Αριθμός 1296/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «Δ.. Ι. - Α.. Χ. Ε..Π..Ε.. και τον διακριτικό τίτλο «S.» «Ε., που εδρεύει στην Καβάλα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Χριστίνα Μπουζιά και Σταμάτη Κουμάνη. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. του Α., κατοίκου Καβάλας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κοϊμτζίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την ασκηθείσα προφορικά κατά τη συζήτηση ανταγωγή, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καβάλας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 265/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 165/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 575/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 165/2011 απόφαση του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 85/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 4-7-2016 αίτησή της. Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 195/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υποθέσεως που είχε παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος του Αρείου Πάγου. Επί της ανωτέρω παραπεμπτικής αποφάσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 10/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 10-6-2021 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 10.6.2021 κλήση της αναιρεσείουσας νομίμως φέρεται προς συζήτηση η από 4.7.2016 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 85/2014 τελεσίδικης απόφασης του, δικάσαντος ως εφετείου, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, κατόπιν ματαιώσεως της συζητήσεως αυτής (αιτήσεως) κατά την εκ νέου ορισθείσα (μετά από αναβολή και στη συνέχεια ματαίωση της συζήτησης για τους αναφερόμενους λόγους) δικάσιμο της 18ης.1.2021 λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19. Κατά τη διάταξη του άρθρου 62 εδ.α' ΚΠολΔ όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και εξετάζεται σε κάθε στάση της δίκης και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 72 ΚΠολΔ). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 72 ΑΚ, 18 ΕμπΝ, 46 και 47 ν. 3190/1955, 62 και 286 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η λύση του νομικού προσώπου της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών της ούτε καν επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρείας λογίζεται υφισταμένη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθαρίσεως. Εφεξής η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το δικαστήριο. Το στάδιο της εκκαθαρίσεως δεν μπορεί να αποκλεισθεί με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων αλλά ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τη λύση της εταιρείας. Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθαρίσεως, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρείας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθαρίσεως και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας από τους εκκαθαριστές. Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι υποχρεωτικό ούτε προκύπτει ακυρότητα, αν δεν τεθεί μετά την επωνυμία της εταιρείας η μνεία ότι τελεί υπό εκκαθάριση (ΑΠ 866/2021, ΑΠ 863/3021, ΑΠ 216/2012). Εν προκειμένω, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία «Δ.. Ι. - Α.. Χ. Ε..Π..Ε.." λύθηκε (πριν από την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης) δυνάμει της, νομίμως δημοσιευθείσας, υπ' αριθ. 575/31.12.20… πράξης της συμβολαιογράφου Κ. Α. Τ., με την οποία επικυρώθηκε η από 17.12.2013 ομόφωνη απόφαση της Συνέλευσης των εταίρων περί λύσεως της εταιρείας και θέσης αυτής σε εκκαθάριση, διορίσθηκε δε ως εκκαθαριστής ο Δ. Κ. του Χ., κάτοικος Καβάλας, ο οποίος, όπως ρητά αναφέρεται στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη, οφείλει να προβεί στις απαραίτητες πράξεις εκκαθάρισης, μεταξύ των οποίων σε εξόφληση εταιρικών χρεών προς τρίτους και είσπραξη εταιρικών απαιτήσεων από τρίτους. Επομένως, ο ανωτέρω εκκαθαριστής δεν ενήργησε καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, κατά το στάδιο εκκαθάρισης της αναιρεσείουσας, καταβάλλοντας στον αναιρεσίβλητο, δυνάμει της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τη σε βάρος της επιδικασθείσα (πρωτοδίκως) χρηματική αξίωσή του και χορηγώντας, στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθ. 2.436/9.6.20… συμβολαιογραφικής πράξης της ως άνω συμβολαιογράφου, υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστή, εκπροσωπώντας νομίμως την αναιρεσείουσα, την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στους δικηγόρους Χ. Μ. του Δ. (Δ.) και Σ. Κ. του Ι. (ΔΣΘεσσαλονίκης) να ασκήσουν, ενόψει της επικαλούμενης οικονομικής εκκρεμότητας, την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να παρασταθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενεργώντας ως πληρεξούσιοι δικηγόροι της. Ενόψει τούτων και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, παρά τον προβαλλόμενο από τον αναιρεσίβλητο με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του σχετικό ισχυρισμό περί απαραδέκτου, η αναιρεσείουσα εταιρεία, τελούσα υπό εκκαθάριση και εκπροσωπούμενη από τον άνω εκκαθαριστή, νομίμως παρίσταται στην προκείμενη αναιρετική δίκη, καθώς η λύση της και η θέση της υπό εκκαθάριση δεν συνεπάγεται έλλειψη της ικανότητάς της να είναι διάδικος ούτε επέρχεται ακυρότητα ή απαράδεκτο συνεπεία της μη παραθέσεως στο αναιρετήριο, μετά την επωνυμία της, της μνείας ότι τελεί υπό εκκαθάριση. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης: Ο αναιρεσίβλητος με την από 17.11.2008 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καβάλας ζήτησε, ως αγοραστής, την επιστροφή του καταβληθέντος στην αναιρεσείουσα μέρους τιμήματος πώλησης, ποσού 8.986,20 ευρώ, λόγω υπαναχώρησής του, η δε αναιρεσείουσα άσκησε προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ανταγωγή, την οποία επανέλαβε με τις από 10.4.2010 προτάσεις της ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, ζητώντας την καταβολή του υπολειπόμενου τιμήματος πώλησης (3.247 ευρώ) και αμοιβή από την παροχή πρόσθετων συμφωνημένων υπηρεσιών (5.950 ευρώ), τις οποίες αξιώσεις της πρότεινε και σε συμψηφισμό προς εκείνες του αναιρεσιβλήτου. Επί των συνεκδικασθεισών αγωγής και ανταγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 265/2010 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Καβάλας, που δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώνοντας την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, να επιστρέψει στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο, το ως άνω αιτηθέν καταβληθέν μέρος τιμήματος και απέρριψε την ανταγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Επί της από 17.1.2011 εφέσεως, που άσκησε η αναιρεσείουσα (εναγομένη-αντενάγουσα) κατά της πρωτόδικης απόφασης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 165/2011 απόφαση του, ως εφετείου δικάσαντος, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, με το σκεπτικό ότι η άσκηση από τον ήδη αναιρεσίβλητο (εφεσίβλητο-ενάγοντα-αντεναγόμενο) της αξίωσης διόρθωσης του πωληθέντος αποκλείει την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, και δέχθηκε εν μέρει την ανταγωγή ως κατ'ουσίαν βάσιμη, υποχρεώνοντας τον τελευταίο να καταβάλει στην εκκαλούσα-εναγομένη-αντενάγουσα το ως άνω αιτηθέν ποσό των 3.247 ευρώ ως οφειλόμενο υπόλοιπο τιμήματος της ένδικης πώλησης, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ανταγωγή κατά τις λοιπές ασκηθείσες αξιώσεις για αμοιβή από την παροχή πρόσθετων συμφωνημένων υπηρεσιών. Κατά της εφετειακής αυτής αποφάσεως (υπ' αριθ. 165/2011) ο ήδη αναιρεσίβλητος (εφεσίβλητος-ενάγων-αντεναγόμενος) άσκησε την από 9.1.2012 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 575/2013 απόφαση του Α1 Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την άνω εφετειακή απόφαση, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, διότι, όπως δέχθηκε η αναιρετική απόφαση, το δικάσαν ως εφετείο Δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 389, 513, 522, 534, 540, 541, 543 και 547 ΑΚ, καθόσον, οι παραδοχές της αναιρεθείσας αποφάσεως ότι το επίδικο πωληθέν πράγμα, κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή ενάγοντα, παρουσίαζε πραγματικό ελάττωμα και ότι ενώ ζητήθηκε από την εναγομένη η διόρθωσή του, αυτή δεν επετεύχθη, παρείχαν στον ενάγοντα το δικαίωμα να υπαναχωρήσει με την ένδικη αγωγή από την επίδικη σύμβαση πώλησης και να ζητήσει από την εναγομένη την απόδοση του καταβληθέντος σ' αυτήν μέρους του τιμήματος, αφού ουσιαστικά η αιτηθείσα διόρθωση, που, τελικά, δεν πραγματοποιήθηκε, συνιστούσε αξίωση μετεκπληρώσεως της σύμβασης και η άσκηση της υπαναχώρησης και η συνεπεία αυτής ανατροπή εξυπαρχής της συμβάσεως πώλησης, δικαιολογούσαν την παραδοχή της αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου (τότε αναιρεσείοντος) και την απόρριψη της ανταγωγής της ήδη αναιρεσείουσας (τότε αναιρεσίβλητης) και ως προς το προαναφερόμενο αίτημά της, αφού μετά την ανατροπή της σύμβασης πώλησης, δεν υπήρχε πλέον ισχυρή σύμβαση ώστε να καθίσταται ο ενάγων υπόχρεος για την καταβολή του υπολοίπου του συμφωνηθέντος τιμήματος. Ακολούθως, ο ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 30.4.2013 κλήση, επανέφερε προς συζήτηση την ως άνω από 17.1.2011 έφεση της αντιδίκου του ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, ζητώντας, επιπροσθέτως, με αυτή (κλήση) να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση της αναιρεθείσας απόφασης (165/2011) και να υποχρεωθεί η καθ' ης η κλήση-εκκαλούσα να του αποδώσει, με το νόμιμο τόκο, το συνολικό ποσό των 4.545,46 ευρώ, που κατέβαλε στην τελευταία εκουσίως, στις 10.1.2012, σε εκτέλεση της αναιρεθείσας εφετειακής αποφάσεως, ως οφειλόμενο υπόλοιπο τιμήματος, πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης, που επιδικάστηκαν με αυτήν (αναιρεθείσα). Εξάλλου, η ήδη αναιρεσείουσα, μετά την κλήση του αντιδίκου της προς συζήτηση της έφεσής της στο δικαστήριο της παραπομπής, άσκησε τους από 1.11.2013 πρόσθετους λόγους έφεσης. Επί της εφέσεως αυτής και των πρόσθετων λόγων της, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η, ήδη προσβαλλόμενη, υπ' αριθ. 85/2014 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, ως Εφετείου, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και διέταξε την, κατά τα ανωτέρω, αιτηθείσα από τον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο, επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη (της εκούσιας εκτέλεσης της άνω αναιρεθείσας 165/2011 απόφασης) κατάσταση, υποχρεώνοντας την ήδη αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ως άνω αιτηθέν ποσό. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης στρέφεται η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537 και 540 του ΑΚ, όπως τα τέσσερα τελευταία έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 του ν. 3043/2002, ο οποίος, κατά το άρθρο 14 τούτου, άρχισε να ισχύει από τις 21.8.2002 [ΦΕΚ 192/Α/21.8.2002], και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου καταρτίσεως (έτος 2007) της ένδικης σύμβασης πώλησης, προκύπτει α) ότι ο πωλητής ευθύνεται ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του αν το πράγμα, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, ήτοι κατά το χρόνο παραδόσεώς του σ' αυτόν, έχει πραγματικά ελαττώματα ή στερείται τις συνομολογημένες ιδιότητες (ΑΠ 1888/2018), δηλαδή η ευθύνη του είναι αντικειμενική, με εξαίρεση την αξίωση αποζημίωσης ένεκα ελαττώματος, κατ' άρθρο 543 εδ. β', που παρέχεται μόνον εφόσον ο πωλητής βαρύνεται με πταίσμα (ΑΠ 1497/2018), και β) ότι ο αγοραστής, στις περιπτώσεις που υφίσταται ευθύνη του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, δικαιούται, κατ' επιλογή του, είτε να απαιτήσει, χωρίς επιβάρυνσή του, τη διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, είτε να μειώσει το τίμημα, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα (ΑΠ 2097/2022). Από τα δικαιώματα αυτά, η υπαναχώρηση, με την άσκηση της οποίας καταλύεται εξ ολοκλήρου η αρχική σύμβαση της πώλησης και στη θέση της εντάσσεται η αποκαλούμενη σχέση της εκκαθάρισης, συνιστά διαπλαστικό δικαίωμα, αφού με την άσκησή της διαπλάσσεται μία νέα έννομη κατάσταση, κατά την οποία είναι υπόχρεοι να αποδώσουν ο μεν αγοραστής το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος που αποκόμισε, ο δε πωλητής το τίμημα και τα έξοδα της πώλησης. Ειδικότερα, οι αξιώσεις που απορρέουν για τα μέρη σε περίπτωση υπαναχώρησης από την πώληση ρυθμίζονται από το άρθρ. 547 