Αριθμός 1710/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ο. Φ. Λ., κατοίκου ... και 2) Ν. Λ., κατοίκου .... Ο πρώτος αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκούρτο, ο οποίος ανακάλεσε την από 3-3-2023 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "...LTD", όπως μετονομάστηκε η μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "... ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Σ. Σ. του Α., κατοίκου ... και 3) Λ. Ο., κατοίκου .... Οι πρώτη και δεύτερος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραβοκύρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2019 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-6-2021 αίτησή τους και τους από 17-2-2023 και 24-2-2023 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο πρώτος αναιρεσείων και οι πρώτη και δεύτερος αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων. γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (Ολ.Α.Π.8/2009, Α.Π.681/2022, Α.Π.93/2020, Α.Π.1863/2017). Στην αντίθετη περίπτωση, η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους λοιπούς, που δεν κλητεύθηκαν νόμιμα (Ολ.Α.Π.14/2015, Α.Π.960/2023, Α.Π.791/2023, Α.Π.1997/2022, Α.Π.171/ 2020, Α.Π.209/2019, Α.Π.782/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 20-6-2012 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, εξέθεσαν ότι ανέθεσαν στην πρώτη εναγομένη εταιρεία (πρώτη αναιρεσίβλητη), η οποία ασχολείται με την παροχή κτηματομεσιτικών υπηρεσιών, της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσίβλητος) είναι νόμιμος εκπρόσωπός της και η τρίτη εναγόμενη (τρίτη αναιρεσίβλητη) υπάλληλός της, να τους υποδείξει ευκαιρία αγοράς μίας ανακαινισμένης κατοικίας στην Παλιά Πόλη της Ρόδου. Ότι στο πλαίσιο της παραπάνω συμφωνίας, τους υποδείχθηκε μία διώροφη οικία στην παλιά πόλη της Ρόδου, την οποία, αφού επισκέφθηκαν και την βρήκαν της αρεσκείας τους, αποφάσισαν να προβούν στην αγορά της, όπως και συνέβη. Όμως, μετά την αγορά, διαπίστωσαν ότι η οικία βρισκόταν σε κακόφημη και θορυβώδη, κατά τις νυκτερινές ώρες, περιοχή της Ρόδου, στην οποία υπάρχουν οίκοι ανοχής. Ότι συνεπώς το ακίνητο εμφάνιζε τα παραπάνω πραγματικά ελαττώματα, γεγονός που τους απέκρυψε δολίως η πρώτη εναγομένη, παραβαίνοντας τη σχετική συμβατική της υποχρέωση. Με βάση τα παραπάνω οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν, εις ολόκληρον, οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν το ποσό των 344.335 ευρώ, ως αποζημίωση για την υλική ζημία την οποία υπέστησαν, άλλως, το ποσό των 223.817,75 ευρώ καθώς και το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την παράνομη, ενάντια στα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της ως αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ.166/2017 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ.63/2019 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, που απέρριψε την έφεση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την κρινόμενη, από 7-6-2021, αίτησης αναίρεσης. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε, κατ` άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, να συζητηθεί στη αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 27-3-2023, αντίγραφο δε της αίτησης αναίρεσης, με την επ' αυτής πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του αρμοδίου προς εκδίκασή της Πολιτικού Τμήματος, καθώς και την πράξη του Προέδρου του αρμοδίου Τμήματος περί ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (27-3-2023) και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, νομίμως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσίβλητων, Μ. Μ., που είχε παραστεί για λογαριασμό τους κατά τη συζήτηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο Εφετείο (άρθρα 143 και 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ), όπως τούτο προκύπτει από την, επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη από τον παριστάμενο πρώτο αναιρεσείοντα, υπ' αριθ. 5874/21-12-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δωδεκανήσου με έδρα το Πρωτοδικείο Ρόδου Μ. Π.. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση (άρθρο 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ) η δεύτερη αναιρεσείουσα, ενώ ο πρώτος αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκούρτο, ο οποίος και προσκόμισε το υπ' αριθ. .../23-1-2020 ειδικό πληρεξούσιο αυτού ενώπιον του Συμβολαιογράφου ... προς τον ίδιο (δικηγόρο Νικόλαο Σκούρτο), από το οποίο προκύπτει ότι έχει διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου αναιρεσείοντος. Από τα έγγραφα όμως που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η απολειπόμενη δεύτερη αναιρεσείουσα είχε επισπεύσει και η ίδια έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχε χορηγήσει στον ως άνω φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο της πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα έχει κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τον παριστάμενο, απλό ομόδικο, πρώτο αναιρεσείοντα που επισπεύδει έγκυρα τη συζήτηση, ή από τους