Αριθμός 1096/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Δεκεμβρίου 2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 96/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 300/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 22 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως και την αναίρεση των αποφάσεων με αριθ. 300/2010 του Μονομελούς Χίου και 96/2009 του ειρηνοδικείου Χίου. Στη συνέχεια δε να παραπεμφθεί , η ανακοπή που αναφέρεται στο σκεπτικό, για εκδίκαση, στο αρμόδιο, ως πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Στην περίπτωση, όμως, που δεν ήθελε γίνει δεκτός ο λόγος αυτός, και το δικαστήριο αποφασίσει σύμφωνα με την πρόταση του Εισηγητή, για το δεύτερο λόγο, θα πρέπει η υπόθεση για το ζήτημα τούτο να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια, για τους λόγους που αναφέρονται στην εισήγηση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον οριζόμενο από τον νόμο τρόπο, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο τον οποίον ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1643/27-9-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χίου ..., αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως περιέχον πράξη περί ορισμού δικασίμου και κλήση για αν παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο με επιμέλεια του του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος. Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του. 2. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, υπ' αριθ. 300/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, με την οποία, απορρίφθηκε η έφεση που άσκησε το αναιρεσείον κατά της 95/2009 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Χίου, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η ανακοπή του αναιρεσίβλητου και ακυρώθηκε το αναφερόμενο σ' αυτήν πρωτόκολλο αποζημιώσεως (1398/2006), που εκδόθηκε από την αρμόδια υπηρεσία του αναιρεσείοντος, για την αυθαίρετη, από τον αναιρεσίβλητο, χρήση τμήματος αιγιαλού. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556,558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Και ναι μεν η διάταξη του άρθρ. 699 ΚΠολΔ απαγορεύει την άσκηση ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, πλην όμως η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει όταν δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, αλλά για αποφάσεις που λύνουν οριστικά τη διαφορά σε υποθέσεις που για λόγους ταχύτητας και μόνον παραπέμφθηκαν στη διαδικασία των άρθρ. 686 επ. ΚΠολΔ προς οριστική επίλυση, όπως είναι και η παρούσα υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας κατά τις διατάξεις του άρθρ. 115 παρ.1, 2 του από 11/12.11.1929 διατάγματος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρ. 1εδ.ε' παρ. στ', 3 παρ. 1, 2, 4 και 24 παρ.1 του ΕισΝΚΠολΔ, που ορίζουν ήδη ως εφαρμοστέα τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, τέμνεται οριστικά κατά τη διαδικασία αυτή η διαφορά ως προς την οφειλή και το ποσό της αποζημίωσης για κατάληψη δημόσιας έκτασης (Ολ.ΑΠ 21, 22 και 38/2002, ΑΠ 1945/2009 67/2012, 374/2012). 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρ. 115 του από 11/12-111929 διατάγματος, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 2 του ν. 4266/1929, όπως το άρθρ. 115 αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 5 του ν. 5895/33 και ακολούθως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρ. 20 του α.ν. 1540/38, 10 του α.ν. 1919/39, 6§1 του α.ν. 1331/1949, 2 του α.ν. 1925/51, 1 του β.δ. 619/1965 και 5§4 του α.