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν.3043/2002, ο μεν αγοραστής έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα ελεύθερο από κάθε βάρος που αυτός πρόσθεσε, καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε από το πράγμα, ο δε πωλητής υποχρεούται να επιστρέψει εντόκως το τίμημα, τα έξοδα της πώλησης, καθώς και όσα ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα. Το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση της πώλησης είναι διαπλαστικό δικαίωμα, ασκείται κατ' αρχήν άτυπα, με μονομερή δήλωση του δικαιούχου προς τον αντισυμβαλλόμενο, αλλά και με εξώδικη δήλωση, αγωγή, ανταγωγή, ένσταση, αλλά και με συμφωνία των μερών, ενεργεί αναδρομικά και επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων υποχρεώσεων εξαρχής (άρθρα 389 επ. ΑΚ) [ΑΠ 84/2020, ΑΠ 1231/2019, ΑΠ 560/2017, ΑΠ 996/2015]. Εξάλλου, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά την ιδιοσυστασία ή την κατάστασή του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος (ΟλΑΠ 29/1990, ΑΠ 420/2016, ΑΠ 1544/2008). Η προς το χειρότερο δηλαδή παρέκκλιση του πράγματος από την ομαλή αυτού κατάσταση, η οποία οφείλεται κατά κανόνα στον ατελή τρόπο κατασκευής ή συσκευασίας, καθώς και στη χρησιμοποίηση κακής ποιότητας υλικών, και η παρέκκλιση αυτή έχει ως συνέπεια, ανεξαρτήτως της αιτίας που την προκαλεί, την αρνητική επίδραση επί της αξίας του πράγματος ή της χρησιμότητας αυτού ενόψει των συμφωνηθέντων με τη σχετική σύμβαση πωλήσεως, ανεξαρτήτως του αν ήσαν εμφανή ή μη ή εάν τα γνώριζε ή όχι ο πωλητής (ΑΠ 728/2019, ΑΠ 996/2015). Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται, όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκεια της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος. Τα μέρη είναι κατ' αρχήν ελεύθερα να αναγάγουν ρητώς οποιαδήποτε χαρακτηριστικά ή ιδιότητες ενός πράγματος σε δεσμευτικό περιεχόμενο της μεταξύ τους συμβάσεως. Ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει την συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψή της (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 575/2013). Πότε ο πωλητής δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του ορίζεται στο άρθρο 535 του ΑΚ, όπου αναφέρεται ότι αυτό συμβαίνει αν το πράγμα που παραδίδει στον αγοραστή δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, ενώ ακολούθως απαριθμούνται, ενδεικτικά μόνον, ορισμένα κριτήρια που συνιστούν προϋποθέσεις εννοιολογικού προσδιορισμού της ελαττωματικότητας του πράγματος, μεταξύ των οποίων και το υπ' αρ. 2, αν, δηλαδή, το πράγμα δεν είναι κατάλληλο για το σκοπό της συγκεκριμένης σύμβασης και, ιδιαίτερα, για τη σύμφωνη με το σκοπό αυτόν ειδική χρήση. Tα εκ του άρθρου 540 ΑΚ χορηγούμενα στον αγοραστή δικαιώματα και αξιώσεις και στις δύο ως άνω περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή, δεν μπορούν να ασκηθούν σωρευτικά, αλλά ο αγοραστής έχει το εκλεκτικό δικαίωμα να επιλέξει μια από αυτές και να την ασκήσει (ΑΠ 575/2013, ΑΠ 1312/1997), γιατί κατά τη διάταξη του άρθρου 306 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και επί διαζευκτικής συρροής αξιώσεων, η επιλογή, που θα γίνει μια φορά, είναι αμετάκλητη. Ειδικώς, όμως, καθόσον αφορά στην αξίωση διόρθωσης, που συνιστά επί της ουσίας αξίωση μετεκπληρώσεως της σύμβασης, ο αγοραστής εξακολουθεί να έχει δικαίωμα υπαναχώρησης ή μείωσης του τιμήματος, στην περίπτωση που η διόρθωση έλαβε μεν χώρα, το ελάττωμα, όμως, παρέμεινε. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση άσκησης του δικαιώματος αντικατάστασης του πωληθέντος πράγματος. Τούτο σαφώς συνάγεται, τόσο από τη διάταξη του άρθρου 541 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "Ο αγοραστής μπορεί, αν διαπιστωθεί αργότερα και άλλο ελάττωμα, να ασκήσει εκ νέου ένα από τα δικαιώματα" του άρθρου 540 ΑΚ, όσο και από την τελολογία των οικείων διατάξεων, δεδομένου ότι η αξίωση διόρθωσης ή αντικατάστασης ως αξίωση μετεκπληρώσεως της σύμβασης, παρέχει μία επιπλέον δυνατότητα στον πωλητή, πριν την άσκηση των λοιπών δραστικότερων δικαιωμάτων από μέρους του αγοραστή, να εκπληρώσει προσηκόντως τη σύμβαση, διορθώνοντας το ελάττωμα ή αντικαθιστώντας το ελαττωματικό πράγμα. Όταν, όμως, η διόρθωση αυτή ή η αντικατάσταση αποβαίνει ατελέσφορη ή αποδεικνύεται αδύνατη ή αναποτελεσματική, τότε η στέρηση του αγοραστή από τη δυνατότητα άσκησης των λοιπών δικαιωμάτων του, θα κατέληγε σε μία αντίθετη προς το σκοπό του νόμου, αδυναμία ικανοποίησής του. Έτσι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, μπορεί να ασκήσει το διαπλαστικό δικαίωμα της υπαναχώρησης, με την άσκηση του οποίου, όπως αναφέρθηκε, η σύμβαση της πώλησης ανατρέπεται αναδρομικά και οι συμβαλλόμενοι ενέχονται σε αμοιβαία επιστροφή των ληφθεισών παροχών (άρθρα 389, 547 ΑΚ) [ΑΠ 1231/2019, ΑΠ 1636/2014, ΑΠ 575/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015 (έναρξη ισχύος από 1.1.2016) και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου ασκήσεως της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (4.7.2016), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2)...,3)...,4)..., 5)... και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι διατάξεις αυτές επαναλαμβάνουν την προγενέστερη ρύθμιση, με την προσθήκη δύο επιπλέον λόγων, που ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με τους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγους αναιρέσεως (ΑΠ 1231/2019, ΑΠ 1537/2017). Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με την αντίστοιχη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την έρευνα της υποθέσεως στην ουσία. Στην τελευταία περίπτωση, ήτοι όταν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 4/2005). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 7/2006). Κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 1231/19, ΑΠ 1785/17). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 234/2019, ΑΠ 12/2018). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 923/2020, ΑΠ 619/2018, ΑΠ 1577/2013). Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, δικάζοντας ως εφετείο, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 85/2014 τελεσίδικη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο ενάγων-εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος) διατηρεί επιχείρηση (πρατήριο) πώλησης υγρών καυσίμων και συναφών ειδών στο Παληό Καβάλας, ενώ η εναγομένη-εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες σε θέματα πληροφορικής και παράλληλα ασκεί εμπορία σχετικού εξοπλισμού. Στο πλαίσιο των ανωτέρω δραστηριοτήτων τους, οι διάδικοι συμφώνησαν το έτος 2007 στην πώληση από την εναγομένη προς τον ενάγοντα ενός συστήματος διαχείρισης και παρακολούθησης της λειτουργίας του καταστήματός του. Το εν λόγω σύστημα συμφωνήθηκε ότι θα αποτελείται αφενός μεν από λογισμικό (δηλ. πρόγραμμα με ηλεκτρονικό υπολογιστή) λήψης παραγγελιών και έκδοσης δελτίων αποστολής-τιμολογίων κ.λ.π., αξίας 7.000 ευρώ (πλέον ΦΠΑ 19% ποσού 1.330 ευρώ, που συμφωνήθηκε ότι επίσης βαρύνει τον ενάγοντα-αγοραστή), αφετέρου δε από δύο περιφερειακά εξαρτήματα, αναγκαία για τη λειτουργία του συστήματος (φορητή τερματική μονάδα παραγγελιών με εκτυπωτή), αξίας 3.280 ευρώ (πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 19% ποσού 623,20 ευρώ, που συμφωνήθηκε ότι επίσης βαρύνει τον ενάγοντα-αγοραστή). Συνεπώς, το συνολικό τίμημα της επίδικης πώλησης, για τη σύναψη της οποίας προηγήθηκαν διαπραγματεύσεις μηνών με αποστολή έγγραφων προσφορών και παραγγελιών, που προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η εναγομένη, ανερχόταν σε 12.233,20 ευρώ. Η αγορά του άνω συστήματος αποφασίσθηκε από τον ενάγοντα, παρότι ανάλογο σύστημα λειτουργούσε ήδη στο πρατήριό του, διότι το 2007 άλλαξε ο τρόπος παρακράτησης και απόδοσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, γεγονός το οποίο καθιστούσε αναγκαία την ύπαρξη ενός πιο εξελιγμένου προγράμματος διαχείρισης και παρακολούθησης παραγγελιών και παραδόσεων. Επίσης, ο ενάγων επιθυμούσε για λόγους ταχύτερης λήψης και διεκπεραίωσης των παραγγελιών, το νέο πρόγραμμα να έχει τη δυνατότητα έκδοσης συγκεντρωτικού τιμολογίου πώλησης για πολλά δελτία αποστολής προς το ίδιο πρόσωπο. Μάλιστα, γι' αυτό το λόγο επισημάνθηκε από την εναγομένη στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, ότι είναι αναγκαία η αλλαγή του έντυπου τιμολογίου, που μέχρι τότε χρησιμοποιούσε ο ενάγων, προκειμένου στο νέο έντυπο να υπάρχει χώρος για να αναγράφονται οι αριθμοί των δελτίων αποστολής που συνδέονται με έκαστο τιμολόγιο, όπως επιθυμούσε ο ενάγων. Το επίμαχο πρόγραμμα τελικά εγκαταστάθηκε στο κατάστημα του ενάγοντος τον Οκτώβριο του 2007, ενώ και τα παρεπόμενα περιφερειακά εξαρτήματα αυτού παραδόθηκαν σ' αυτόν τον ίδιο μήνα, αφού προηγουμένως η εναγομένη εταιρία τα είχε προμηθευτεί (την 12.09.2007) από την ανώνυμη εταιρία "M. «T., σύμφωνα με το τιμολόγιο που η ίδια προσκομίζει. Γι' αυτό το λόγο ο ενάγων οπισθογράφησε στην εναγομένη (έναντι λογαριασμού για το λογισμικό) δύο επιταγές πελατών του, συνολικού ποσού 5.083 ευρώ, οι οποίες κατά τη λήξη τους πληρώθηκαν κανονικά στην εναγομένη, όπως η ίδια ομολογεί στις έγγραφες προτάσεις της, ενώ κατέβαλε σε αυτήν και το ποσό των 3.903,20 ευρώ για ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος για τα ως άνω περιφερειακά εξαρτήματα. Παρά την ομαλή εξέλιξη στην εκπλήρωση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, η λειτουργία του συστήματος δεν ήταν δυνατόν να γίνει άμεσα τον Οκτώβριο του 2007. Και τούτο διότι η λειτουργία του συστήματος απαιτούσε, αφού εκπαιδευτεί σχετικά το προσωπικό του ενάγοντος και ιδίως οι οδηγοί των βυτιοφόρων οχημάτων του (συμβατική υποχρέωση την οποία είχε αναλάβει να πραγματοποιήσει η εναγομένη), να δοκιμασθεί αυτό στην πράξη και να δηλωθεί στην Εφορία η μεταβολή του φορολογικού ταμειακού μηχανισμού, καθότι ο παλαιός δεν ήταν συμβατός με το επίμαχο σύστημα και για αυτό εξάλλου ο ενάγων αγόρασε νέο. Πέραν όμως αυτού, το φθινόπωρο κάθε έτους γίνεται μεγάλος αριθμός παραγγελιών και παραδόσεων πετρελαίου θέρμανσης, γεγονός που καθιστούσε προβληματική τη μετάβαση σε ένα νέο σύστημα διαχείρισης και παρακολούθησης τον Οκτώβριο του 2007. Εξάλλου, ο ενάγων επιθυμούσε να εντάξει την αγορά του ως άνω συστήματος σε πρόγραμμα κρατικής επιχορήγησης, η έγκριση για την οποία όμως καθυστερούσε, ενώ εκκρεμούσε στο τέλος Οκτωβρίου 2007 και το ζήτημα-της αναγκαίας, για το λόγο που προαναφέρθηκε-αλλαγής του εντύπου τιμολογίου, η οποία έγινε τον μήνα Ιανουάριο του 2008. Έτσι οι αντίδικοι, μετά από μία εβδομάδα προσωρινής λειτουργίας του πωληθέντος συστήματος, από 25 μέχρι 31 Οκτωβρίου 2007, κατά την οποία δεν παρατηρήθηκε καμία δυσλειτουργία του, αποφάσισαν να αναβάλουν τη μόνιμη λειτουργία του για το επόμενο έτος, αφού τακτοποιούνταν οι ως άνω εκκρεμότητες, λόγος άλλωστε για τον οποίο ο ενάγων άφησε ανεξόφλητο υπόλοιπο του τιμήματος για το λογισμικό, ποσού 3.247 ευρώ, γεγονός για το οποίο η εναγομένη εταιρία καθόλου δεν διαμαρτυρήθηκε, αλλά αντιθέτως συνήνεσε. Περαιτέρω, το νέο σύστημα διαχείρισης και παρακολούθησης της επιχείρησης του ενάγοντος, τέθηκε σε μόνιμη λειτουργία τον Ιούλιο του 2008, αφού είχαν εκλείψει οι παραπάνω εκκρεμότητες. Στο τέλος όμως του μήνα αυτού διαπιστώθηκε δυσλειτουργία του συστήματος, καθότι αυτό παρουσίασε ασυμβατότητα με το νέο έντυπο που είχε προμηθευτεί ο ενάγων καθ' υπόδειξη της εναγομένης. Ειδικότερα, το πρόγραμμα δεν μπορούσε, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αναγράψει σε ένα συγκεντρωτικό τιμολόγιο τα στοιχεία όλων των σχετικών με αυτό δελτίων αποστολής του ίδιου προσώπου. Στις περιπτώσεις αυτές ο ενάγων αναγκαζόταν να ακυρώσει τα σχετικά τιμολόγια και να τα επανεκδώσει με ιδιόχειρη συμπλήρωση ως προς τα στοιχεία των σχετικών δελτίων αποστολής, γεγονός που αποδέχεται και η εναγομένη στις έγγραφες προτάσεις της, και αποδεικνύεται από τα σχετικά παραστατικά που ενδεικτικά προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων. Ο ενάγων ζήτησε από την εναγομένη να διορθώσει το συγκεκριμένο πρόβλημα και αυτή επέλεξε ως λύση να μην αναγράφονται στο τιμολόγιο οι ημερομηνίες έκδοσης των δελτίων αποστολής, έτσι ώστε να υπάρχει περισσότερος χώρος για την αναγραφή μόνο των αριθμών, των σχετικών με το τιμολόγιο, δελτίων. Η συγκεκριμένη διορθωτική παρέμβαση της εναγομένης, συναρτάται με τις δυνατότητες του συστήματος που αρχικώς είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. Ωστόσο, η ως άνω διορθωτική παρέμβαση της εναγομένης, δεν επέφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα, διότι το σύστημα, για λόγους αδιευκρίνιστους, παρέλειπε εκ νέου αριθμούς δελτίων αποστολής του ίδιου πελάτη, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ανέγραφε λάθος αριθμούς δελτίων. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ενάγων αναγκαζόταν πάλι είτε να ακυρώσει τα σχετικά τιμολόγια και να τα επανεκδώσει με ιδιόχειρη συμπλήρωση-διόρθωση, ως προς τα ορθά στοιχεία των σχετικών δελτίων αποστολής, είτε να εκδίδει μικρότερα συγκεντρωτικά τιμολόγια, δηλαδή τιμολόγια για λιγότερα δελτία αποστολής. Ακολούθως, ο ενάγων ζήτησε, τον Οκτώβριο του 2008, επιτακτικά και σε ιδιαίτερα έντονο ύφος, από την εναγομένη την "οριστική επίλυση" του συγκεκριμένου προβλήματος, η οποία όμως δεν έλαβε χώρα, αφού η τελευταία (εναγομένη) δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκλησή του. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται πλήρως ότι το επίδικο σύστημα, κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή-ενάγοντα, παρουσίαζε ήδη πραγματικό ελάττωμα, δηλαδή ατέλεια που αφορούσε εν προκειμένω τις λειτουργικές του ικανότητες και είχε αρνητική επίδραση στη χρησιμότητά του, καθόσον δεν ήταν εντελώς κατάλληλο για το σκοπό που αγοράστηκε, δηλαδή τη διαχείριση και παρακολούθηση του πρατηρίου υγρών καυσίμων του ενάγοντος, ιδιαίτερα δε για τη σύμφωνη με τον σκοπό αυτό ειδική χρήση, που περιλάμβανε και την έκδοση συγκεντρωτικών τιμολογίων πώλησης για πολλά δελτία αποστολής προς το ίδιο πρόσωπο, που ειδικώς είχε συμφωνηθεί από τους διαδίκους. Κατόπιν αυτού, ο ενάγων τον Οκτώβριο του 2008, με προφορική δήλωση προς τους εκπροσώπους της εναγομένης, υπαναχώρησε από την ένδικη σύμβαση πώλησης των ηλεκτρονικών προγραμμάτων εφαρμογής, καθώς και των απαραίτητων μηχανημάτων για τη λειτουργία του εξοπλισμού, ζητώντας να του επιστραφούν τα καταβληθέντα χρήματα και παράλληλα προσφέρθηκε να επιστρέψει στην εναγομένη τα προγράμματα, τα μηχανήματα και τον εξοπλισμό. Εξάλλου, η αξίωση του ενάγοντος για διόρθωση του ως άνω ελαττώματος, προκειμένου το πωληθέν σύστημα να ανταποκρίνεται σε όσα είχαν συμφωνήσει, συνιστά αξίωση μετεκπληρώσεως της σύμβασης, ενόψει δε αυτών, εφόσον το ελάττωμα δεν διορθώθηκε, με συνέπεια να παραμείνει η έλλειψη της συμφωνηθείσας ιδιότητας, που καθιστούσε το σύστημα ακατάλληλο για το σκοπό που αγοράστηκε, μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησής του από την επίδικη σύμβαση [...], με αποτέλεσμα την εξ υπαρχής ανατροπή της συμβάσεως πώλησης. Συνεπώς, από το χρόνο της δηλώσεως υπαναχωρήσεως, λόγω των παραπάνω πραγματικών ελαττωμάτων, η ένδικη πώληση ανετράπη αναδρομικά και γεννήθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να επιστρέψει το καταβληθέν τίμημα, ποσού 8.986,20 ευρώ. Ακόμη αποδείχθηκε ότι η εναγομένη συμφώνησε με τον ενάγοντα να δημιουργήσει ένα επιπλέον ηλεκτρονικό πρόγραμμα, προκειμένου η σύζυγός του να δύναται, χωρίς να είναι συνδεδεμένη με τον κεντρικό υπολογιστή, να εργάζεται στο πωληθέν ηλεκτρονικό πρόγραμμα, αφού θα λάμβανε κάθε φορά αντίγραφο της εφαρμογής από τον κεντρικό υπολογιστή. Όμως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι το πρόγραμμα αυτό πράγματι το δημιούργησε η εναγομένη, ούτε ότι συμφωνήθηκε με τον ενάγοντα συγκεκριμένο προς τούτο τίμημα. Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε τα ίδια και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς το ποσό των 8.986,20 ευρώ, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού, έστω και με εσφαλμένη εν μέρει αιτιολογία, ως προς την ημερομηνία υπαναχώρησης, που την τοποθετεί περί τα μέσα Αυγούστου του 2008 και την αξιολόγηση της αίτησης του ενάγοντος για διόρθωση του επίδικου πωληθέντος συστήματος, που κρίνει ότι έγινε στα πλαίσια διαπραγμάτευσης για την συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, η οποία (αιτιολογία) πρέπει να αντικατασταθεί, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, με την αιτιολογία της παρούσας, κατέληξε στο ίδιο (ορθό) αποτέλεσμα, δεδομένου ότι η νέα αιτιολογία, που αντικαθιστά την παλαιότερη, δεν επάγεται δυσμενέστερες συνέπειες για την εκκαλούσα αφού και στην περίπτωση αυτή πρόκειται για το ίδιο ουσιαστικό δεδικασμένο. Συναφώς, ορθώς η εκκαλουμένη απέρριψε την ανταγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ως εκ τούτου οι λόγοι της κρινόμενης εφέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, όπως και η έφεση στο σύνολό της, μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς εξέταση...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου ως προς το ίδιο ως άνω ποσό, και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ανταγωγή της αντιδίκου του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, που άσκησε η αναιρεσείουσα, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 389, 513, 522, 534, 535, 537, 540 και 547 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής και την απόρριψη της ανταγωγής. Ειδικότερα, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) ότι το πωληθέν σύστημα, κατά το χρόνο παραδόσεως αυτού στον αναιρεσίβλητο αγοραστή, ήτοι τον Οκτώβριο του 2007, τον οποίο χρόνο σαφώς δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως κρίσιμο, έφερε πραγματικό ελάττωμα υπό την αναφερθείσα έννοια, καθώς παρουσίαζε ατέλεια που αφορούσε τις λειτουργικές του ικανότητες και είχε αρνητική επίδραση στη χρησιμότητά του, και συγκεκριμένα δεν είχε τη δυνατότητα έκδοσης συγκεντρωτικών τιμολογίων πώλησης, στα οποία να αναγράφονται όλα τα δελτία αποστολής προς το ίδιο πρόσωπο, όπως ειδικώς είχε συμφωνηθεί από τους διαδίκους, αποτελώντας έτσι η δυνατότητα αυτή και συμφωνηθείσα ιδιότητα του συστήματος [η έλλειψη της οποίας συνιστά και πραγματικό ελάττωμα με βάση το κριτήριο του συμφωνημένου σκοπού χρήσης (άρθ. 534, 535 αριθ. 2 του ΑΚ)], αλλά παρέλειπε αριθμούς δελτίων αποστολής του ίδιου πελάτη στο συγκεντρωτικό τιμολόγιο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ανέγραφε λάθος αριθμούς δελτίων, και ως εκ τούτου δεν ήταν κατάλληλο για το σκοπό που αγοράστηκε και για τη σύμφωνη με το σκοπό αυτό ειδική χρήση, και β) ότι η αιτηθείσα από τον αναιρεσίβλητο διόρθωση του ως άνω πραγματικού ελαττώματος απέβη ατελέσφορη, παρείχαν, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το δικαίωμα στον αναιρεσίβλητο αγοραστή να υπαναχωρήσει με την ένδικη αγωγή