αναιρεσίβλητους. Πρέπει, συνεπώς, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ.3 εδάφ. β` ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα και να διαταχθεί ως προς αυτήν ο χωρισμός της υπόθεσης, ενώ ως προς τον παριστάμενο πρώτο αναιρεσείοντα, πρέπει η αίτηση, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και, επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1ΚΠολΔ) να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), χωρίς την παρουσία της τρίτης αναιρεσίβλητης, η οποία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, καίτοι αυτή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού, όπως αναφέρθηκε, από την ως άνω επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη από τον παριστάμενο πρώτο αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 5874/21-12-2022, έκθεση επίδοσης της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου, προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με την επ' αυτής πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του αρμοδίου προς εκδίκασή της Πολιτικού Τμήματος, καθώς και πράξη του Προέδρου του αρμοδίου Τμήματος περί ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (27-3-2023) και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του πρώτου αναιρεσείοντος που επισπεύδει την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο της ανωτέρω (τρίτης) αναιρεσίβλητης, Μ. Μ., που είχε παραστεί για λογαριασμό της κατά τη συζήτηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο Εφετείο (άρθρα 143 και 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ). Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α και β του άρθρου 569 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015, διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του Ν.4842/2021 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν.4912/2022, ισχύει δε από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ.2β του Ν.4842/2021, ως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Κατά δε το άρθρο 281 Κ.Πολ.Δ., συζήτηση της υπόθεσης θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ίδιου κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επίδοση αυτού στον αναιρεσίβλητο πριν από την ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους. Η επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων πρέπει να γίνει στον ίδιο τον αναιρεσίβλητο και μόνον στην περίπτωση, που επισπεύδει αυτός τη συζήτηση, η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Η διάταξη αυτή του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. β', ως ειδικότερη, υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του. Εξάλλου, στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και η ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (Α.Π.265/2023, Α.Π.1376/2022, Α.Π.506/2021). Αν η τελευταία, δηλαδή η τριακοστή ημέρα πριν από τη δικάσιμο, με αφετηρία την επομένη της επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο, δεν υφίσταται εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι (άρθρο 577 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., Ολ.Α.Π.33/1996, Α.Π.332/2016, ΑΠ 1915/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, οι από 17-2-2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 17-2-2023 και επιδόθηκε στις 21/2/2023 (βλ. την υπ' αριθ. 6067/21-2-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δωδεκανήσου με έδρα το Πρωτοδικείο Ρόδου Μ. Π.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης (27-3-2023), ασκήθηκαν μεν εμπρόθεσμα, πλην όμως δεν επιδόθηκαν στους αναιρεσίβλητους αλλά στον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, Μ. Μ., που είχε παραστεί για λογαριασμό τους κατά τη συζήτηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο Εφετείο, χωρίς ωστόσο να επισπεύδουν τη συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι και χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται, ούτε και αποδεικνύεται άλλωστε, ότι αυτός είναι πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων, δεδομένου ότι η παράστασή του ως πληρεξουσίου αυτών στην κατ'έφεση δίκη, δεν τον καθιστά, όπως αναφέρθηκε, αντίκλητο για τις επιδόσεις που αφορούν τους προσθέτους λόγους αναίρεσης. Επομένως, οι ως άνω, από 17-2-2023 πρόσθετοι λόγοι, είναι απαράδεκτοι. Επίσης και οι από 24-2-2023, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου και επιδόθηκε στις 24/2/2023 (βλ. την υπ' αριθ. 6072/24-2-2023 έκθεση επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας) είναι απαράδεκτοι, καθόσον, αφενός δεν ασκήθηκαν τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης, καθόσον η 30η ημέρα συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα Κυριακή και συνεπώς ασκήθηκαν εκπρόθεσμα, αλλά και επιπλέον και αυτοί δεν επιδόθηκαν στους αναιρεσίβλητους αλλά επιδόθηκαν απαραδέκτως στον ως άνω παραστάντα στο εφετείο πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 703 § 1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον άλλο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει, μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόμο και εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει, συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σύμβασης και είναι δυνατό, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από τον μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα μέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτήν ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σε αυτόν δυνατότητας σύναψης της σύμβασης που τον ενδιαφέρει. Η εντολή προς το μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο (Α.