ν. 263/1968, ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι σε βάρος εκείνων, οι οποίοι χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων ή κτημάτων των οποίων τη νομή ή κατοχή έχει με οποιαδήποτε σύμβαση το Δημόσιο, βεβαιώνεται, για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση, αποζημίωση με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο και ο οποίος δικαιούται να ασκήσει μέσα σε ένα μήνα ανακοπή στο Ειρηνοδίκη ή στον Πρόεδρο πρωτοδικών, ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, αυτοί δε, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση. Ήδη, μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ως άνω ανακοπής έχει, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρ. 1εδ.ε' και στ', 3 παρ.1&2, 4 και 24§1 του ΕισΝΚΠολΔ, το Μονομελές Πρωτοδικείο σε πρώτο βαθμό (ΑΠ 67/2012, 1408/2012) και το Εφετείο σε δεύτερο βαθμό, υπό μονομελή πλέον σύνθεση μετά την αντικατάσταση του άρθρ. 19 του ΚΠολΔ με το άρθρ. 4 παρ.2 του ν. 3994/2011. Αντίστοιχα αρμόδιο για τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Ειρηνοδικείου είναι πλέον το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά το άρθρ. 17Α του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 3 παρ. 3 του ν. 3994/2011, ενώ προηγουμένως αρμόδιο ήταν κατά το άρθρ. 18 παρ. 2 του ΚΠολΔ το Πολυμελές Πρωτοδικείο. Κατά τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρ. 72 του αυτού ν. 3994/2011, στις δίκες, που κατά την εισαγωγή του είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του, ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο (παρ. 2), ενώ το παραδεκτό των ένδικων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, στα ένδικα όμως μέσα, που είχαν ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις της ως άνω δεύτερης παραγράφου (παρ. 4). Επομένως αρμόδιο να δικάσει έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, που εκδόθηκε πριν από την εισαγωγή του ν. 3994/2011 επί ανακοπής κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιας έκτασης, είναι το Πολυμελές και όχι το Μονομελές Πρωτοδικείο, είναι δε αδιάφορο γεγονός και δεν μεταβάλλει την αρμοδιότητα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου το ενδεχόμενο να δίκασε προηγουμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναρμοδίως (ΑΠ 1945/2009, 893/2011). Εξ άλλου κατά τα άρθρ. 559 αριθ. 5 και 560 αριθ. 3 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη όμως των διατάξεων του άρθρ. 47 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπόκειται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση Πρωτοδικείου, Πολυμελούς ή Μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, και απόφαση Πολυμελούς πρωτοδικείου για υπόθεση της αρμοδιότητας του Μονομελούς. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με τη δική του υλική αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα, η οποία ως ένσταση αφορά τη δημόσια τάξη και επομένως λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και στον Άρειο Πάγο, εφόσον τα περιστατικά που την συγκροτούν προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση ή προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 82/2011, 638/2012, 1408/2012). Αντίθετα δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας έφεση που υπάγεται στην υλική αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο (Ολ.ΑΠ 3/1991, ΑΠ 256/2011, 893/2011). Κρίσιμος χρόνος για την αρμοδιότητα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είναι κατά τις παραπάνω διατάξεις του άρθρ. 72 του ν. 3994/2011, αλλά και την όμοια διάταξη του άρθρ. 24§1 του ΕισΝΚΠολΔ, ο χρόνος έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, με την έννοια ότι το αρμόδιο κατά το χρόνο αυτό δικαστήριο εξακολουθεί να είναι αρμόδιο μέχρι την περάτωση της δίκης, ακόμη και αν υπάρξει στη συνέχεια νομοθετική μεταβολή, εκτός αντίθετης ρητής πρόβλεψης (Ολ.