Αριθμός 13/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Α. Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΣΤΟΥ" που εδρεύει στη νήσο Καστό του Νομού Λευκάδας και εκπροσωπείται νόμιμα από το Εκκλησιαστικό του Συμβούλιο, με ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. Λευκάδας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αδριανή Παπαδριανού και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Δ., συζ. Ν. Γ., κατοίκου ... 2) Ι. Κ. του Δ., συζ. Β. Μ., κατοίκου ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μπαλαφούτη και κατέθεσαν προτάσεις. Β. Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΣΤΟΥ" που εδρεύει στη νήσο Καστό του Νομού Λευκάδας και εκπροσωπείται νόμιμα από το Εκκλησιαστικό του Συμβούλιο, με ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. Λευκάδας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αδριανή Παπαδριανού και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Δ., συζ. Ν. Γ., κατοίκου ... 2) Ι. Κ. του Δ., συζ. Β. Μ., κατοίκου ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μπαλαφούτη και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 390/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 251/2006, 1316/2006, 358/2008 μη οριστικές, 63/2019 και η διορθωτική αυτής, 58/2020, του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων, ζητεί το αναιρεσείον με τις από 27-2-2020 και 15-4-2021 αιτήσεις του, αντίστοιχα. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη διόρθωση της απόφασης, κατ' άρθρο 315 του ΚΠολΔ, δεν δημιουργείται νέα αυτοτελής απόφαση, αλλά διορθώνεται η ήδη υπάρχουσα, η οποία ως ενιαίο σύνολο με τη διορθωτική παράγει έννομα αποτελέσματα αναδρομικά από τη δημοσίευσή της και όχι από τη διόρθωσή της (ΑΠ 330/2022, 1112/2014, ). Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 319 ΚΠολΔ ορίζεται ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται σε αιτήσεις για διόρθωση ή ερμηνεία μιας απόφασης μπορούν να προσβληθούν με όλα τα ένδικα μέσα, με τα οποία θα μπορούσε να προσβληθεί η απόφαση που ζητήθηκε να διορθωθεί ή να ερμηνευθεί, εκτός από την ανακοπή ερημοδικίας. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τη διορθωτική απόφαση που εκδόθηκε μετά από αυτεπάγγελτα κινηθείσα διαδικασία διόρθωσης (άρθρ. 317 παρ. 3 ΚΠολΔ). Συνεπώς αν γίνει δεκτή αίτηση διόρθωσης της απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται η διορθωθείσα απόφαση και δεν είναι ανάγκη να συμπροσβάλλεται και η διορθωτική απόφαση (ΑΠ 194/1998), χωρίς βέβαια, να αποκλείεται να προσβάλλεται αυτοτελώς και η τελευταία, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση όμως, πως αποδίδονται σ' αυτήν, συγκεκριμένες, πλημμέλειες, για σφάλματα τα οποία εμφιλοχώρησαν κατά την διαδικασία της έκδοσής της, με την προβολή σχετικών ειδικών λόγων (ΑΠ 395/2019, 1119/2019, 1342/2011, 695/2004). Στη προκείμενη περίπτωση με τις υπό κρίση από 27/2/2020 και 15/4/2021 αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλονται οι εκδοθείσες αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία αποφάσεις υπ' αριθμ 63/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και 58/2020 διορθωτική της, αντίστοιχα. Οι εν λόγω αιτήσεις πρέπει κατ' άρθρ. 573 παρ. 1 και 246 του Κ.Πολ.Δ να συνεκδικασθούν, και η εξ αυτών δεύτερη να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεδομένου ότι αν και στρέφεται κατά της διορθωτικής απόφασης, δεν αποδίδει συγκεκριμένες, πλημμέλειες σ' αυτήν, εμπεριέχοντας ειδικούς λόγους για σφάλματα που να εμφιλοχώρησαν κατά την διαδικασία της έκδοσής της. Περαιτέρω η πρώτη των ως άνω αιτήσεων ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553 παρ.1, 556, 558, 564 παρ.3, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ, γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ ΑΠ 14/2005). Για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (Ολ ΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1409/2015, 1185/2010, 324/2009, 255/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που αυτό νόμιμα προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε η κυριότητα του επί ευρύτερης έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, και ειδικότερα όπως αναφέρει: "Την υπ' αριθμ. 