Π.441/2015, Α.Π.815/2007). Επίσης, κατά το άρθρο 914 ΑΚ: "Οποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η ανθρώπινη συμπεριφορά που αποτελεί στοιχείο αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη. Η τελευταία, όμως, για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες αντιλήψεις από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου (Α.Π. 174/2005). Eξάλλου, υπαίτια ζημιογόνος, πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί, εκτός από την αξίωση από τη σύμβαση να επιστηρίξει και αξιώσει αποζημίωση από αδικοπραξία, αν χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο, από το δίκαιο, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, επιβαλλόμενο καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιον, υπαίτια, άλλως, χωρίς να απαιτείται προς τούτο κάποιο άλλο στοιχείο (Ολ.Α.Π. 967/1973, Α.Π.917/2020, Α.Π.484/2006). Σε μια τέτοια περίπτωση, υπάρχει συρροή συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει το δικαίωμα να στηρίξει την αξίωσή του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση είτε στην αδικοπραξία είτε, επιβοηθητικά και στις δύο. Επί συρροής δε των αξιώσεων που αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή, στην ίδια παροχή, είναι δυνατή η παράλληλη άσκησή τους, όχι όμως και η ικανοποίηση αυτών, αφού η ικανοποίηση της μιας έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της άλλης, εκτός αν με αυτή ζητείται κάτι περισσότερο, όπως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβη ή ψυχικής οδύνης, λόγω της αδικοπραξίας (άρθρ. 299, 932 του Α.Κ.), οπότε σώζεται μόνον ως προς αυτό (Α.Π.642/2022, Α.Π.862/2020, Α.Π.1703/2013, Α.Π. 1381/2013). Περαιτέρω, από τα άρθρο 147 εδ. α`, 149 εδ.α', 361 και 914 ΑΚ συνάγονται τα εξής. 'Οποιος παρασύρθηκε με απάτη άλλου, σε σύναψη σύμβασης έχει δικαίωμα να ζητήσει απ`αυτόν τον άλλο την ανόρθωση κάθε ζημίας, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις αδικοπραξίες, πράγμα που κατ` αρχήν συμβαίνει εφόσον η απάτη συνιστά παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά, να ζητήσει, δηλαδή, αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθ. .../30-7-2009 συμβολαίου του συμβολαιογράφου … Κ. Τ. που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος ενάγων, U. F. L. του K. H. (πρώτος αναιρεσείων), υπήκοος …, αγόρασε από τους υπηκόους Μ. … D. J. C. και J. D. J., οι οποίοι κατά τη σύναψη αυτού εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μ. Φ. του Δ. (η οποία ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό των ως άνω πωλητών, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../28-7-2009 ειδικού πληρεξουσίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου), μία διώροφη οικοδομή στην Παλαιά Πόλη της Ρόδου και επί της οδού ..., αποτελούμενη από ισόγειο επιφανείας 63 τ.μ., πρώτο όροφο επιφανείας 63 τ.μ. και αυλή επιφανείας 72 τ.μ.,... Ως τίμημα για την παραπάνω πώληση αναγράφηκε στο συμβόλαιο το ποσό των 115.000 ευρώ, το πραγματικό όμως τίμημα που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτό των τριακοσίων είκοσι πέντε χιλιάδων (325.000) ευρώ, γεγονός που αποδεικνύεται τόσο από τον υπολογισμό της μεσιτικής αμοιβής, η οποία ανήλθε στο ποσό των 6.500 ευρώ (325.000 Χ 2% ...), καθώς και από την με ημερομηνία 6-6-2009 σύμβαση (επιγραφόμενη ως "συμβατική προσφορά"), για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω, όσο και από το με ημερομηνία 11-7-2009 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πρώτου ενάγοντος προς ένα εκ των πωλητών ...στην οποία του ζητεί να συναχθεί ένα ιδιωτικό συμφωνητικό ή απόδειξη για τη διαφορά του αναγραφομένου στο συμβόλαιο ποσού των 115.000 ευρώ και της πραγματικής αξίας των 325.000 ευρώ. Εμμέσως δε, η παραπάνω κρίση επιβεβαιώνεται και από τις προσκομιζόμενες με επίκληση, νομίμως μεταφρασμένες, δανειακές συμβάσεις που συνήψε ο πρώτος ενάγων, ώστε να προβεί στην αγορά του ακινήτου. Κατά τη σύναψη του παραπάνω συμβολαίου, ο πρώτος ενάγων συνοδευόταν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος και συνυπέγραψε τη σχετική πράξη. