Αριθμός 987/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΒΙΟΠ ΤΕΜΠΟ ΑΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Ζλακώνη. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ματθαίου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 165/2011 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-4-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 4-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, όχι δε και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον τούτο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθόσον στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 200/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, είναι απαράδεκτη, αφού, κατόπιν εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατ' αυτής, εκδόθηκε, μετά από εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 165/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας), που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και έτσι η πρωτοβάθμια κρίση έχει ενσωματωθεί στη δευτεροβάθμια απόφαση, η οποία και μόνο υπόκειται στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, για τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προβλεπόμενη καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία, αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του μισθωτού και ασκείται οποτεδήποτε, εκτός αν περιορίζεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη νόμου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη, αλλά υπόκειται, όπως και η άσκηση κάθε άλλου δικαιώματος, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Πρέπει, δηλαδή, να μην υπερβαίνει προφανώς τα τιθέμενα από το άρθρο αυτό όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Αν υπάρχει τέτοια υπέρβαση, η καταγγελία είναι, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, άκυρη, ο δε εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του απολυθέντος μισθωτού είναι υποχρεωμένος στην καταβολή, κατ' άρθρο 656 ΑΚ, των μισθών υπερημερίας. Προφανής υπέρβαση των ως άνω τιθέμενων ορίων και, επομένως, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας υπάρχει και όταν αυτή έγινε από τον εργοδότη απλώς και μόνο για λόγους εκδικήσεως ή εχθρότητας, συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του μισθωτού μη αρεστής στον εργοδότη, και γενικά όταν η απόλυση του μισθωτού δεν δικαιολογείται από το καλώς εννοούμενο επαγγελματικό συμφέρον του εργοδότη ή από άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του εργαζομένου, ή από ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά αυτού προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του, εξ αιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχειρήσεως (ΑΠ 1601/2011, 321/2007). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες, που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε, στις 23-2-2006, από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που έληγε στις 30-9-2006, για να απασχοληθεί ως εργάτης στη βιομηχανία της. Στις 2-10-2006 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων δεύτερη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έληγε στις 31-3-2007. Την 1-4-2007 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων (τρίτη) σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με την οποία ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη, για να απασχοληθεί στην επιχείρησή της ως εργάτης, με ημερομίσθιο 29,68 ευρώ. Δυνάμει της συμβάσεως αυτής, ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης έως 14-1-2008. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, ότι μετά την κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων, ο οποίος, όπως συνομολογείται, αμειβόταν με το μισθολογικό κλιμάκιο 020 - Α1 της επιχειρησιακής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που είχε συναφθεί μεταξύ της εναγομένης και του σωματείου εργαζομένων σ' αυτή, αντελήφθη ότι το πιο πάνω καταβαλλόμενο σ' αυτόν ημερομίσθιο ήταν κατώτερο του κανονικού, καθόσον έπρεπε να είχε ενταχθεί σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και συγκεκριμένα στο μισθολογικό κλιμάκιο 040 - Α1, με βάση το από 26-6-1998 πρωτόκολλο συμφωνίας μεταξύ της εναγομένης και του σωματείου των εργαζομένων σ' αυτή. Ο ενάγων - συνεχίζει το Εφετείο - αξίωσε επανειλημμένα να ενταχθεί στο παραπάνω ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο, που ήταν ανάλογο με τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας του στην επιχείρηση της εναγομένης, από την υπογραφή της πρώτης ως άνω μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, δεδομένου ότι άλλοι εργαζόμενοι, με το ίδιο ακριβώς χρονικό διάστημα εργασίας, ελάμβαναν μεγαλύτερο ημερομίσθιο από αυτόν. Η εναγομένη, όμως, παρά τις διαμαρτυρίες του ενάγοντα αρνείτο να ικανοποιήσει την παραπάνω απαίτησή του, γεγονός που έλαβε χώρα, για τελευταία φορά, μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων του 2007, όταν ο ενάγων έκανε και πάλι μνεία στους εκπροσώπους της εναγομένης, ότι θα έπρεπε να τακτοποιηθεί το θέμα της ένταξής του σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο, μετά την συνεχή και επιτυχή επί δύο σχεδόν έτη εργασία του στην εταιρεία, οι επανειλημμένες δε διαμαρτυρίες του ενάγοντα στους εκπροσώπους της εναγομένης για την μισθολογική κατάταξή του ήταν εύλογες, αφού με την τακτική της αυτή η εναγομένη καταστρατηγούσε ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά του δικαιώματα. Παρόλα αυτά η εναγομένη - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - εντελώς αιφνίδια και ενώ ο ενάγων συνέχιζε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην επιχείρησή της, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια σύσταση σ' αυτόν και χωρίς να έχει ειδοποιηθεί σχετικά το σωματείο των εργαζομένων στην εταιρεία, κοινοποίησε στον ενάγοντα το από 14-1-2008 έγγραφο καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, χωρίς απολύτως καμία αιτιολογία. Έτσι η εναγομένη, αντί να προβεί στην ένταξη του ενάγοντα στο μισθολογικό κλιμάκιο 040 - Α1, προέβη σε καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας του, επειδή δεν άρεσε σ' αυτήν η παραπάνω συμπεριφορά του ενάγοντα, ο οποίος διεκδικούσε νόμιμο δικαίωμά του, δηλαδή η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του ενάγοντα για λόγους εκδικήσεως προς το πρόσωπό του, επειδή επιδίωξε την διασφάλιση νομίμων ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του και ως εκ τούτου η καταγγελία αυτή είναι καταχρηστική και άκυρη. Ο ισχυρισμός της εναγομένης - όπως δέχεται επίσης το Εφετείο - ότι προέβη στην εν λόγω καταγγελία, γιατί ο ενάγων ήταν αμελής ως προς τις εργασιακές του υποχρεώσεις, ουδόλως αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από την πρώτη ημέρα της εργασίας του, με τις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, όπως και με τη σύμβαση αορίστου χρόνου, κάλυψε με ζήλο και επιμέλεια όλες τις ανάγκες της εναγομένης, εργαζόμενος με καλές επιδόσεις στα μηχανήματά της. Απόδειξη τούτου, πλην άλλων, είναι και το γεγονός ότι οι εκπρόσωποι της εναγομένης έστειλαν τον ενάγοντα στη Γερμανία για να εκπαιδευθεί στα μηχανήματα του εργοστασίου της, ενώ του ζητήθηκε να γίνει βοηθός εργοδηγού με πρόσθετες αρμοδιότητες. Το γεγονός, εξάλλου, ότι η εναγομένη προέβη την 1-4-2007 σε μετατροπή της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα σε αορίστου χρόνου σημαίνει ότι αυτή ήταν ικανοποιημένη από την απόδοση και την εργατικότητά του. Τούτο δε επιρρωνύεται και από την ενέργεια της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα πριμ παρουσίας και παραγωγής για το μήνα Δεκέμβριο 2007, όπως προκύπτει από την ανάλυση μισθοδοσίας του μηνός αυτού. Ενώ, από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. …/18-1-2008 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεωρήσεως Εύβοιας του Σώματος Επιθεωρήσεως Εργασίας - Περιφερειακής Διευθύνσεως Στερεάς Ελλάδας προκύπτει ότι η εναγομένη, δια του εκπροσώπου της, ουδόλως παραπονέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας για τυχόν έλλειψη εργατικότητας του ενάγοντος. Επομένως - καταλήγει το Εφετείο - η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα έγινε για λόγους εκδικήσεως αυτού, επειδή τόλμησε να αξιώσει να ενταχθεί σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο, ανάλογο με το συνολικό χρόνο εργασίας του, και να έχει την ίδια μεταχείριση με τους άλλους εργαζόμενους στην επιχείρηση της εναγομένης, που είχαν τον ίδιο χρόνο εργασίας, αξίωση την οποία αρνήθηκε να ικανοποιήσει η εναγομένη. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου ήταν άκυρη, ως καταχρηστική, διότι η αναιρεσείουσα με την καταγγελία αυτή υπερέβη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός της αυτού, συνακόλουθα δε περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει στον αναιρεσίβλητο τις αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από 14-1-2008 έως 10-4-2009. Έτσι επικύρωσε, με απόρριψη της εφέσεως της αναιρεσείουσας, τη πρωτόδικη απόφαση (200/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας), που είχε αποφανθεί ομοίως. Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την εφαρμοσθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που να καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς την ορθή εφαρμογή της διατάξεως αυτής, αφού πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω σαφείς και επαρκείς παραδοχές του (Εφετείου), η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού, ακριβώς επειδή έγινε απλώς και μόνο για λόγους εμπάθειας και εκδικήσεως, και γι' αυτό είναι άκυρη, ως καταχρηστική. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών επί του ζητήματος της ακυρότητας της εκ μέρους της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου, ως καταχρηστικής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε (δικαστική ομολογία). Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 339 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι απόδειξη δεν αποτελεί κάθε δικαστική ομολογία, αλλά μόνον εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε η δικαστική ομολογία να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Εξάλλου, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικού μέσου, άρα και της δικαστικής ομολογίας, που έγινε εγγράφως ή προφορικά από τον διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου, στοιχειοθετεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ. Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν έχει κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο από αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, για την παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων που προτάθηκαν, προϋποθέτει, για τη στοιχειοθέτησή του, τη μη λήψη υπόψη αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, και όχι των προσκομιζομένων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας), αναφέρει σ' αυτές ότι "Η απόλυσή μου οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι εγώ διεκδίκησα τα νόμιμα δικαιώματά μου, ήτοι συζήτησα με συναδέλφους, αλλά και ανωτέρους μου, την προοπτική κατάταξης μου σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και μάλιστα από το κλιμάκιο 020 στο κλιμάκιο τουλάχιστον 040 ίσως και 050, με δεδομένο ότι είχα συμπληρώσει προ πολλού εργασία άνω των 12 μηνών στην ίδια εταιρεία. Τούτο το είχε πληροφορηθεί η εναγομένη και μεθόδευσε στη συνέχεια την απόλυσή μου, καθώς δεν την συνέφερε να κρατήσει στις τάξεις της έναν εργαζόμενο που διεκδικεί τα νόμιμα δικαιώματά του". Όμως, τα παραπάνω περιστατικά, που διαλαμβάνονται στις πρωτόδικες προτάσεις του ενάγοντος, ήταν ωφέλιμα γι' αυτόν και μόνο, προς υποστήριξη της αγωγής του, ουδόλως δε συνάγεται από αυτά και μάλιστα σαφής και συγκεκριμένη δικαστική ομολογία του ενάγοντος, ότι ουδέποτε είχε ή, σε κάθε περίπτωση, ουδέποτε προέβαλε μισθολογική αξίωση προς το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης - αναιρεσείουσας. Έτσι, ο δεύτερος, κατά τα οικεία μέρη του από τους αριθμούς 11 περ. γ' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του την ενώπιον αυτού επικαλεσθείσα από την αναιρεσείουσα ομολογία του αναιρεσιβλήτου, που περιέχεται στις πρωτόδικες προτάσεις του, συνιστάμενη στην παραδοχή, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, ότι ουδέποτε προέβαλε στο νόμιμο εκπρόσωπό της οποιαδήποτε μισθολογική αξίωση, και δεν προσέδωσε (το Εφετείο) σ' αυτήν τη νόμιμη αποδεικτική δύναμη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν πρόκειται για δικαστική ομολογία με την έννοια που προαναφέρθηκε. Συναφώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ό ίδιος λόγος αναιρέσεως και κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ μέρος του, εφόσον η αποδιδόμενη στο Εφετείο πλημμέλεια δεν αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, αλλά αποδεικτικού μέσου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων διαφοροποιείται στο νόμο ανάλογα με το είδος των πραγματικών γεγονότων, που αναφέρονται σ' αυτά, και ότι η δεσμευτική αποδεικτική τους δύναμη, ως προς τις πράξεις και τα γεγονότα που βεβαιώνονται ότι έγιναν από τον αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κατά τη σύνταξη του εγγράφου ή ενώπιόν του, δικαιολογείται από την υπεροχή των οργάνων του κράτους και την ανάγκη της τονώσεως τις εμπιστοσύνης προς τις βεβαιώσεις τους, ώστε να υπάρχει αίσθημα ασφαλείας στις συναλλαγές. Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνον η ομολογία που έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή στον εντεταλμένο δικαστή, ενώ κάθε άλλη ομολογία είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το ένα του μέρος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων 339, 352 και 438 ΚΠολΔ, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με το να μη θεωρήσει ως πλήρη απόδειξη την ομολογία του αναιρεσιβλήτου ότι "Δεν είχε κανένα πρόβλημα με την εταιρεία και ήταν ευχαριστημένος και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να χάσει τη δουλειά του", η οποία περιέχεται στο υπ' αριθμ…/18-1-2008 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς, που συνέταξε ο Κοινωνικός Επιθεωρητής του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Περιφερειακή Διεύθυνση Στερ. Ελλάδας - Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Εύβοιας), και είναι δημόσιο έγγραφο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το εξεταζόμενο εδώ μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το παραπάνω έγγραφο (Δελτίο Εργατικής Διαφοράς) είναι μεν δημόσιο έγγραφο γενικώς, πλην όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς τις περιεχόμενες σ' αυτό δηλώσεις του αναιρεσιβλήτου ως εργαζομένου και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας εταιρείας ως εργοδότριας, ως προς τις οποίες το εν λόγω έγγραφο εκτιμάται ελεύθερα ως δικαστικό τεκμήριο, η δε ομολογία του αναιρεσιβλήτου, η οποία προκύπτει, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, από το έγγραφο αυτό, είναι εξώδικη και ως τέτοια δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη, αλλά εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός από την περιλαμβανόμενη σ' αυτή ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι ελήφθησαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, στις αιτιολογίες της γίνεται ειδική αναφορά στο ως άνω υπ' αριθμ…/18-1-2008 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεωρήσεως Εύβοιας και επομένως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και το παραπάνω φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη έγγραφο. Συνεπώς, ο ίδιος (τρίτος) λόγος της αναιρέσεως και κατά το έτερο μέρος του, με το οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό αυτό μέσο και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 341, 345, 654 και 656 εδ. α' του ΑΚ συνάγεται ότι ο υπερήμερος περί την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τους μετέπειτα και κατά το διάστημα της υπερημερίας του νόμιμους ή συμβατικούς μισθούς, ότι χρόνος καταβολής των μισθών αυτών είναι εκείνος που θα καταβάλλονταν αυτοί, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 655 του ίδιου Κώδικα, αν δεν είχε χωρήσει το γεγονός τούτο (υπερημερία) και ότι, εφόσον υπάρχει δήλη ημέρα καταβολής τους, ο εργοδότης καθίσταται υπόχρεος, διά μόνης της παρελεύσεως της ημέρας αυτής, να καταβάλει και τους νόμιμους για τους μισθούς υπερημερίας τόκους, χωρίς να απαιτείται προς τούτο όχληση από τον δικαιούχο εργαζόμενο (ΑΠ 1341/2002). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, εγένετο ανελέγκτως δεκτό ότι οι μηνιαίοι μισθοί του αναιρεσιβλήτου ήταν καταβλητέοι στο τέλος εκάστου ημερολογιακού μηνός ο καθένας, δηλαδή ότι η τελευταία ημέρα εκάστου μηνός είχε ορισθεί ως δήλη ημέρα καταβολής τους. Για το λόγο αυτό το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο νόμιμους τόκους υπερημερίας επί των οφειλομένων σ' αυτόν μισθών υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 14-1-2008 έως 10-4-2009, από της παρελεύσεως της ως άνω δήλης ημέρας για τον κάθε οφειλόμενο μηνιαίο μισθό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου (με ανεπαρκή αιτιολογία), τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου τέταρτος και τελευταίος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, εφόσον όλοι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως κρίθηκαν απορριπτέοι, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-4-2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΒΙΟΠ ΤΕΜΠΟ Α.Ε. - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 165/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας) και της υπ' αριθμ. 200/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