ΑΠ 556/1986). Η κατοχύρωση, όμως, της αρμοδιότητας δεν σημαίνει και κατοχύρωση της αναρμοδιότητας, δηλαδή δεν συντρέχει λόγος να αναιρεθεί κατά τα άρθρ. 559 αριθ. 5 ή 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε τελεσίδικα από αναρμόδιο δικαστήριο, αν αυτό στη συνέχεια και μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο κατέστη και είναι αρμόδιο. Στην κρινόμενη υπόθεση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου την πλημμέλεια από τον αριθμό 3 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο με τον πρώτο λόγο της αίτησής του, ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο αυτό έκρινε ότι ήταν αρμόδιο να δικάσει την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Χίου, αφού αρμόδιο κατά το χρόνο έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Σύμφωνα λοιπόν, με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αρμόδιο να δικάσει την έφεση κατά της υπ' αριθ. 300/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χίου ήταν αρχικά το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Στη συνέχεια, όμως, η σχετική αρμοδιότητα περιήλθε με το ν. 3994/2011 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου, οπότε δεν ιδρύεται πλέον λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 3 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ και πρέπει έτσι να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης. 4. Κατά το άρθρο 2 §§ 1, περίπτωση δεύτερη, 2, εδ. πρώτο, στοιχ. β και γ, και 3 του ΑΝ 1539/1938, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε και μετά την εισαγωγή του ΑΚ σύμφωνα με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ και επεκτάθηκε και υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων με το ΝΔ 31/1968, "επί των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξιν νομής", "νομή (δε) παρά τρίτου θεωρείται ασκούμενη επί των ... αγροτικών κτημάτων μόνον δια τακτική καλλιέργειας και ... επί των οικοπέδων και λοιπών αστικών ακινήτων μόνον δι' ουσιωδών δομικών ή άλλων παρεμφερών αστικών πράξεων", "μόνη (δε) η ύπαρξις οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ1 εαυτήν ως διακατοχική πράξις". Κατά το γράμμα και το πνεύμα των ως άνω διατάξεων του εν λόγω άρθρου, αυτές προϋπόθεση για εφαρμογή των ρυθμίσεων τους θέτουν το ότι πρόκειται για δημόσιο (ή δημοτικό ή κοινοτικό) ακίνητο, δηλονότι για ακίνητο η επί του οποίου κυριότητα έχει αποκτηθεί κατά κάποιο νόμιμο τρόπο από το Δημόσιο (ή δήμο ή κοινότητα, αντίστοιχα). Στα δημόσια κτήματα, ανήκουν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 967, 968 ΑΚ και 1 του α.ν. 2344/1940 και ο αιγιαλός. Κατά την τελευταία διάταξη (άρθρου 1 του αν. ν. 2344/1940), "αιγιαλός είναι η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων ..." είναι δε αυτός κτήμα κοινόχρηστο και ανήκει ως τέτοιο στο Δημόσιο κατά την περαιτέρω ρητή επιταγή της ίδιας διατάξεως. Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα. Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου αυτού από τη διοικητική επιτροπή, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, με απόφασή της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο όπως πιο πάνω από τα θαλάσσια ύδατα. Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών, ενόψει ακριβώς των οποίων και θεσπίστηκαν τα όσα στο άρθρο 4 του ίδιου α.ν. 2344/1940 διαλαμβάνονται, κατά τα οποία τμήματα ιδιωτικών τμημάτων, που χαρακτηρίστηκαν από την προαναφερόμενη επιτροπή ως τμήματα που ανήκουν πλέον στον αιγιαλό, λογίζονται ότι κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέα αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος της ίδιας επιτροπής, εφαρμοζομένης, κατά τα λοιπά, ως προς την αποζημίωση, της προβλεπόμενης στους ισχύοντες για τις απαλλοτριώσεις νόμους διαδικασίας. Μέχρι την ολοκλήρωση της απαλλοτριωτικής διαδικασίας και της παρακατάθεσης της αποζημίωσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η κυριότητα του εδαφικού τμήματος, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στο διάγραμμα του αιγιαλού δεν περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Ενόψει όλων αυτών, η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δε δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης. Παρέπεται ότι εάν ο χαρακτηρισμός εδαφικού τμήματος ως αιγιαλού αποτελεί ζήτημα προδικαστικό αναγκαίο για την διάγνωση του κυρίου ζητήματος, ο δικαστής οφείλει να καθορίσει την έκτασή του, δηλαδή να εξειδικεύσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την νομική έννοια του αιγιαλού, με δικό του αποδεικτικό πόρισμα που θα συναγάγει σύμφωνα με τους συνήθεις περί αποδείξεων δικονομικούς κανόνες (Ολ.