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες επέδειξαν ενδιαφέρον για την αγορά οικίας στην Παλιά Πόλη της Ρόδου κατά την περίοδο που έκαναν διακοπές στο νησί, για το σκοπό δε αυτό απευθύνθηκαν στην πρώτη εναγομένη (πρώτη αναιρεσίβλητη) κτηματομεσιτική εταιρεία, της οποίας μοναδικός εταίρος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ήταν ο δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσίβλητος). Έτσι, στις 5-6-2009 μετέβησαν στα γραφεία της πρώτης εναγομένης, ήρθαν σε επαφή με την υπάλληλο του γραφείου Φωτεινή - Σ. Σ., η οποία αρχικά παρουσίασε στους ενάγοντες στον ηλεκτρονικό υπολογιστή μέσω διαδικτύου όσα διαθέσιμα ακίνητα διαχειριζόταν το γραφείο στη συγκεκριμένη περιοχή (8 με 9, σύμφωνα με την ως άνω υπάλληλο), παραπέμποντάς τους στα διαφημιστικά φυλλάδια που παρουσίαζαν τα χαρακτηριστικά κάθε ακινήτου. Ειδικότερα όσον αφορά στη συγκεκριμένη οικία, που πωλήθηκε με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, η σχετική καταχώριση (με αριθμό αναφοράς-κωδικό ακινήτου …), περιελάμβανε δέκα (10) φωτογραφίες και τις σχετικές με το ακίνητο αυτό πληροφορίες, μεταξύ των οποίων ότι επρόκειτο για προσφάτως ανακαινισθείσα οικία στην παλιά πόλη, σε ήσυχη γειτονιά στην καρδιά της παλιάς πόλης πλήρως επιπλωμένη και εξοπλισμένη, ότι βρίσκεται σε μία ζηλευτή τοποθεσία, με βολική προσπέλαση στην κύρια πύλη εξόδου της παλιάς πόλης και πλησίον σε χώρο στάθμευσης, καθώς και ότι αποτελεί μοναδική ευκαιρία για επένδυση. Η καταχώρηση συνοδευόταν από την πρόσθετη επισήμανση προειδοποίηση ότι οι παραπάνω πληροφορίες παρασχέθηκαν στην πρώτη εναγομένη από τρίτα πρόσωπα, συνεπώς η παραπάνω περιγραφή υπόκειται σε σφάλματα, παραλείψεις και αλλαγή τιμής. Την επόμενη ημέρα (6-6-2009), ο πρώτος ενάγων συμβλήθηκε με την πρώτη εναγομένη στην με την ίδια ημερομηνία "συμβατική προσφορά", η οποία περιείχε τους όρους, υπό τους οποίους η πρώτη εναγομένη θα μεσολαβούσε στους ιδιοκτήτες της οικίας, ώστε να συναφθεί η σύμβαση αγοραπωλησίας, ενώ την ίδια ημέρα οι ενάγοντες συναντήθηκαν στην "κεντρική πλατεία της Παλιάς Πόλης με την προαναφερόμενη υπάλληλο, η οποία τους επέδειξε 4-5 σπίτια στην περιοχή, τα οποία είχαν επιλέξει οι ενάγοντες με βάση τις φωτογραφίες που είχαν δει και τις πληροφορίες που συνόδευαν κάθε ακίνητο στις σχετικές καταχωρήσεις της πρώτης εναγομένης. Η παρουσίαση περιελάμβανε επίδειξη του εσωτερικού των οικιών και της περιοχής γύρω από αυτά, μεταξύ δε αυτών και της επίμαχης οικίας, καθώς στη συνέχεια οι ενάγοντες περπάτησαν συνοδεία της ως άνω υπαλλήλου μέχρι ..., όπου υπάρχει χώρος στάθμευσης για τα οχήματα. Περίπου δύο (2) εβδομάδες αργότερα, οι ενάγοντες επικοινώνησαν τηλεφωνικά με το γραφείο της πρώτης εναγομένης, δηλώνοντας ότι η προτίμησή τους στρεφόταν προς τη συγκεκριμένη (επίμαχη) οικία, κατόπιν δε επικοινωνίας με την τρίτη εναγομένη και αποστολής σχετικού μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ορίστηκε ως τόπος συνάντησης η πανσιόν με το διακριτικό τίτλο ..., η οποία απέχει ελάχιστα από τη συγκεκριμένη οικία (περίπου 15 μέτρα), στην οποία διέμειναν οι ενάγοντες το προηγούμενο βράδυ. Στη συνάντηση, οι ενάγοντες ανέφεραν ότι μετά από διάφορα σπίτια που είχαν δει στην περιοχή μέσω άλλων μεσιτικών γραφείων, είχαν καταλήξει στο συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο τους άρεσε περισσότερο και εκδήλωσαν τη βούληση να αγοράσουν, όπως και έγινε στη συνέχεια, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην πέριξ του αγορασθέντος από τον πρώτο ενάγοντα ακινήτου περιοχή, υπάρχουν κάποιοι οίκοι ανοχής, οι οποίοι λειτουργούν πάρα πολλά χρόνια, διακρίνονται δε από την αναγραφή γυναικείων ονομάτων στο κουδούνι της πόρτας τους. Το γεγονός αυτό όμως, δεν αποδείχθηκε ότι έχει ουσιώδη επίδραση στην αξία του ακινήτου, ή ότι αποτελεί πραγματικό ελάττωμα αυτού,... Είναι σαφές ότι η γειτνίαση με τέτοια ακίνητα δεν επιδρά στον τρόπο κατασκευής ή στην ποιότητα υλικών, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση ουδόλως αποδείχθηκε ότι έχει την αρνητική επίδραση επί της αξίας του ακινήτου, ούτε ότι αναιρεί τη χρησιμότητα του ακινήτου, σε σχέση και με όσα συμφωνήθηκαν κατά τη συνομολόγηση της πώλησης. Τούτο αποδεικνύεται αφενός από το, απολύτως πρόσφορο, συγκριτικό στοιχείο που προσκομίζουν με επίκληση οι εναγόμενοι, ήτοι το υπ' αριθμ. .../2012 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Δ. Γ., δυνάμει του οποίου πωλήθηκε γειτονικό ακίνητο-διώροφη κατοικία (στην οδό ...), επιφανείας 59 τ.μ. στο ισόγειο, 50 τ.μ. στον πρώτο όροφο και 45 τ.μ. αυλή, ήτοι ακίνητο στην ίδια θέση με επιφάνεια 27 τ.μ. μικρότερη από το επίδικο ακίνητο, αντί τιμήματος τριακοσίων δέκα χιλιάδων (310.000) ευρώ, και αφετέρου από την ίδια την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων. Ο τελευταίος, κατέθεσε ότι αγόρασε ακίνητο στην ίδια ακριβώς περιοχή το έτος 1999 και κατοικεί έκτοτε εκεί, σε απόσταση σαράντα (40) μέτρων από την οικία που αγόρασε ο πρώτος ενάγων, ενώ αργότερα αγόρασε και άλλο σπίτι, ακόμη πλησιέστερα, ήτοι σε απόσταση είκοσι (20) περίπου μέτρων από την οικία αυτή. Τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι α) η αξία των ακινήτων της περιοχής δεν μειώνεται από την ύπαρξη εκεί των 12 έως 15 οίκων ανοχής, αντίθετα μάλιστα, προσελκύει φυσικά πρόσωπα που θέλουν να επενδύσουν σε ακίνητα και β) η περιοχή δεν επηρεάζεται ως προς την αστική της υπόσταση, αφού, τουλάχιστον σύμφωνα με τον ίδιο μάρτυρα (εξετασθέντα με επιμέλεια των εναγόντων), δεν υπάρχει πρόβλημα στη διαβίωση. Ο τελευταίος, κατέθεσε ότι πλην ελαχίστων περιπτώσεων