του από την επίδικη σύμβαση πωλήσεως και να ζητήσει την επιστροφή, από την αναιρεσείουσα, του καταβληθέντος σ' αυτήν μέρους του τιμήματος, αφού ουσιαστικά η αξίωση του αναιρεσιβλήτου για διόρθωση του άνω ελαττώματος, προκειμένου το πωληθέν σύστημα να ανταποκρίνεται σε όσα είχαν συμφωνήσει, συνιστούσε αξίωση μετεκπληρώσεως της σύμβασης, ενόψει δε αυτών, εφόσον το ελάττωμα δεν διορθώθηκε, η άσκηση της υπαναχώρησης και η συνεπεία αυτής ανατροπή εξυπαρχής της σύμβασης πώλησης, δικαιολογούσαν την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και την απόρριψη της ανταγωγής της αναιρεσείουσας και ως προς το άνω αίτημά της, αφού μετά την ανατροπή της σύμβασης πώλησης, δεν υπήρχε πλέον ισχυρή σύμβαση, ώστε να καθίσταται ο ενάγων-αναιρεσίβλητος υπόχρεος για την καταβολή του υπολοίπου του συμφωνηθέντος τιμήματος. Περαιτέρω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ως εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στην απόφασή του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ως άνω ορθές παραδοχές αφενός ως προς την πλήρωση της έννοιας του πραγματικού ελαττώματος και αφετέρου περί της υπάρξεως αυτού κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι εκείνον της παραδόσεως του επίδικου συστήματος στον αναιρεσίβλητο αγοραστή, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται στην προσβαλλομένη "πόσα είναι τα "πολλά" δελτία αποστολής, τα οποία, κατά τη συμφωνία, θα έπρεπε το συγκεντρωτικό τιμολόγιο να μπορεί να περιλάβει", όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, αφού, από τη νοηματική εκτίμηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλομένης, με σαφήνεια συνάγεται ότι ο συμφωνημένος ειδικός σκοπός χρήσης του πωληθέντος συστήματος περιελάμβανε την έκδοση συγκεντρωτικών τιμολογίων πώλησης για "όλα" τα δελτία αποστολής προς το ίδιο πρόσωπο-πελάτη, που ήταν και ο σκοπός, κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλομένης, στον οποίο απέβλεψε ο ενάγων-αναιρεσίβλητος προκειμένου να προβεί στην αγορά του επίδικου συστήματος, δοθέντος ότι ανάλογο σύστημα λειτουργούσε ήδη στο πρατήριό του που δεν είχε, όμως, τη συγκεκριμένη δυνατότητα-ιδιότητα. Εξ άλλου, το γεγονός ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, το πραγματικό ελάττωμα υπήρχε ήδη κατά το χρόνο παραδόσεως του πωληθέντος συστήματος στον αγοραστή αναιρεσίβλητο (ήτοι τον Οκτώβριο 2007), διαπιστώθηκε, όμως, μετά το χρόνο της παράδοσής του σ' αυτόν, και συγκεκριμένα τον Ιούλιο του 2008, οπότε και τέθηκε, κατόπιν σχετικής συμφωνίας των διαδίκων, το πρώτον σε μόνιμη λειτουργία, ενώ κατά την προηγηθείσα προσωρινή λειτουργία του, για μια μόνο εβδομάδα, από 25 μέχρι 31 Οκτωβρίου 2007, δεν είχε παρατηρηθεί κάποια δυσλειτουργία του, ουδεμία αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης δημιουργεί ως προς τον κρίσιμο χρόνο ύπαρξης του πραγματικού ελαττώματος, που ανάγεται σ' εκείνον της παράδοσης του πωληθέντος, αφού, κατά τις ανέλεγκτες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης, μέχρι τον Ιούλιο 2008, στο τέλος του οποίου και διαπιστώθηκε το ελάττωμα, δεν είχε ακόμη χρησιμοποιηθεί, ώστε να δοκιμαστεί στην πράξη το εγκατασταθέν λογισμικό πρόγραμμα του πωληθέντος συστήματος ούτε είχε μεσολαβήσει ενέργεια του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου σχετική με τη λειτουργία του. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αρ. 1 και 6, αντίστοιχα, του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 540 παρ. 1 αρ. 3 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του, εφαρμοστέου εν προκειμένω, ν. 3043/2002, "στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ο αγοραστής δικαιούται κατ' επιλογήν του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, για να χωρήσει και λειτουργήσει η υπαναχώρηση αυτή, η οποία ανατρέπει τη σύμβαση εξυπαρχής, πρέπει να πρόκειται για ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογηθείσας ιδιότητας και όχι επουσιώδες, καθόσον στην τελευταία περίπτωση ισχύουν οι όροι του άρθρου 542 ΑΚ και ειδικότερα το δικαστήριο μπορεί, μολονότι ο αγοραστής άσκησε αγωγή υπαναχώρησης από τη σύμβαση της πώλησης, να επιδικάσει μόνο μείωση του τιμήματος, ή να διατάξει αντικατάσταση του πράγματος, εάν κρίνει πως οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την υπαναχώρηση βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Ως επουσιώδες ελάττωμα που δεν δικαιολογεί υπαναχώρηση, είναι το ελάττωμα που δεν αναιρεί ούτε μειώνει ουσιωδώς την αξία ή τη χρησιμότητα του πωληθέντος. Προς τούτο το δικαστήριο εξετάζει, το μέγεθος της έλλειψης του πωληθέντος πράγματος, εάν το πράγμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον αγοραστή για την κατά προορισμόν χρήση του και εάν η από την αναστροφή της πωλήσεως επερχόμενη ζημία στον πωλητή είναι δυσανάλογη προς την ωφέλεια του αγοραστή από την υπαναχώρηση (ΑΠ 1381/2013, ΑΠ 742/2004). Ο ισχυρισμός ότι το ελάττωμα είναι επουσιώδες αποτελεί ένσταση ή αντένσταση του πωλητή, την οποία πρέπει αυτός να επικαλεσθεί και αποδείξει, η κρίση δε του δικαστηρίου περί του αν το εξεταζόμενο ελάττωμα είναι (επ)ουσιώδες ή όχι, αποτελεί κρίση περί πραγμάτων και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2216/2014). Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 542 ΑΚ, κατά την οποία, "το δικαστήριο μπορεί, μολονότι ο αγοραστής άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης, να επιδικάσει μόνο μείωση του τιμήματος ή να διατάξει αντικατάσταση του πράγματος, αν κρίνει ότι οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την υπαναχώρηση", αποτελεί ειδικότερη έκφανση της αρχής της καλής πίστης, γι' αυτό και συνιστά κανόνα αναγκαστικού δικαίου. Το δικαστήριο, με βάση την παραπάνω διάταξη, μπορεί να αποφανθεί υπέρ της μειώσεως του τιμήματος ή της αντικαταστάσεως αντί της υπαναχωρήσεως, ως μη δικαιολογούμενης από τις περιστάσεις, επί τη βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, στο πλαίσιο δε αυτό εξετάζει ιδίως, αν το πράγμα μπορεί ακόμη, παρά το ελάττωμα ή την έλλειψη, να χρησιμοποιηθεί από τον αγοραστή για την κατά προορισμό χρήση του ή αν μπορεί να μεταπωληθεί σε τρίτον, έστω και μετά τη διόρθωση του ελαττώματος ή της έλλειψης που παρουσιάζει, καθώς επίσης και αν η από την υπαναχώρηση επερχόμενη ζημία στον πωλητή είναι