ΑΠ 24/2000). Περαιτέρω, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του όρθρου 115 του από 11/12.11.1929 Δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ" εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/33, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκα με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/38, 19 α.ν. 1919/39, 2 α.ν. 1925/51 και 5 § 4 του α.ν. 263/1968 "σε βάρος εκείνων, που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων, βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση (§ 1). Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Προϋπόθεση όμως, για την έγκυρη έκδοση του, ως άνω, πρωτοκόλλου είναι η επί του ακινήτου ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας, νομής ή κατοχής του Ελληνικού Δημοσίου. Την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού, μπορεί ο καθ' ου σε βάρος του οποίου βεβαιώθηκε αποζημίωση να αμφισβητήσει, με την ως άνω ανακοπή (ΑΠ 1205/2004). Η υπό των άνω διατάξεων προβλεπομένη ανακοπή, συνιστά μορφή ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, αποτελούσα εναντίωση του τρίτου, που δεν έλαβε μέρος, ούτε προσκλήθηκε κατά την έκδοση του πρωτοκόλλου δια του οποίου προσδιορίσθηκε εις βάρος του ως καταβλητέο ορισμένο ποσό αποζημιώσεως δια την υπ" αυτού παράνομη χρήση ή κάρπωση του ανταλλαξίμου ακινήτου. Το αίτημα της εν λόγω ανακοπής είναι διαπλαστικό, και αποσκοπεί στην ακύρωση του πρωτοκόλλου. Καθ' ύλην αρμόδιο, όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη, προς εκδίκαση της προαναφερομένης ανακοπής, μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 εδ. ε' και στ' και 4 του ΕισΝΚΠολΔ είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Η εκδιδομένη δε υπ' αυτού, απόφαση υπόκειται σε όλα τα ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως. Δια της ασκήσεως της άνω ανακοπής ανοίγεται δίκη με αντικείμενο όχι τη λήψη κάποιου προσωρινού, εξασφαλιστικού ή ρυθμιστικού μέτρου με προσωρινή ισχύ, χωρίς να επηρεάζει την κύρια υπόθεση (άρθρο 695 ΚΠολΔ), που μπορεί μεταγενεστέρως να ανακληθεί ή μεταρρυθμιστεί, αλλά τη νομιμότητα της εκδόσεως του ως άνω πρωτοκόλλου από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου, αν δε ο ενδιαφερόμενος δεν ασκήσει ανακοπή, εντός των υπό των ως άνω διατάξεων οριζομένων προθεσμιών, ή η ασκηθείσα ανακοπή απορριφθεί τελεσιδίκως, το εκδοθέν πρωτόκολλο οριστικοποιείται και εκτελείται κατά του καθ' ου αυτό εξεδόθη (βλ. σχετ. περί της οριστικοποιήσεως του πρωτοκόλλου ΟλΑΠ 21-22/2002). Δηλαδή στα πλαίσια της ανωτέρω δίκης τέμνεται οριστικώς η διαφορά και ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί, δι' άλλου ενδίκου βοηθήματος, όπως δι' εγέρσεως αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής περί της ανυπαρξίας της οφειλής ή δι' ανακοπής κατά της εκτελέσεως του πρωτοκόλλου, να αμφισβητήσει την υποχρέωσή του να καταβάλει το ποσό της αποζημιώσεως, όπως αυτό αναφέρεται στο πρωτόκολλο ή όπως διαμορφώθηκε δια της υπό του δικαστηρίου, με την διαπλαστικού χαρακτήρα, απόφαση μεταρρύθμισή του. Λόγω ακριβώς της δεσμευτικότητος, εκ της τελεσιδίκου δικαιοδοτικής κρίσεως περί του οφειλομένου ποσού της αποζημιώσεως, εκ της παρανόμου νομής ή κατοχής του φερόμενου ως δημόσιου κτήματος, ο ασκών την άνω ανακοπή ενδιαφερόμενος έχει άμεσο έννομο συμφέρον να προβάλει στη σχετική δίκη ισχυρισμούς, πλήττοντες την νομιμότητα του πρωτοκόλλου, είτε στο σύνολό του, είτε εν μέρει. Κατά συνέπεια, εάν ελλείπουν οι προϋποθέσεις για την έγκυρη έκδοση του πρωτοκόλλου (όπως η ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας, νομής ή κατοχής του Ελλ. Δημοσίου επί του κατεχομένου ακινήτου), τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε ως προδικαστικό ζήτημα της επιβολής της αποζημίωσης, οφείλει να ερευνήσει ο δικαστής (Ολ.