που μπορεί να γίνουν κάποιοι διαπληκτισμοί (κάτι άλλωστε που μπορεί να συμβεί οπουδήποτε), η περιοχή δεν είναι επικίνδυνη, και μπορεί κάποιος να ζήσει εκεί και να κυκλοφορήσει. Το τελευταίο αυτό στοιχείο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι στην ευρύτερη περιοχή και σε κοντινή απόσταση από την οικία του πρώτου ενάγοντος, υπάρχουν αρκετές κατοικίες όπου κατοικούν οικογένειες (ενδεικτικά αναφέρονται οι οικογένειες του Ι. Σ., του Λ. Τ., των αλλοδαπών, υπηκόων … J. N., R. D. M.), η πιο απομακρυσμένη των οποίων απέχει εκατό (100) περίπου μέτρα, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων. Σημειώνεται ότι αναφορικά με την αξία των ακινήτων στην περιοχή γενικότερα, αλλά και του ακινήτου που αγόρασε ο πρώτος ενάγων, δεν μπορεί να εξαχθεί αντίθετο συμπέρασμα από μόνη την προαναφερόμενη έκθεση εκτίμησης ακινήτου που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες, στην οποία αναφέρεται ότι η εμπορική αξία της οικίας ανέρχεται σε 61.740 ευρώ, όχι μόνο γιατί αποτελεί μεμονωμένο στοιχείο που έρχεται σε αντίθεση με όλα τα παραπάνω, αλλά και διότι η ίδια η έκθεση α) αναφέρει ανακριβώς ως θέση του ακινήτου την οδό ... αρ. 12, αντί του ορθού ..., δημιουργώντας εύλογη αμφιβολία περί του ακινήτου στο οποίο αναφέρεται, β) δεν παραθέτει κανένα απολύτως συγκριτικό στοιχείο, το οποίο να ισχυροποιεί το εξαχθέν πόρισμα, αλλά περιορίζεται να στηρίξει το πόρισμά της γενικά "σε έρευνα της κτηματαγοράς" και γ) θεωρεί δεδομένη την ασυμβατότητα της οικιστικής χρήσης στην περιοχή λόγω της ύπαρξης των οίκων ανοχής, κάτι που όπως αναφέρθηκε αναλυτικά παραπάνω, δεν αποδείχθηκε. Επιπρόσθετα, πρέπει να σημειωθεί ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων, κατά την επαφή του με την πρώτη εναγομένη με σκοπό την αγορά του ακινήτου, γνωστοποίησε στους 2° και 3η των εναγομένων ότι επιθυμεί να αγοράσει την οικία προκειμένου να την εκμεταλλευθεί μισθώνοντάς την σε τρίτους, αφού άλλωστε δεν έχει προμηθευτεί, μέχρι και τη συζήτηση της υπόθεσης στο παρόν δικαστήριο, το κατά νόμο απαιτούμενο ειδικό σήμα από τον Ε.Ο.Τ., ούτε έχει προβεί στην απαραίτητη δήλωση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., ενώ ούτε ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγόντων κατέθεσε κάτι τέτοιο, αφού όπως ο ίδιος ξεκαθάρισε, γνώρισε τους ενάγοντες μετά την αγορά του ακινήτου. Επίσης, καμία τέτοια γνωστοποίηση δεν αποδείχθηκε ότι έγινε προς τους πωλητές ή την πληρεξούσια δικηγόρο τους, ούτε άλλωστε από τη σύμβαση πώλησης προκύπτει ότι συνομολογήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων η καταλληλότητα της πωλούμενης οικίας για μίσθωση σε τρίτους. Υπό τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κρίνεται ότι όσον αφορά στους εναγομένους, δεν αποδείχθηκε ότι παρέβησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις από τη σύμβαση μεσιτείας, ούτε ότι έναντι των εναγόντων, ενήργησαν κατά παράβαση της καλής πίστης, ή ότι δολίως απέκρυψαν οτιδήποτε από αυτούς. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της (δευτέρου εναγομένου) και της υπαλλήλου της (τρίτης εναγομένης), ενήργησαν εντός των ορίων της εντολής που έλαβαν με βάση το προαναφερόμενο (από 6-6-2009) έγγραφο, υπέδειξαν στους ενάγοντες την ευκαιρία να συνάψουν την επιθυμητή από αυτούς σύμβαση αγοράς ακινήτου και, στο πλαίσιο αυτής της εντολής, τους έκαναν γνωστά τα κύρια χαρακτηριστικά των ακινήτων που διέθεταν προς πώληση στην Παλιά Πόλη της Ρόδου, όπως αυτά εμφανίζονταν σε καθένα ενδιαφερόμενο στην ιστοσελίδα της πρώτης εναγομένης και τα σχετικά φυλλάδια, όταν δε οι ενάγοντες κατέληξαν ότι επιθυμούν τη συγκεκριμένη οικία, την επισκέφθηκαν τουλάχιστον δύο (2) φορές με την προαναφερόμενη υπάλληλο της πρώτης εναγομένης και απέκτησαν ιδία αντίληψη τόσο για το ίδιο το ακίνητο, όσο και για τον περιβάλλοντα αυτού χώρο και την ευρύτερη περιοχή. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι τo πωληθέν ακίνητο βαρύνεται με το επικαλούμενο από τους ενάγοντες πραγματικό ελάττωμα, για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, ούτε ότι οι εναγόμενοι απέκρυψαν δολίως από τον αγοραστή πρώτο ενάγοντα, το γεγονός ότι η οικία γειτνιάζει με οίκους ανοχής, κάτι το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δυσχερώς μπορεί να νοηθεί ότι μπορεί να αποκρυφτεί. 'Αλλωστε, η διερεύνηση των συνθηκών της περιοχής, κατά τα συναλλακτικά ήθη, είναι κάτι που γίνεται με επιμέλεια του αγοραστή και, συνήθως, κατόπιν επαφής του με τον μέχρι τότε ιδιοκτήτη, ο οποίος είναι και ο πλέον αρμόδιος να διαλευκάνει τις όποιες απορίες του αγοραστή, δεν αποτελεί όμως συμβατική υποχρέωση του μεσίτη, ο ρόλος του οποίου... περιορίζεται στην υπόδειξη ευκαιρίας για σύναψη σύμβασης, ή/και στην πραγματοποίηση των απαιτούμενων ενεργειών, ώστε να έλθουν σε επαφή τα μέρη που θα συμβληθούν, χωρίς μάλιστα να αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της μεσολάβησης αυτής η παρακολούθηση των διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών. Στην ερευνώμενη δε περίπτωση, προέκυψε ότι οι ενάγοντες ουδόλως ήλθαν σε επαφή με τους πωλητές της οικίας (οι οποίοι αποδεδειγμένα βρίσκονταν στη Ρόδο στις 28-7-2009, κατά την υπογραφή του προαναφερομένου πληρεξούσιου προς τη δικηγόρο τους), αν και επρόκειτο να δαπανήσουν ένα σεβαστό χρηματικό ποσό, ενώ επίσης δεν φρόντισαν να πληροφορηθούν ένα από τα βασικά προσωπικά τους στοιχεία, όπως είναι η διεύθυνσή τους, αλλά αρκέστηκαν στην επαφή με την πληρεξούσια δικηγόρο τους, αποδεχόμενοι την αναγραφόμενη στο πωλητήριο συμβόλαιο διεύθυνση, ήτοι αυτήν της Ρόδου - η οποία όμως ταυτόχρονα με την πώληση της οικίας τους, έπαψε να υπάρχει ως ενεργός διεύθυνση των πωλητών. Η επίκληση δε από τους ενάγοντες, του γεγονότος ότι άσκησαν την κρινόμενη αγωγή σε βάρος των εναγομένων, μόνο για το λόγο ότι στάθηκε αδύνατο να ανεύρουν τις διευθύνσεις των πωλητών, ώστε να ασκήσουν το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση, δεν μπορεί να γίνει δεκτή: είναι πραγματικά πέραν πάσης λογικής να γίνει δεκτό, ότι η πληρεξούσια δικηγόρος των πωλητών, η οποία παρέστη για λογαριασμό των τελευταίων κατά τη σύναψη του συμβολαίου αγοραπωλησίας, αγνοούσε τη διεύθυνση των εντολέων της, έστω και αν αυτή δεν αναγράφηκε στο πληρεξούσιο με το οποίο την εφοδίασαν. Επ' αυτού, οι ενάγοντες προσκομίζουν και επικαλούνται επιστολή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους προς την ανωτέρω δικηγόρο, με την οποία ζητεί τη διεύθυνση των πωλητών, ενώ δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο ποια ήταν η απάντηση στην εν λόγω επιστολή και, σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, ποιες ήταν οι περαιτέρω ενέργειες προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και του Κώδικα Συμβολαιογράφων. Εν κατακλείδι, πέραν των ανωτέρω, δεν προέκυψε ούτε αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, αφού η επικαλούμενη στο δικόγραφο της αγωγής, δόλια απόκρυψη της γειτνίασης του ακινήτου με οίκους ανοχής, με σκοπό να παρασυρθεί ο πρώτος ενάγων στην αγορά του ακινήτου και να καρπωθεί η πρώτη εναγομένη τη μεσιτική αμοιβή, προσπορίζοντας συγχρόνως στους πωλητές ένα σημαντικότατο χρηματικό ποσό, αφενός βασίζεται σε εσφαλμένη, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, προϋπόθεση, ήτοι την ύπαρξη του επικαλούμενου πραγματικού ελαττώματος, αφετέρου δεν αποδείχθηκε παντάπασι το στοιχείο της δόλιας απόκρυψης. Εντελώς δε ως εκ περισσού, πέραν δηλαδή του γεγονότος ότι όπως και παραπάνω εκτέθηκε, δεν μπορεί να νοηθεί ότι ήταν δυνατόν η γειτνίαση με τα συγκεκριμένα ακίνητα να αποκρύβει, σημειώνεται ότι ακόμη και αν είχε προκύψει από τα αποδεικτικά στοιχεία τέτοια πρόθεση εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, ο παριστάμενος κατά την υπογραφή του συμβολαίου πληρεξούσιος δικηγόρος των αγοραστών, ως μόνιμος κάτοικος Ρόδου, θα μπορούσε να προφυλάξει τους εντολείς του από το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αφού είναι βέβαιο ότι η ιδιότητα της συγκεκριμένης περιοχής είναι σε γνώση του. Τέλος, επισημαίνεται ότι ο πρώτος ενάγων ήταν μοναδικός αντισυμβαλλόμενος των πωλητών στη σύμβαση πώλησης, αλλά και ο μοναδικός αντισυμβαλλόμενος της πρώτης εναγομένης, άρα και μοναδικός ζημιωθείς σύμφωνα τόσο με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, όσο και με όσα αποδείχθηκαν, συνεπώς η δεύτερη ενάγουσα στερείται ενεργητικής νομιμοποίησης στην έγερση της κρινόμενης αγωγής, όπως ορθά κρίθηκε από την εκκαλουμένη, η οποία απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη κατά το μέρος που ασκήθηκε από τη συγκεκριμένη ενάγουσα, απορριπτομένου του πρώτου λόγου έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη..., δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις που τέθηκαν ενώπιόν του. Γι' αυτό οι λοιποί (πλην του πρώτου, για τον οποίο έγινε λόγος αμέσως παραπάνω) λόγοι έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αντικαθιστώντας τις εσφαλμένες αιτιολογίες της εκκαλουμένης, απέρριψε την έφεση του (πρώτου) αναιρεσείοντος - ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 703, 200, 288 και 914 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, αφού η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παρέβη τις συμβατικές της υποχρεώσεις από τη σύμβαση μεσιτείας, ούτε και η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων ήταν υπαίτια, υπό τη μορφή του δόλου ή της αμέλειας, και παράνομη, με την έννοια της αντίθεσής της στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη και στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης, με συνέπεια να μην στοιχειοθετείται ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης ούτε και αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων και, συνακόλουθα, αξίωση του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση. Και τούτο, διότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η πρώτη αναιρεσίβλητη, ενεργώντας δια του νομίμου εκπροσώπου της και της υπαλλήλου της (δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων), εντός των ορίων της εντολής που έλαβε με βάση την ως άνω σύμβαση, υπέδειξε στον αναιρεσείοντα την ευκαιρία να συνάψει την επιθυμητή από αυτόν σύμβαση αγοράς ακινήτου, έκανε