ΑΡΙΘΜΟΣ 1029/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο-Εισηγητή και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μάιου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειουσών- κατηγορουμένων, 1.Ό. Σ. του Ε., κατοίκου ... που δεν παρέστη στο ακροατήριο και 2.Χ. Σ. του Ε., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δημητράτο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 17047/2012 αποφάσεως του Α' Αυτόφωρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Α' Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Μαΐου 2012 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 693/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της β' αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 21 Μαΐου 2012 αίτηση αναίρεσης της πρώτης αναιρεσείουσας, και να απορριφθεί η αίτηση της δεύτερης αναιρεσείουσας, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Συνεκδικάζονται, ως συνναφείς, στρεφόμενες κατά της με αριθμό 17047/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι από 21-5-2012 δύο αιτήσεις αναιρέσεως των 1] Ό. Σ. και Χ. Σ. Α] Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της Ό. Σιμοπούλου, Σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο εισαγγελέας κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Κατά το άρθρο 514 εδ α' ΚΠοινΔ αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η αίτηση του απορρίπτεται. Στη προκείμενη περίπτωση, από το περιεχόμενο των από 13-7-2012 και 6-8-2012 δυο αποδεικτικών επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου …, προκύπτει ότι επιδόθηκε στην πρώτη αναιρεσείουσα Ό. Σ., σύμφωνα με το άρθρο 155 παρ.2 εδ.β. [θυροκόλληση] και στον διορισθέντα αντίκλητο δικηγόρο αυτής Δημήτριο Βασιλείου, σύμφωνα με το άρθρο 166 παρ.1 ιδίου Κώδικα, νομίμως και εμπροθέσμως, η 693/11-6-2Θ12 κλήση του Εισαγγελέως Αρείου Πάγου, για να παραστεί αυτή με συνήγορο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 21-11 -2012, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την δικάσιμο της 20-2-2013, οπότε και πάλι αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (βλ. τις με αριθμούς 1459/2012 και 277/2013 αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού), προκειμένου να υποστηρίξει την από 21-5-2012 αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 17047/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Συνεπώς, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, όταν εκφωνήθηκε το ονοματεπώνυμο της, κατά την τελευταία αυτή συνεδρίαση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αυτής, με παράλληλη καταδίκη της στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Β] Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της Χ. Σ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο προκαλεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτ. δ του ΚΠΔ και ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι παραβιάζεται η άσκηση του προβλεπόμενου από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται το αποδεικτέο θέμα στο οποίο αφορά το έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, εννοείται ότι αναγνώσθηκε ολόκληρο το περιεχόμενο του και επομένως ο κατηγορούμενος έλαβε πλήρη γνώση αυτού και είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, λαμβανομένου υπόψη ότι η δυνατότητα του αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά κυρίως από το αν αναγνώσθηκε. Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα Χ. Σ. προβάλλει ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, συνιστάμενη στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την άσκηση από μέρους της των δικαιωμάτων που της παρέχει ο νόμος και συγκεκριμένα επειδή στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν τα εξής έγγραφα με αριθμούς 4] δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2009, 6] ισολογισμός 31-12-05 και 31-12-09, 15] το από 8-2-12 έγγραφο, 19] το 4240/2006 ειδικό πληρεξούσιο, 25] φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου οικοπέδου, πλην όμως, από την αόριστη αυτή αναφορά, δεν προκύπτει η ταυτότητα των ανωτέρω εγγράφων, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα πράγματι αναγνώσθηκαν, με αποτέλεσμα αυτή να αποστερείται της δυνατότητας να ασκήσει το παρεχόμενο από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ, δικαίωμα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τα