Αριθμός 1519/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 16809/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 593/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, συντρέχει, όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της απόφασης, στο οποίο, ως λογικό συμπέρασμα, καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή του αιτιολογικού από το διατακτικό δεν μπορεί να φθάσει μέχρι του σημείου της ολικής αναφοράς με το αιτιολογικό στα περιστατικά που περιγράφονται στο διατακτικό της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμ. 16809/2005 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δικάζοντας ως Εφετείο, την εξέδωσε, κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο αποδοχής εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση (άρθρο 31 παρ. 1 εδ. ζ' και η' του Ν. 1591/1985) και του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Το Δικαστήριο εκείνο για να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του αναφέρει ως μόνη αιτιολογία στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που ειδικώς μνημονεύονται σ' αυτό "προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι αποδείχθηκαν τα οριζόμενα στο διατακτικό". Η αιτιολογία όμως αυτή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά είναι εντελώς τυπική, αφού δεν διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ούτε τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή εκείνων στις διατάξεις που εφαρμόσθηκαν και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από όσα περιέρχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό, αφού το διατακτικό στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν περιέχει πλην των τυπικών στοιχείων του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος της κρινόμενης αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. ΙΙ.- Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου περί πλημμελήματος, όπως είναι το έγκλημα της φοροδιαφυγής που διαπράττεται με την έκδοση ή την αποδοχή εικονικών τιμολογίων πώλησης αγαθών (άρθρ. 31 παρ. 1 περ. ζ' και η' και παρ. 2 του Ν. 1591/1986) είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1, β', 370 εδ. β', 511 και 514 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης που εξελείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κριθεί βάσιμος είναι λόγος αναίρεσης (άρθρο 511 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003), οφείλει, μετά την εντεύθεν αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη σημειώθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος καταδικάστηκε στην προαναφερόμενη ποινή φυλάκισης για παράβαση του άρθρου 31 παρ. 1 περ. ζ' και η' και παρ. 2 του ν. 1591/1986, σε συνδ. με το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 523/1997, δηλαδή για πράξη, που φέρεται να έχει τελεστεί από αυτόν στο από 3-9-1997 μέχρι 2-11-1997 χρονικό διάστημα. Το αξιόποινο, όμως του παραπάνω εγκλήματος, που διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, έχει εξαλειφθεί με παραγραφή, που συμπληρώθηκε μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού, από το ως άνω χρονικό διάστημα τέλεση της πράξης μέχρι τη συζήτηση της παρούσας υπόθεσης, έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής. Επομένως, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε αναιρετέα, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να παύει οριστικά, λόγω παραγραφής η κατά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ποινική δίωξη για την παραπάνω αξιόποινη πράξη. Οι νεότερες διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 και 21` παρ. 10 του ν. 2523/1997, κατά τις οποίες: α) η έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων καθώς και η αποδοχή εικονικών στοιχείων ή η νόθευσή τους τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ο δράστης ή όχι την πληρωμή φόρου και β) η παραγραφή των αδικημάτων αυτών αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μή άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της, δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, διότι είναι δυσμενέστερες για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο. Και τούτο διότι, αφενός η προγενέστερη όμοια διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 περ. ζ' και η' του ν. 1591/1986 (για παράβαση της οποίας έχει ασκηθεί ποινική δίωξη) απαιτούσε ως πρόσθετο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, το σκοπό απόκρυψης της φορολογητέας ύλης και αφετέρου ο χρόνος παραγραφής άρχιζε (ελλείψει ειδικής διάταξης, όπως συνέβαινε με άλλα εγκλήματα φοροδιαφυγής, κατά το άρθρο 32 παρ. 2 του εν λόγω παλαιού νόμου) από την τέλεση του αδικήματος και επομένως η συμπλήρωσή του και η εξάλειψη του αξιοποίνου επέρχονταν νωρίτερα από ότι προβλέπει ο νεότερος νόμος. Η νεότερη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2523/1997, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 5 του ίδιου νόμου για τα αδικήματα που διαπράττονται από 1-1-1998 και μετά, είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη μόνο ως προς την απειλούμενη ποινή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμ. 16809/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και, Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου ....... του ότι: Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 3-9-1997 έως 2-11-1997, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής διότι απεδέχθη εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλονότι φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 11 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