γνωστά σ' αυτόν τα κύρια χαρακτηριστικά των ακινήτων που διέθετε προς πώληση και ο αναιρεσείων κατέληξε ότι επιθυμεί τη συγκεκριμένη οικία, επισκεπτόμενος την περιοχή τουλάχιστον δύο φορές και αποκτώντας έτσι ιδίαν αντίληψη τόσο για το ίδιο το ακίνητο, όσο και για τον περιβάλλοντα αυτού χώρο και την ευρύτερη περιοχή, χωρίς οι αναιρεσίβλητοι να αποκρύψουν δολίως ή να παραλείψουν από αμέλεια να αναφέρουν στον αναιρεσείοντα ότι η οικία γειτνιάζει με οίκους ανοχής, το οποίο, μάλιστα, δυσχερώς θα μπορούσε να αποκρυφτεί κατά την επιτόπια επίσκεψη, και β) η συγκεκριμένη περιοχή όπου βρίσκεται το ακίνητο του αναιρεσείοντος, και συγκεκριμένα η Παλαιά Πόλη της Ρόδου, για την οποία εξ αρχής επέδειξε ενδιαφέρον ο αναιρεσείων, δεν είναι επικίνδυνη και δεν δημιουργεί πρόβλημα στη διαβίωση των κατοίκων, με συνέπεια να μην επηρεάζεται η αστική της υπόσταση εξ αιτίας των οίκων ανοχής, η ύπαρξη των οποίων στην γύρω περιοχή, δεν αποδείχθηκε ότι έχει αρνητική επίδραση επί της αξίας του ακινήτου, αλλά και των λοιπών ακινήτων της περιοχής, ούτε αναιρεί τη χρησιμότητά του, σε σχέση και με όσα συμφωνήθηκαν κατά την κατάρτιση της πώλησης, με την οποία δεν συνομολογήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων η καταλληλότητα της πωλούμενης οικίας για μίσθωση σε τρίτους. Ομοίως, το Εφετείο δεν παραβίασε την αναφερόμενη και στη μείζονα σκέψη της απόφασής του διάταξη του άρθρου 534 ΑΚ, διαλαμβάνοντας παραδοχή περί ανυπαρξίας πραγματικού ελαττώματος, καθόσον η διάταξη αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα και δεν ασκούσε επιρροή στην έκβαση της δίκης, η σχετική δε ως άνω παραδοχή δεν έγινε για το νομικό χαρακτηρισμό συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων, που αποτελούν την ελάσσονα πρότασή του, προκειμένου να γίνει η υπαγωγή των γεγονότων αυτών στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, δηλαδή δεν διατυπώθηκε προς στήριξη του αιτιολογικού απόρριψης της αγωγής του αναιρεσείοντος, αλλά διατυπώθηκε απλώς ως επιχείρημα ενισχυτικό του συλλογισμού της αποφάσεώς του, σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων κατέληξε στο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων δεν ήταν αντισυμβατική ούτε και παράνομη και υπαίτια. Επίσης, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε και δεν περιέλαβε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις και αυτή του άρθρου 300 ΑΚ, ώστε να τίθεται ζήτημα εσφαλμένης εφαρμογής της ή ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον δεν αντιμετώπισε καταλυτική της αγωγής ένσταση θεμελιούμενη στη συγκεκριμένη διάταξη. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, α) ότι οι ενάγοντες, κατά την περίοδο που έκαναν διακοπές στο νησί, επέδειξαν ενδιαφέρον για την αγορά οικίας στην Παλιά Πόλη της Ρόδου, μετέβησαν στα γραφεία της πρώτης εναγομένης, κτηματομεσιτικής εταιρείας, όπου υπάλληλος του γραφείου αυτής παρουσίασε στους ενάγοντες, στον ηλεκτρονικό υπολογιστή μέσω διαδικτύου, όσα διαθέσιμα ακίνητα διαχειριζόταν το γραφείο στη συγκεκριμένη περιοχή και τους επέδειξε διαφημιστικά φυλλάδια που παρουσίαζαν τα χαρακτηριστικά κάθε ακινήτου, μεταξύ των οποίων, και της ένδικης οικίας, για την οποία η σχετική καταχώριση, περιελάμβανε δέκα (10) φωτογραφίες και πληροφορίες σχετικές με το ακίνητο αυτό, μεταξύ των οποίων ότι επρόκειτο για προσφάτως ανακαινισθείσα οικία στην παλιά πόλη, σε ήσυχη γειτονιά στην καρδιά της παλιάς πόλης, βρισκόμενη σε μία ζηλευτή τοποθεσία, με βολική προσπέλαση στην κύρια πύλη εξόδου της παλιάς πόλης και πλησίον σε χώρο στάθμευσης, συνοδευόταν δε η καταχώρηση από την πρόσθετη επισήμανση προειδοποίηση ότι οι παραπάνω πληροφορίες παρασχέθηκαν στην πρώτη εναγομένη από τρίτα πρόσωπα, συνεπώς η παραπάνω περιγραφή υπόκειται σε σφάλματα, παραλείψεις και αλλαγή τιμής. β) Ότι οι ενάγοντες, περίπου δύο (2) εβδομάδες αργότερα, επικοινώνησαν τηλεφωνικά με το γραφείο της πρώτης εναγομένης και δήλωσαν την προτίμησή τους προς τη συγκεκριμένη (επίμαχη) οικία, συναντήθηκαν δε με την τρίτη εναγομένη στην πανσιόν με το διακριτικό τίτλο ..., η οποία απέχει ελάχιστα από τη συγκεκριμένη οικία (περίπου 15 μέτρα), στην οποία διέμειναν οι ενάγοντες το προηγούμενο βράδυ. Στη συνάντηση, οι ενάγοντες ανέφεραν ότι, μετά από διάφορα σπίτια που είχαν δει στην περιοχή, είχαν καταλήξει στο συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο τους άρεσε περισσότερο και εκδήλωσαν τη βούληση να το αγοράσουν. γ) Ότι πρώτος ενάγων, κατά την επαφή του με τους εναγόμενους, δεν γνωστοποίησε σε αυτούς ότι επιθυμεί να αγοράσει την οικία προκειμένου να την εκμεταλλευθεί μισθώνοντάς την σε τρίτους, δ) ότι οι εναγόμενοι δεν παρέβησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις από τη σύμβαση μεσιτείας, αλλά ενήργησαν εντός των ορίων της εντολής που έλαβαν με βάση την ως άνω σύμβαση, ήτοι υπέδειξαν στους ενάγοντες κάποια ακίνητα και ο πρώτος ενάγων επέλεξε να αγοράσει τη συγκεκριμένη οικία και ε) ότι οι εναγόμενοι δεν ενήργησαν κατά παράβαση της καλής πίστης, ούτε δολίως απέκρυψαν από τον αγοραστή - πρώτο εναγόμενο ότι η οικία γειτνιάζει