ΑΠ 24/2000), τούτο (πρωτόκολλο) ακυρώνεται, σε περίπτωση ασκήσεως ανακοπής από τον ενδιαφερόμενο. Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές, προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης, αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν ευδοκιμήσει, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/1994). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου, με τους συνήθεις περί αποδείξεως δικονομικούς κανόνες, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων: α) Ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 10603 66/5853/Β0010/2002 αποφάσεως του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 756/9ης Σεπτεμβρίου 2002/Φ.Ε.Κ., τεύχος Δ', επικυρώθηκε η από της 18ης Δεκεμβρίου 2001 έκθεση της Επιτροπής Επανακαθορισμού των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας, στην περιοχή "...", Θυμιανών Χίου και επανακαθορίσθηκαν τα όρια του αιγιαλού και της παραλίας. Ειδικά δε, διά της ως άνω διοικητικής πράξεως ορίσθηκε ότι, την οριογραμμή του αιγιαλού, θα αποτελεί εφ' εξής η συνεχής ερυθρή πολυγωνική γραμμή υπό στοιχεία: 1-2-3-4-5-6-7-8-910-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-22-23-24-25-26-27--28-29-30-31-32-33-34-35-36-37-38-39-40-41-42 και απεικονίζεται στο αντίστοιχο μετ' αυτής (της υπ' αριθμόν 1060366/ /5853/Β0010/2002 αποφάσεως του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών) επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, της οποίας οι κορυφές εξασφαλίζονται με ορθογώνιες συντεταγμένες από το κρατικό τριγωνομετρικό δίκτυο. Το επίδικο ακίνητο (που αναφέρεται στο προσβαλλόμενο πρωτόκολλο), κατά το τμήμα του, που αποτελεί εξώστη, εμβαδού εννέα τετραγωνικών μέτρων και ενενήκοντα έξι εκατοστών (9,96 τ.μ. ), απεικονίζεται υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α και κατά το τμήμα του που αποτελεί αυλή, εμβαδού τεσσάρων τετραγωνικών μέτρων και πεντήκοντα εκατοστών (4,50 τ.μ.), απεικονίζεται υπό τα στοιχεία Β-Δ-Ε-Γ-Β. β) Ότι, τα αρμόδια διοικητικά όργανα προέβησαν στον επανακαθορισμό των ορίων του αιγιαλού, συμπεριλαμβάνοντας σ' αυτόν και ακίνητα ή τμήματα ακινήτων, επί των οποίων υφίσταντο εμπράγματα δικαιώματα ιδιωτών, μεταξύ δε αυτών των ακινήτων περιελήφθη και το επίδικο, το οποίο, ουδέποτε στο παρελθόν, αποτέλεσε τμήμα του αιγιαλού, αφού δεν κατακλυζόταν, από τις μέγιστες πλην συνήθεις αναβάσεις των χειμερινών κυμάτων, ειδικά δε προ της εντάξεώς του σ' αυτόν (το αιγιαλό ), δυνάμει της προαναφερομένης υπ' αριθμόν 1060366/5853/Β0010/2002 αποφάσεως του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και συνεπώς, ουδέποτε ανήκε κατά κυριότητα στο πρώτο εκκαλούν, ούτε και μεταγενέστερα περιήλθε κατά κυριότητα σ' αυτό, ιδίως ως τμήμα της ιδιωτικής περιουσίας του (του αναιρεσείοντος), ειδικά, διά της εντάξεώς του στον αιγιαλό, δυνάμει της υπ' αριθμόν 1060366/5853/Β0010/2002 αποφάσεως του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Τούτο διότι, με την τήρηση της διαδικασίας δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, της ως άνω αποφάσεως του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που επικυρώνει την έκθεση και το διάγραμμα του αιγιαλού και της παραλίας, ουδέποτε μεταβιβάσθηκε στο αναιρεσείον-Ελληνικό Δημόσιο η κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου, αφού ουδέποτε τηρήθηκε υπό των αρμοδίων διοικητικών οργάνων η διαδικασία τη αναγκαστικής απαλλοτριώσεώς του (του επιδίκου ακινήτου) και ιδιαιτέρως η κατ' αυτήν την διαδικασία προβλεπομένη καταβολή της αντίστοιχης αποζημιώσεως. και γ) ότι το επίδικο ακίνητο (14,46 τ.