δυσανάλογη σε σχέση με την ωφέλεια του αγοραστή από αυτήν, σταθμιζομένων έτσι των εκατέρωθεν συμφερόντων των μερών (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 2216/2014, ΑΠ 642/1992, ΑΠ 754/1984). Εάν, συνεπώς, μετά από στάθμιση όλων των στοιχείων, το δικαστήριο κρίνει ότι η υπαναχώρηση δεν δικαιολογείται από τις περιστάσεις, ευχέρεια έχει να επιδικάσει μόνο μείωση του τιμήματος ή αντικατάσταση του πράγματος με απόφαση που έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού ανατρέπει την επελθούσα συγκέντρωση με την άσκηση από τον αγοραστή της υπαναχώρησης και παράγει αντί αυτής τα αποτελέσματα της μειώσεως του τιμήματος ή της αντικαταστάσεως του πράγματος και εφόσον έχει υποβληθεί σχετική ένσταση ή πρόταση από τον εναγόμενο πωλητή, δεδομένου ότι η κατ` άρθρ. 542 ΑΚ ενέργεια του δικαστηρίου, δεν μπορεί να είναι αυτεπάγγελτη, αφού είναι δυνατή η παραίτηση του πωλητή από την προστασία που του παρέχει αυτή η διάταξη, αλλά και γιατί ο αγοραστής απαιτείται να επικαλεσθεί ποια είναι η αξία του πράγματος χωρίς το ελάττωμα ή τις ελλείψεις και ποια η αξία του αν υπάρχουν αυτές (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 2216/2014). Πάντως, σε κάθε περίπτωση, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την επιδίκαση μειώσεως του τιμήματος ή αντικατάστάσεως του πράγματος αντί υπαναχωρήσεως, είναι κρίση νομική και υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 2216/2014, ΑΠ 1482/1981). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 520, 527 και 269 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 269 ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, πριν καταργηθεί, από 1.1.2016, με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 4335/2015, και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών, δεν μπορεί να προτείνει νέες ενστάσεις, τις οποίες δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως, ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός εάν πρόκειται για ενστάσεις, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, ή γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δηλαδή α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν έγκαιρα με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, β) αν αυτοί προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και δ) αν αποδεικνύονται με έγγραφο, χωρίς πλέον την πρόσθετη προϋπόθεση να κρίνει το δικαστήριο ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί έγκαιρα, την ύπαρξη του εγγράφου, η οποία απαλείφθηκε με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011. Σε όλες τις περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ως προς το αν είναι ή όχι δικαιολογημένη η βραδεία προβολή αυτού ή ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας (ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 752/2011). Το απαράδεκτο της υποβολής νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (άρθρ. 223, 224, 526 και 527 ΚΠολΔ) ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 εδ. α' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 394/2011). Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προβλήθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο, κατά το οικείο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες, αιτιώμενη αυτήν α) ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 540 παρ.1 αρ. 3 ΑΚ, και χωρίς επαρκείς αλλά και με αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι "συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής για τη γένεση του δικαιώματος υπαναχώρησης, ενώ στην πραγματικότητα αυτές δεν συνέτρεχαν, αφού το φερόμενο κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ελάττωμα ήταν επουσιώδες και δεν αναιρούσε το σκοπό χρήσης του πράγματος που πωλήθηκε" και β) ότι "ακόμη και υπό την εκδοχή ότι υπήρξε συνομολόγηση ιδιότητας για την αναγραφή "πολλών" δελτίων αποστολής σε ένα συγκεντρωτικό τιμολόγιο, η έλλειψη αυτή ως επουσιώδης, δεν αρκεί για να θεμελιώσει το κατ' ΑΚ 540§1 αρ. 3 δικαίωμα υπαναχώρησης". Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά την υπό στοιχ. (α) αιτίαση είναι απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει και δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, από την επιτρεπτή δε, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, της εφέσεως αυτής και των πρόσθετων λόγων έφεσης, προκύπτει ότι ο ως άνω ισχυρισμός (ένσταση) περί επουσιώδους ελαττώματος δεν είχε προβληθεί στο πρωτόδικο δικαστήριο, μολονότι πρόκειται για ισχυρισμό που ήταν δυνατόν να προβληθεί έγκαιρα με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας. Σημειώνεται ότι προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, με πρόσθετο λόγο έφεσης, χωρίς η αναιρεσείουσα να επικαλεστεί ότι αυτός προβάλλεται παραδεκτώς λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, που δικαιολογούσαν κατ' εξαίρεση την προβολή του για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 967/2012), η δε προσβαλλομένη απέρριψε, όπως αναφέρθηκε, τους πρόσθετους λόγους ως ουσιαστικά αβάσιμους. Ο ίδιος λόγος κατά την υπό στοιχ. (β) αιτίαση αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, θεμελιώνεται δικαίωμα υπαναχώρησης του αγοραστή ανεξαρτήτως του αν η έλλειψη αυτή είναι ουσιώδης ή επουσιώδης. Με τους τέταρτο και τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγους της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες με την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 542 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 540 παρ. 1 αρ. 3 του ΑΚ, καίτοι ο αναιρεσίβλητος άσκησε αγωγή υπαναχώρησης από την ένδικη σύμβαση πωλήσεως λόγω πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος πράγματος, το εφετείο εσφαλμένα δεν προέκρινε αυτεπαγγέλτως τη μείωση του τιμήματος ή την αντικατάσταση του πράγματος ως προσφορότερη και αναλογικότερη λύση, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι η αναιρεσιβαλλομένη "μολονότι η ίδια (αναιρεσείουσα) δεν το πρότεινε, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την ΑΚ 542, κατά την οποία, μετά την κρίση περί του επουσιώδους ελαττώματος, το δικαστήριο θα έπρεπε αυτεπαγγέλτως να διατάξει, αντί του δραστικού και υπέρμετρα επαχθούς, για την ίδια, δικαιώματος της υπαναχώρησης, τη μείωση του τιμήματος