με οίκους ανοχής, το οποίο δυσχερώς θα μπορούσε να αποκρυφτεί, άλλωστε οι ενάγοντες επισκέφθηκαν τουλάχιστον δύο φορές την περιοχή, στην οποία και διέμειναν το προηγούμενο βράδυ και απέκτησαν ιδία αντίληψη τόσο για το ίδιο το ακίνητο, όσο και για την ευρύτερη περιοχή. Με βάση τις παραδοχές αυτές, δέχεται σαφώς το Εφετείο, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν ενήργησαν δολίως, αλλά ούτε και υπήρξε, κατά τη σαφή νοηματική εκτίμηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, αμελής συμπεριφορά τους κατά εκτέλεση της συναφθείσας σύμβασης, αφού, τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, και ιδιαίτερα η επίσκεψη στο ακίνητο, δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα συναλλακτικά ήθη, ότι η ως άνω συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, ήταν αμελής, συνιστώσα παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης, και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας, κατά την παροχή πληροφοριών για το ένδικο ακίνητο, επιβαλλομένων περαιτέρω αυτών και από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων και δη του αναιρεσείοντος, είτε υπήρχε προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι. Επομένως, οι πρώτος, τρίτος, τέταρτος, κατά το οικείο σκέλος, πέμπτος και έκτος από τον αριθ. 1, καθώς και ο δεύτερος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/2005, Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π.8/2013, Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.630/2020, Α.Π.1142/2019). Επίσης, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (Α.Π.855/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη τους παρακάτω ισχυρισμούς, καίτοι δεν προβλήθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους, ήτοι ότι "η διερεύνηση των συνθηκών της περιοχής, κατά τα συναλλακτικά ήθη, είναι κάτι που γίνεται με επιμέλεια του αγοραστή", ότι ο μεσίτης επεσήμαινε στα φυλλάδιά του και στην ιστοσελίδα του ότι οι πληροφορίες αναφορικά με τα ακίνητα "παρασχέθηκαν από τρίτα πρόσωπα και υπόκεινται σε σφάλματα", ότι "οι οίκοι ανοχής διακρίνονται από την αναγραφή γυναικείων ονομάτων στο κουδούνι της πόρτας τους", ότι η γειτνίαση του επίμαχου ακινήτου με οίκους ανοχής "δεν έχει αρνητική επίδραση επί της αξίας του ακινήτου", ότι πρώτος ενάγων δεν γνωστοποίησε στους εναγόμενους "ότι επιθυμεί να αγοράσει την οικία προκειμένου να την εκμεταλλευθεί μισθώνοντάς την σε τρίτους, ούτε έχει προβεί στην απαραίτητη δήλωση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.", ότι οι ενάγοντες δεν ήλθαν σε επαφή με τους πωλητές της οικίας αν και επρόκειτο να δαπανήσουν ένα σεβαστό χρηματικό ποσό, ενώ επίσης δεν φρόντισαν να πληροφορηθούν την διεύθυνσή τους, ότι "ο παριστάμενος κατά την υπογραφή του συμβολαίου πληρεξούσιος δικηγόρος του αγοραστή, ως μόνιμος κάτοικος Ρόδου, ήταν γνώστης της συγκεκριμένης περιοχής και θα μπορούσε να προφυλάξει τον εντολέα του από το συγκεκριμένο αποτέλεσμα". Ωστόσο, η πρώτη από τις παραπάνω παραδοχές δεν αποτελεί "πράγμα", υπό την έννοια που αναφέρθηκε, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι δεν προέκυψε αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, η παραδοχή δε αυτή στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και, συνεπώς, η αναφορά σε τυχόν αμελή συμπεριφορά και του αντισυμβαλλομένου αγοραστή (λόγω μη επαρκούς διερεύνησης από τον ίδιο των συνθηκών της περιοχής) αποτελεί πλεοναστική αιτιολογία και συμπέρασμα του δικαστηρίου της ουσίας, εξαγόμενο από τις αποδείξεις, στο πλαίσιο των αρνητικών ισχυρισμών που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι, αμυνόμενοι κατά της ένδικης αγωγής, που όμως δεν ιδρύει τον από την παραπάνω διάταξη λόγο αναιρέσεως. Ομοίως, και οι λοιπές παραδοχές, δεν αποτελούν, "πράγματα" αλλά πρόκειται για πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις και επιχειρήματα προς ενίσχυση της πιο πάνω κρίσης του δικαστηρίου. Επομένως, ο τέταρτος, κατά το οικείο σκέλος, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, αναφερόμενος στις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, είναι απαράδεκτος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚπολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο πρώτος αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερου των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, διατυπώνοντας με αυτές σχετικό αίτημα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 7-6-2021 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 63/2019 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, ως προς τη δεύτερη των αναιρεσειουσών, Ν. Λ.. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους από 17-2-2023 και 24-2-2023 πρόσθετους λόγους αναίρεσης. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ως άνω αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ.63/2019 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου ως προς τον παριστάμενο πρώτο αναιρεσείοντα Ο. Φ. Λ.. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερου των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