31/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σολλίου σε ασφαλιστικά μέτρα που ήγειρα εναντίον των αντιδίκων, όταν το 1999 επιχείρησαν να με αποβάλουν από τη νομή του επιδίκου τμήματος ιδιοκτησίας μου, τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου με τις καταθέσεις των μαρτύρων μου, το από 10.2.1991 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως από το οποίο προκύπτει η μίσθωση από μας του επιδίκου και ολόκληρης έκτασής μας περίπου 15 στρεμμάτων στον κ. Λ. για βοσκή ζώων για χρονικό διάστημα πέντε χρόνων. Επίσης δεν ελήφθη υπόψη επικυρωμένο αντίγραφο από το επίσημο Κτηματολόγιο που τηρείται στο αρχείο μας από το 1904 από το οποίο εμφαίνεται η έκτασή μας στη θέση ... 16 στρέμματα που περιλαμβάνει τις ειδικότερες θέσεις ... (η θέση αυτή ταυτίζεται με το επίδικο) ... τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων μας, φωτογραφίες που απεικονίζουν το επίδικο, απόσπασμα από το λεξικό Ελευθερουδάκη που περιέχει ορισμό του ...". Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν επικαλείται το αναιρεσείον στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ούτε στοιχεία προσδιοριστικά (χρονολογικά, αριθμούς κ.λ.π) των επικαλούμενων ενόρκων βεβαιώσεων, φωτογραφιών, αποσπασμάτων του κτηματολογίου κ.λ.π, αλλά και ούτε το ακριβές περιεχόμενο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και ιδίως της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, των αντίστοιχων πρακτικών και των ενόρκων βεβαιώσεων, που φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν αυτά ήταν ή όχι κρίσιμα για την απόδειξη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός κρίνεται και αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα "Από τις ένορκες καταθέσεις του μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, Ι. Ν. του Π. και Π. Γ. του Γ. αντίστοιχα, που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα με επίκληση προσκομιζόμενα 389/2003 πρακτικά συνεδρίασής του, απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νομότυπα οι διάδικοι με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις τους για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά πιο κάτω, χωρίς, όμως, να έχει παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς...,την 15/8-12-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με το συνοδεύον αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα του Π. Κ., Τοπογράφου Μηχανικού που διορίσθηκε με την 357/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών ..., την 1/20-5-2014 έκθεση αυτοψίας του Δικαστή του παρόντος Δικαστηρίου, τις με επίκληση προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις ...και συγκεκριμένα από τις ενάγουσες τις 1098/8-1-2003 και 1099/8-1-2003 ένορκες βεβαιώσεις των Π. Γ. του Γ. και Α. συζύγου Κ. Α., οι οποίες εδόθησαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Κωνσταντίνου Ντούρου, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγόμενου, σύμφωνα με την 7331Β/3-1-2003 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Λευκάδας Γ. Κ. και τις κατά σειρά επίκλησης προσκομιζόμενες από το εναγόμενο 166/23-5-2002,168/23-5-2002 και 170/23-5-2002 ένορκες βεβαιώσεις των Ι. Γ. του Κ., Α. Γ. του Δ. και Π. Γ. του Γ., οι οποίες εδόθησαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Σολλίου, Κωνσταντίνας Τζογάνη, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγουσών, σύμφωνα με την 7906/20-5-2002 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο πρωτοδικείο Λευκάδας Ε. Μ....ενώ οι προσκομιζόμενες από τις ενάγουσες ένορκες βεβαιώσεις 6573/29-9-1999 και 6574/29-9-1999 ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ξηρομερίου Δημητρίου Παναγιωτόπουλου, 385/27-9-1999,386/27-9-1999 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευανθίας Αϊβαλιώτου και 148/14-12-1999 ένορκη βεβαίωση του Κ. Γ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Μεσολογγίου και από το εναγόμενο 11570 11573, 11566,11567,11568, 11569, 11571 και 11572/25-9-1999 ένορκες βεβαιώσεις των Α. Δ. Γ., Π. Α. Τ. Κ. Χ.. Τ. και Γ. Γ., Ι. Δ.. Τ. Θ. Δ.. Μ., Σ. και Ι. Ε. Γ., Ι. Β. και Γ. Γ., ενώπιον του Συμβολαιογράφου Σολλίου Νικολάου Νταή, λαμβάνονται υπόψη όλες προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, γιατί λήφθηκαν στο