ή την αντικατάσταση του πωληθέντος συστήματος", καθώς και ότι παραβίασε τις άνω διατάξεις με τη μορφή της παράβασης της αρχής της αναλογικότητας, αφού δεν επέλεξε κάποιο από τα ως άνω ηπιότερα δικαιώματα αλλά το δυσμενέστερο μέτρο της υπαναχώρησης χωρίς, μάλιστα, να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Οι λόγοι αυτοί πρωτίστως στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθώς η προσβαλλομένη δεν διαλαμβάνει κρίση ότι το ως άνω πραγματικό ελάττωμα ήταν επουσιώδες, αφού, όπως αναφέρθηκε, δεν προτάθηκε ο σχετικός ισχυρισμός, που συνιστά ένσταση. Σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτοι, διότι ο ισχυρισμός που τους στηρίζει, δεν προτάθηκε, όπως και η ίδια η αναιρεσείουσα επικαλείται και προκύπτει, άλλωστε, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων, που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, της εφέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, μολονότι πρόκειται για ισχυρισμό που ήταν δυνατόν να προβληθεί έγκαιρα με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας, ούτε προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης, με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, για την κατ' εξαίρεση την προβολή του. Σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι "πράγματα" που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν λόγο αναιρέσεως, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 11/1996) και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 127/2018). Αν από την απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάστηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή κατ` ουσίαν, ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος (Ολ ΑΠ 12/1991). Κατά των αποφάσεων δε του ειρηνοδικείου επιτρέπονται, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, έξι μόνο λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι είναι αντίστοιχοι προς τους λόγους 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, και η απαρίθμηση είναι περιοριστική. Συνεπώς δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως κατά των ως άνω αποφάσεων (ΑΠ 97/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το, ως εφετείο δικάσαν, Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τους λόγους της ένδικης έφεσης της αναιρεσείουσας, με τους οποίους επαναφέρθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο οι ισχυρισμοί της, που θεμελίωναν την ασκηθείσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της ανταγωγή, 1) περί καταβολής υπολειπόμενου τιμήματος της ένδικης πώλησης, ποσού 3.247 ευρώ, 2) περί μορφοποίησης του μηχανογραφικού εντύπου (ενόψει του προβλήματος που, κατά τους ισχυρισμούς της, παρουσίαζε, λόγω του μεγέθους και της μορφής του, το μέχρι τότε χρησιμοποιούμενο φορολογικό έντυπο της επιχείρησης του αναιρεσιβλήτου) αντί αμοιβής 1000 ευρώ, 3) περί εγκαταστάσεως προγράμματος σε φορητό υπολογιστή της συζύγου του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου για εργασία χωρίς οn-line σύνδεση με το γραφείο, αντί αμοιβής 1500 ευρώ και 4) περί επαναληπτικής εκπαίδευσης νέων υπαλλήλων της επιχείρησης του αναιρεσιβλήτου, αντί αμοιβής 2.500 ευρώ. Ωστόσο, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς της αναιρεσείουσας και τους απέρριψε κατ' ουσίαν, κρίνοντας ότι "...ορθώς η εκκαλουμένη απέρριψε την ανταγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ως εκ τούτου οι λόγοι της κρινόμενης εφέσεως..., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι...". Ειδικότερα: α) Τον υπ' αρ. 1 ισχυρισμό απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν, χωρίς να είναι αναγκαίο να διαλάβει ρητή περί τούτου παραδοχή, αφού, μετά την ανατροπή, αναδρομικώς, της ένδικης σύμβασης πώλησης λόγω υπαναχωρήσεως του αναιρεσίβλητου αγοραστή, δεν υπήρχε πλέον ισχυρή σύμβαση, ώστε να καθίσταται ο αντεναγόμενος-αναιρεσίβλητος υπόχρεος για την καταβολή του υπολοίπου του συμφωνημένου τιμήματος, εκ 3.247 ευρώ. β) Τον υπ' αρ. 3 ισχυρισμό απέρριψε κατ' ουσίαν με το να δεχθεί "Ακόμη αποδείχθηκε ότι η εναγομένη συμφώνησε με τον ενάγοντα να δημιουργήσει ένα επιπλέον ηλεκτρονικό πρόγραμμα, προκειμένου η σύζυγός του να δύναται, χωρίς να είναι συνδεδεμένη με τον κεντρικό υπολογιστή, να εργάζεται στο πωληθέν ηλεκτρονικό πρόγραμμα, αφού θα λάμβανε κάθε φορά αντίγραφο της εφαρμογής από τον κεντρικό υπολογιστή. Όμως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι το πρόγραμμα αυτό πράγματι το δημιούργησε η εναγομένη, ούτε ότι συμφωνήθηκε με τον ενάγοντα συγκεκριμένο προς τούτο τίμημα". Και γ) τους λοιπούς, υπ' αρ. 2 και 4 ισχυρισμούς, έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν, αφού από τη νοηματική εκτίμηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλομένης σε συνδυασμό με τις διαλαμβανόμενες αντίστοιχες παραδοχές "Η συγκεκριμένη διορθωτική παρέμβαση της εναγομένης, συναρτάται με τις δυνατότητες του συστήματος που αρχικώς είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων..." (σελ. 14η) και "...η λειτουργία του συστήματος απαιτούσε, αφού εκπαιδευτεί σχετικά το προσωπικό του ενάγοντος... (συμβατική υποχρέωση την οποία είχε αναλάβει να πραγματοποιήσει η εναγομένη), να δοκιμαστεί αυτό στην πράξη και να δηλωθεί στην Εφορία η μεταβολή του φορολογικού ταμειακού μηχανισμού, καθότι ο παλαιός δεν ήταν συμβατός με το επίμαχο σύστημα και γι' αυτό εξάλλου ο ενάγων αγόρασε νέο..." (σελ. 13η), το εφετείο δέχθηκε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι επρόκειτο για αντίστοιχες εξ αρχής συμβατικές υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας, και όχι για πρόσθετες υπηρεσίες αντί αμοιβής, πέραν της αρχικά συμφωνηθείσας. Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη άφησε αδίκαστη την ανταγωγή κατά τα παραπάνω αξιούμενα κονδύλια, είναι απαράδεκτος, αφού δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους ως άνω λόγους για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά το βάσιμο αίτημά του, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4.7.2016 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «Δ.. Ι.-Α.. Χ. Ε..Π..Ε.. και το διακριτικό τίτλο «S.» E." για αναίρεση της υπ' αριθ. 85/2014 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Αυγούστου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