μ.), συνορεύει βορείως με υπόλοιπο ακίνητο της κυριότητος του εφεσίβλητου, νοτίως, ανατολικώς και δυτικώς με αιγιαλό, αποτελεί, εν μέρει εξώστη (βεράντα) και εν μέρει αυλή, τμήμα μείζονος ακινήτου-οικοπέδου, με την, εντός αυτού, παλαιά οικία, κειμένου στην θέση "...", Θυμιανών Χίου. Το ως άνω ακίνητο, περιήλθε κατά κυριότητα στον εφεσίβλητο, ήδη αναιρεσίβλητο, πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν ασκήσεως επ' αυτού νομής διάνοια κυρίων, τόσον υπό των δικαιοπαρόχων του, όσον και υπ' αυτού, ιδίως διά της οριοθετήσεως, της περιφράξεως, της επιβλέψεως, αλλά και διά. της διαμονής εντός της οικίας, για χρονικό διάστημα πλέον των τριάκοντα (30) ετών και δη, προ του έτους 1915, χωρίς μάλιστα το επίδικο ακίνητο να αποτελεί οποτεδήποτε τμήμα του αιγιαλού. Με τις κρίσεις του αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου, δεν έσφαλε στην εφαρμογή και ερμηνεία των κανόνων του άρθρου 2 του α.ν. 1539/1938, καθόσον τα ως άνω, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, δεν πληρούσαν το πραγματικό των κανόνων αυτών. Τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της μείζονος πρότασης, οι εν λόγω διατάξεις, ως προϋπόθεση, για την εφαρμογή των ρυθμίσεών τους, θέτουν το ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα. Η προϋπόθεση όμως αυτή δεν συντρέχει στην κρινόμενη περίπτωση, αφού το φερόμενο ως καταληφθέν, από αναιρεσίβλητο, εδαφικό τμήμα, κατά τις παραδοχές τις προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν αποτελεί αιγιαλό, και συνακόλουθα δημόσιο κτήμα, έτσι ώστε να δικαιολογείται η ύπαρξη επ' αυτού δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου, που να τυγχάνει έννομης προστασίας υπό τους ορισμούς των ως άνω διατάξεων. Ούτε, άλλωστε περιήλθε με άλλο νόμιμο τρόπο η κυριότητα του τμήματος αυτού στο αναιρεσείον. Το ότι το τμήμα αυτό εσφαλμένως περιλήφθηκε ως αιγιαλός, στο διάγραμμα που συνέταξε η αρμόδια επιτροπή, και θεωρείται αναγκαστικώς απαλλοτριωτέο υπέρ του Ελλ. Δημοσίου, δεν έχει ως αποτέλεσμα ότι η κυριότητά του περιήλθε στο τελευταίο, χωρίς προηγουμένως να έχει ολοκληρωθεί η απαλλοτριωτική διαδικασία (καθορισμός αποζημίωσης και παρακατάθεσή της, όπως προβλέπει ο νόμος). Οι παραδοχές αυτές της απόφασης στηρίζουν πλήρως την κρίση του δικαστηρίου για την αβασιμότητα του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την ιδιότητα του εδαφικού τμήματος ως αιγιαλού που είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση του πρωτοκόλλου αποζημιώσεως. Οι περαιτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι επί του συγκεκριμένου εδαφικού τμήματος ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής ο ανακόπτων και όχι το Ελληνικό Δημόσιο, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν στην απόφαση και δεν ήταν αναγκαίες για την στήριξη της ως άνω κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας. Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 2 του α.ν. 1539/1938, σύμφωνα με τις οποίες το αναιρεσείον είναι νομέας των ακινήτων του, έστω και δεν έχει ασκήσει ουδεμία πράξη νομής επ' αυτών. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η αποδιδομένη στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση είναι αλυσιτελής, διότι ανάγεται σε παραδοχές που διατυπώθηκαν ως εκ περισσού, ενώ η κύρια αιτιολογία της απόφασης, στην οποία στηρίζεται αυτοτελώς το διατακτικό της, δεν πλήττεται με την κρινόμενη αίτηση. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν έλαβε μέρος στη δίκη που ανοίχθηκε με την κρινόμενη αίτηση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-2-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 300/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