ως άνω έγγραφα. Από την επισκόπηση όμως των ως άνω πρακτικών, προκύπτει ότι τα ανωτέρω έγγραφα είναι τα μοναδικά που αναγνώσθηκαν και προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά τους, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι πράγματι αυτά αναγνώσθηκαν, ενώ με την βεβαίωση περί αναγνώσεως αυτών συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα (δια των εκπροσωπούντων αυτήν συνηγόρων της) έλαβε γνώση του περιεχομένου τους και είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τα ως άνω έγγραφα και άρα δεν στερήθηκε του δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ΑΝ 86/1967, "όστις υπέχων υποχρέωσιν καταβολής των βαρυνουσών αυτόν τον ίδιον ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείον Εργασίας υπαγόμενους πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικούς Λογαριασμούς, δεν καταβάλλει ταύτας εντός μηνός, αφ' ης αύται κατέστησαν απαιτητοί, προς τους ως άνω Οργανισμούς τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής, τουλάχιστον 10 χιλιάδων δραχμών", και κατά την παράγραφο 2 του ίδιου όρθρου "όστις παρακρατών ασφαλιστικός εισφοράς των παρ1 αυτώ εργαζομένων επί σκοπώ αποδόσεως εις τους κατά την παράγραφος 1 Οργανισμούς δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει ταύτας προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός αφ1 ης κατέστησαν απαιτητοί, τιμωρείται επί υπεξαιρέσει δια φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 10 χιλιάδων δραχμών". Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως αυτό ισχύει, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του ΑΝ 1846/1951, νοείται ένα περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το όρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, απόφασης, προϋποθέτει, την αναφορά των κρίσιμων για τη θεμελίωση των αναφερόμενων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, από τον οποίο (χρόνο απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τέλεσης της πράξης και τα χρηματικά ποσά, που με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. ΑΠ 1/1996). Επίσης, αν περισσότερα πρόσωπα φέρονται ως εργοδότες από την άσκηση της επιχείρησης, πρέπει να γίνεται αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει η μεταξύ τους σχέση και η θέση του καθένα από αυτούς στην επιχείρηση, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση και στη δεύτερη αυτή περίπτωση και η νομική μορφή της εταιρικής επιχείρησης (εταιρείας), ώστε να ανακύπτει και η υποχρέωση του καθένα από αυτούς, για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών. Αν πρόκειται για εταιρική επιχείρηση, με τη μορφή της ομόρρυθμης εταιρείας, αρκεί μόνη η ιδιότητα των φερόμενων περισσότερων εργοδοτών, ως μελών της εταιρίας (εταίρων), αφού στην ομόρρυθμη εταιρεία, σε αντίθεση προς τον κανόνα της συλλογικής εκπροσωπήσεως που ισχύει στην αστική εταιρεία [άρθρο 748 παρ.1 Α.Κ] η διάταξη του άρθρου 22 Εμπ.Ν. όπως ίσχυε και κατά τον επίδικο χρόνο καθιερώνει την αρχή της ατομικής εκπροσωπήσεως και κάθε ομόρρυθμος εταίρος, μπορεί να δεσμεύσει την εταιρεία, εκτός αν το καταστατικό προβλέπει άλλη ρύθμιση. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το όρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στη προκείμενη περίπτωση, από το συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης με αριθμό 17047/2012 αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνονται παραδεκτά, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, [που δίκασε σε δεύτερο βαθμό έφεση της ήδη αναιρεσείουσας], δέχθηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατά το είδος τους στην απόφαση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι δυο κατηγορούμενες (ήτοι η αναιρεσείουσα Χ. Σ. και η συγκατηγορουμένη αυτής Ό. Σ.) στην …στις 23-3-2007, με την ιδιότητα των ομορρύθμων εταίρων και εργοδοτών της επιχείρησης με την επωνυμία " ... με αντικείμενο εργασιών την εκμετάλλευση του εκπαιδευτηρίου ... και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από Πάσχα 2004 μέχρι και Χριστούγεννα 2005 (στην οποία περιλαμβάνεται ΔΠ 2004 και ΔΧ 2005) στην επιχείρηση αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλαν για την εξασφάλιση του ανωτέρω προσωπικού να καταβάλουν στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές, συνολικού ποσού 74.990,36 ευρώ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Ειδικότερα