πλαίσιο δίκης ασφαλιστικών μέτρων νομής μεταξύ των αυτών διαδίκων ...,όπως και η 67/1-7-1988 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Μεσολογγίου, που θα ληφθεί υπόψη για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων διότι έγινε σε ανύποπτο χρόνο και όχι επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, οι προσκομιζόμενες πολιτικές αποφάσεις των δικαστηρίων... και τα δικόγραφα των διαδίκων (αγωγές, έγγραφες προτάσεις τους) στις ως άνω δίκες και ομοίως τις αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων, καταθέσεις μαρτύρων, δικόγραφα, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας αναφέρονται ιδιαίτερα παραπάνω (ή και παρακάτω)...,τις φωτογραφίες του επιδίκου και της περιοχής του, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρ. 444 παρ. 3, 445, 447 και 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ ) ...",σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, για τα οποία μάλιστα κάνει και ειδική αναφορά προς αξιολόγηση τους. Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει. Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008). Προσέτι από το άρθρο 559 αρ. 10 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 449 και 1020/2019). Στη προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 19 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Ωστόσο ο λόγος αυτός της αναίρεσης καθ' αμφότερα τα σκέλη του είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον μεν αφορά την έλλειψη επαρκών αιτιολογιών, διότι δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο, ενάριθμα η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε διαλαμβάνονται σ' αυτό οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, ενώ καθόσον αφορά την αιτίασή από το άρθρο 559 αρ. 10 του ίδιου Κώδικα, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίον έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό. Ομοίως για την αυτή αιτία απορριπτέος ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος είναι και ο επίσης κατά το σκέλος του από το άρθρο 559 αρ. 10 τέταρτος λόγος της αναίρεσης. Προσέτι δε απορριπτέος και πάλι ως αόριστος είναι ο λόγος αυτός και κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται αιτίαση εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση εγγράφου, αφού ουδέ καν το έγγραφο αυτό προσδιορίζεται, ούτε βέβαια το αληθές περιεχόμενο και το φερόμενο ως διαφορετικό από το αληθές διαφορετικό, ως απαιτείται για το ορισμένο του λόγου (ΑΠ 35 και 867/2019). Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1027/2019, 873/2018, 1413/2017 ). Εξάλλου η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προβάλλει αιτίαση εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας περί την ερμηνεία κανόνος του ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού δεν καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ενώ δεν εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου. Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (Ολ.Α.Π.32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση ο πέμπτος (και τελευταίος) λόγος, κρίνεται απορριπτέος ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται, παντάπασι, η αναιρετική πλημμέλεια, στην οποία αυτός στηρίζεται, πέραν του ότι από τη διατύπωσή του αυτός δεν μπορεί να υπαχθεί σε κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουσα απαραδέκτως κατ'άρθρο 561 του ΚΠολΔ , μόνο την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου, περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων. Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, η από 27/2/2020 κατατεθείσα αυθημερόν ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμό 63/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος (όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 58/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου) πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 27/2/2020 και 15/4/2021 αιτήσεις αναίρεσης αντίστοιχα κατά της υπ' αριθμ 63/2019 και της υπ'αριθμ. 58/2020 διορθωτικής της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Απορρίπτει τις ως άνω αιτήσεις. Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο, συνολικό, ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