 νομίμως σύμφωνα με τα οριζόμενα από τον Κανονισμό Εργασίας του Προσωπικού της. Δεν μπορεί επομένως να τεθεί θέμα υπερημερίας της εναγομένης - εργοδότριας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας - εκκαλούσας. Και βέβαια δεν συντρέχει λόγος να ελεγχθεί ως άκυρη η απόλυσή της, λόγω μη καταβολής αποζημιώσεως απολύσεως, αφού η ενάγουσα - εκκαλούσα ελάμβανε ήδη σύνταξη από το ταμείο συντάξεων του προσωπικού της Τράπεζας και δεν δικαιούτο να λάβει αποζημίωση απόλυσης αφού αυτή οφείλεται επί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, που στην κρινόμενη περίπτωση δεν υφίστατο. Τούτο δε γνώριζε και η ίδια η εκκαλούσα αφού είχε δια της αποδοχής της υπαχθεί στις διατάξεις του Κανονισμού, που εφαρμόζονταν επί του τακτικού προσωπικού της εφεσίβλητης Τράπεζας, μεταξύ των οποίων (διατάξεων) και το άρθρο 33 του Κανονισμού. Είναι βέβαια γεγονός ότι η συνταξιοδότησή της σύμφωνα με το άρθρο 33 του Κανονισμού απέβη σε βάρος της ως δυσμενέστερη συνέπεια σε σχέση με τα όσα ίσχυαν γι' αυτήν (εκκαλούσα) στην πρώην ΕΘΝΕΧ Α.Ε., αναφορικά με τις εργασιακές της σχέσεις. Όμως η υπαγωγή της δια της ρητής και εγγράφου αποδοχής της στους όρους του Κανονισμού της Τράπεζας ήτο καθολική, υπό την έννοια ότι δεν είχε την δυνατότητα μερικής αποδοχής και επιλογής μόνο των ευνοϊκών όρων του Κανονισμού και απορρίψεως της υπαγωγής της στους δυσμενέστερους όρους, όπως αυτή (ενάγουσα - εκκαλούσα) αφήνει να διαφαίνεται από το περιεχόμενο της από 23-10-2008 επιστολή της προς τη Διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας) όπου μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι δεν αποδέχθηκε με ελεύθερη βούληση την μεταβολή των όρων της εργασιακής της συμβάσεως". Με βάση αυτά το εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού δέχθηκε ότι η σύμβαση εργασίας της αναιρεσείουσας είχε μετατραπεί σε ορισμένου χρόνου και ότι, συνεπώς αυτή, ως υπαχθείσα στις ρυθμίσεις του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης, έπρεπε να αποχωρήσει, με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας της, χωρίς άλλες διατυπώσεις. Με βάση τις παραδοχές αυτές ορθά τις σχετικές, που διέπουν την ένδικη εργασιακή σχέση ερμήνευσε και εφάρμοσε και ειδικότερα αυτές των διατάξεων των άρθρων 361, 648, 652 Α.Κ., άρθρου 7 Ν. 2112/1920, αφού σαφώς και χωρίς ενδοιασμούς δέχεται ότι ουσιαστικά συνήφθη νέα και κατά την ελεύθερη βούληση της αναιρεσείουσας, σύμβαση, με την οποία αυτή δέχθηκε να υπαχθεί στο εργασιακό καθεστώς, που διέπει και τις εργασιακές σχέσεις της αναιρεσίβλητης και των λοιπών υπαλλήλων της, όπως αυτό ρυθμίζεται από τον Κανονισμό Εργασίας του προσωπικού της Τράπεζας και χωρίς να μειωθούν οι αποδοχές της και ότι, συνεπώς, με βάση τη διάταξη του άρθρου 33 του εν λόγω Κανονισμού, ορθά θεώρησε η αναιρεσίβλητη ότι, με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας της αναιρεσείουσας, λύθηκε η σύμβασή της και ότι, συνεπώς, δεν τίθεται θέμα καταγγελίας αυτής ούτε, βεβαίως, ακυρότητάς της, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημιώσεως. Περαιτέρω, με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της νομικής ορθότητας αυτής, αφού περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία, που δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε και το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο, κατά τα άνω, κατέληξε. Το γεγονός, εξάλλου ότι στη μείζονα σκέψη της αναφέρονται και οι διατάξεις του Π. Δ. 572/1988 (που, όπως αναφέρθηκε, έχει καταργηθεί από 1-7-2001) καθώς και οι αντίστοιχες του Π.Δ. 178/2002, οι οποίες ρυθμίζουν τις συνέπειες, για την περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως καθώς και τα σχετικά με τις διαβουλεύσεις, για την περίπτωση αλλαγής του εργασιακού καθεστώτος (άρθρο 8 Π.Δ. 178/2002), χωρίς στην ελάσσονα πρόταση να διαλαμβάνονται σχετικά πραγματικά περιστατικά (αν δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, έγιναν τέτοιες διαβουλεύσεις και ποιο το αποτέλεσμά τους), δεν καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετέα, κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ, ήτοι για έλλειψη αιτιολογιών ούτε περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, με το να δεχθεί, τελικά, ότι η ως άνω μεταβολή στην εργασιακή σχέση της αναιρεσείουσας έγινε, μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης (και όχι, συνεπώς, μετά από διενέργεια διαβουλεύσεων, κατ' άρθρο 8 του Π.Δ. 178/2002), αφού η εν λόγω νομική σκέψη, μετά την παραδοχή ότι η επίδικη εργασιακή μεταβολή έγινε μετά από σχετική σύμβαση, που καταρτίσθηκε στα πλαίσια του άρθρου 361 Α.Κ., μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, ως εκ περισσού αναφέρθηκε, η δε αιτιολόγηση, που διατυπώθηκε στην ελάσσονα πρόταση, ήταν αρκετή, ώστε να θεμελιώσει το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο το εφετείο κατέληξε. Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19 δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τους οποίους η αναιρεσείουσα τα αντίθετα υποστηρίζει, είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατά το άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δικ, μετά την άσκηση της αγωγής είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης αυτής. Ο ενάγων, με τις προτάσεις, που καταθέτει νόμιμα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μπορεί να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Ως "βάση" της αγωγής, θεωρούνται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, για τη θεμελίωση της αγωγής και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα, κατά του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησής της, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. και ειδικότερα, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν από αυτή παραδεκτά και έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν. Ειδικότερα επικαλείται η ενάγουσα - αναιρεσείουσα, ότι, προς απόκρουση του ισχυρισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τον οποίο, η εργασιακή σχέση που συνέδεε την αναιρεσείουσα με αυτήν ήταν ορισμένου χρόνου και όχι αορίστου, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα - αναιρεσείουσα με την αγωγή της, ισχυρίσθηκε πρωτόδικα και κατ' έφεση, ότι η αναιρεσίβλητη, καταχρηστικά και εκμεταλλευόμενη την διαπραγματευτική της υπεροπλία και οικονομική υπεροχή, την υπάρχουσα κατάσταση στην αγορά (στενότητα θέσων εργασίας κ.λπ.) και τη δική της (αναιρεσείουσας) διαπραγματευτική μειονεξία καθώς και τις οικονομικές ανάγκες της, την εξανάγκασε, με την απειλή της καταγγελίας της συμβάσεώς της, να προέλθει στην κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως, με συνέπεια να υποστεί αυτή βλαπτική μεταβολή στους όρους εργασίας της, κατά τα ειδικότερα στο δικόγραφο της αναίρεσης εκτιθέμενα, με συνέπεια την ακυρότητα της συμβάσεως αυτής, κατ' εφαρμογή των άρθρων 150, 178,179 και 281 Α.Κ. και ότι τον ισχυρισμό της αυτόν, που αποτελούσε λόγο εφέσεως δεν έλαβε υπόψη του το εφετείο. Όμως, όπως και στην πρώτη σκέψη της παρούσας αναφέρθηκε, οι ως άνω ισχυρισμοί της αναιρεσείβλητης, δεν συνιστούσαν ένσταση αυτής, αλλά άρνηση της αγωγής, ως προς την συνδρομή των θεμελιούντων αυτήν πραγματικών περιστατικών και, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για "αντένσταση" της αναιρεσείουσας - ενάγουσας. Πέρα από αυτά, τα επικαλούμενα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, αποτελούν ουσιαστικά τη βάση μιας άλλης αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση της σύμβασης εργασίας, με βάση την οποία αυτή υπήχθη στο εργασιακό καθεστώς, που διέπει και τους λοιπούς υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τον Κανονισμό Εργασίας του προσωπικού της. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα στηρίζει την αγωγής της στην επίκληση ότι μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης δεν υπήρχε σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά αορίστου χρόνου και, συνεπώς, για να λυθεί η σύμβαση αυτή, έπρεπε να προηγηθεί καταγγελία της εκ μέρους της εργοδότιδας και να καταβληθεί η νόμιμη προς τούτο αποζημίωση. Συνεπώς απαράδεκτα προβλήθηκε, με τις προτάσεις, ο ισχυρισμός αυτός, κατ' άρθρο 224 Κ.Πολ.Δικ., αφού πρόκειται για μη επιτρεπτή δικονομικά μεταβολή της βάσης της αγωγής και ουσιαστικά για νέα αγωγή και, επομένως, ορθά απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στη συνέχεια (σιωπηρά) από το εφετείο, αφού, έτσι όπως προβλήθηκε, δε μπορεί να έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της παρούσας δίκης. Επομένως ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. τρίτος (και τελευταίος) αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, σύμφωνα με τον οποίο το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που αποτελούσε και λόγο έφεσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό της, που δεν προβλήθηκε και ειδικότερα (έλαβε υπόψη του) ισχυρισμό της "περί ακυρότητας των τροποποιήσεων στο εργασιακό καθεστώς της, εξαιτίας του δυσμενέστερου εργασιακού καθεστώτος, που διαμόρφωνε η νέα συμφωνία και επειδή διετήρησε την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, με την προς την αναιρεσίβλητη επιστολή της, με συνέπεια να διατυπώσει κρίσεις και πόρισμα, που δεν συνδέονται με την αντένστασή της". Ο από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το εφετείο, προς σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού πορίσματός του, δεν έλαβε υπόψη του ένα τέτοιο ισχυρισμό ούτε εκφράζει κρίση, περί ακυρότητας "των τροποποιήσεων, που επήλθαν στο εργασιακό καθεστώς" της αναιρεσείουσας, όπως η τελευταία υποστηρίζει, αλλά, αντιθέτως, δέχεται, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, την εγκυρότητα αυτών, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ως επιχείρημα, ότι "το γεγονός ότι στην πιο πάνω επιστολή διατηρεί την επιφύλαξη της ασκήσεως των νομίμων δικαιωμάτων της από τη μεταβολή των όρων της εργασιακής της συμβάσεως, ουδεμία ασκεί επιρροή, μετά την γενομένη αποδοχή της εντάξεώς της, η οποία κατέστησε την μεταβολή συμβατικά έγκυρη". Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-7-2012 αίτηση της Α. Π. - Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1208/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