οι κατηγορούμενες α) έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τις ίδιες (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 50.018,57 ευρώ, δεν κατέβαλαν με πρόθεση αυτές στον ανωτέρω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και β) έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ), ποσού 24.971,79 ευρώ με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον ανωτέρω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν με πρόθεση σε αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η υπ' αριθ…/2007 ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται 66 μισθωτοί, με ύψος αποδοχών 170.200,54 ευρώ συνολικά". Ακολούθως, κήρυξε ένοχη την ως άνω αναιρεσείουσα (και την συγκατηγορουμένη Ό. Σ.) με ελαφρυντικά των άρθρων 84§2α και β του ΠΚ, του ότι: Στην …την 23/3/2007 τυγχάνοντας εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία "..." και ΑΜΕ ή ΑΜΟΕ ... ΥΠΟΚ/ΜΑ ΙΚΑ ΒΥΡΩΝΑ, είδος επιχείρησης ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ μαζί με την ως ανωτέρω συγκατηγορουμένη και έχοντας απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο ΔΠ 2004 και ΔΧ 2005 στην επιχείρησή τους προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 74.990,36 Ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό …/2007 ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται (66) μισθωτοί με ύψος αποδοχών 170.200,54 ευρώ συνολικά. 1. Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τις ίδιες (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσού για το Ειδικό Λογ/σμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδομών βάσει των ημερών απασχόλησης), ποσού 50.018,57 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 24.471,79 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Επέβαλε δε τέλος σ' αυτήν συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή μεταξύ του σκεπτικού και διατακτικού συμπλήρωση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρον 375 παρ. 1 ΠΚ και του άρθρου 1 παρ. 1, 2 ΑΝ 86/1967 που εφάρμοσε. Ειδικότερα, από το αιτιολογικό της αποφάσεως προκύπτει ότι αναφέρεται εκεί η ιδιότητα της κατηγορουμένης ως ομορρύθμου εταίρου της εταιρείας με, την επωνυμία "Ό. και Χ. Σ. ΟΕ" και η εμπλοκή της στην πρόσληψη, απασχόληση και ασφάλιση των προσώπων που εργάζονταν στην εν λόγω εταιρία με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η αναφορά αυτή της ιδιότητος της αναιρεσείουσας ως ομορρύθμου εταίρου της παραπάνω εταιρείας αρκούσε για το ότι αυτή ήταν διαχειρίστρια και εκπροσωπούσε την εταιρεία και ως εκ τούτου ανέκυπτε υποχρέωση της να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδει αυτές μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές της επιχειρήσεως στο ΙΚΑ, χωρίς να απαιτείται η παράθεση επιπλέον περιστατικών, αφού δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ισχυρισμός για μη συμμετοχή της στην διαχείριση και εκπροσώπηση της εταιρείας, ως προς τον προσδιορισμό της νομικής μορφής της οποίας ως ομορρύθμου εταιρείας είναι σαφείς οι παραδοχές της προσβαλλομένης. Εξ άλλου, η ειδικότερη αιτίαση ότι, ούτε από την επισκόπηση επιβολής εισφορών, ούτε από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, προκύψουν τα στοιχεία που αναφέρονται στην παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι "για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό …/2001 ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται 66 μισθωτοί με ύψος αποδοχών 170.200,54 Ευρώ συνολικά'' και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί από ποια αποδεικτικά στοιχεία συνήγαγε το δικαστήριο της ουσίας την παραδοχή αυτή, είναι απαράδεκτη, ως αναγόμενη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων οπό το δικαστήριο της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν, ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Δ' ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση της δεύτερης αναιρεσείουσας και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 21-5-2012 δυο αιτήσεις των Ό. Σ. και Χ. Σ. περί αναιρέσεως της με αριθμό 17047/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Απορρίπτει τις αιτήσεις. Καταδικάζει κάθε μία από τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (€250) Ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουλίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