Αριθμός 105/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Β. Ν. του Ν., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Βασιλόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Χ. του Δ., κατοίκου …, 2)Ι. Π. του Α., κατοίκου …, 3)Δ. Μ. του Α., κατοίκου …, 4)Α. Π. του Ε., κατοίκου …, 5)Ν. Δ. του Λ., κατοίκου …, και 6)Χ. Κ. του Α., κατοίκου …. Οι 1ος, 2ος, και 3ος ως εκτελεστές του Κληροδοτήματος "Β.Έξαρχος" και οι 4ος, 5ος και 6ος ως μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του Κληροδοτήματος "Β.Έξαρχου", οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Του παρεμβαίνοντος (δια των προτάσεων): Υπουργού Οικονομικών, που εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Γεώργιο Βαμβακίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Υπέρ των ήδη αναιρεσιβλήτων. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η απόφαση 2492/2010 του ιδίου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/2/2011 αίτησή του. Ο παρεμβαίνων με την από 20/2/2012 παρέμβασή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ζήτησε όσα αναφέρονται σ' αυτή. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 13/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ.4, 575, 226 παρ.4 εδ.α' και γ'και 576 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σ'αυτή νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε συντρέχει η μία ή η άλλη από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά την νέα μετ' αναβολή, διαδίκου. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις εκθέσεις επίδοσης α) …/22.3.2011, …/22.3.2011, …/5.3.2011, …/5.4.2011 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά …, στην πρώτη και τέταρτη των οποίων προσαρτώνται οι από 22.3.2011 και 5.4.2011 αποδείξεις παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό του δικογράφου που θυροκολλήθηκε και οι από 23.3.2011 και 6.4.2011 βεβαιώσεις περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 128 παρ.4γ'ΚΠολΔ και β) …/19.5.2011 και …/19.5.2011 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων …, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει, οτι ακριβές αντίγραφο της από 2.2.2011 αίτησης αναίρεσης κατά της 2492/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, στο τέλος της οποίας είναι καταχωρημένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η 22.2.2012, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους, με κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κατά την ορισθείσα πιο πάνω αρχική δικάσιμο. Κατ' αυτήν, η συζήτηση της αναίρεσης, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Εφόσον όμως, κατά τα εκτιθέμενα, στη μείζονα σκέψη, δεν χρειαζόταν νέα κλήση, πρέπει, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ.2 εδ.α'και γ'ΚΠολΔ). ΙΙ. Κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων του άρθρου 126 (παρ. 1 - 3) του α.ν. 2039/1939 (ΦΕΚ Α' 435), που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 52 αριθ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η δικονομική δυνατότητα για παρέμβαση σε κάθε στάση της δίκης, που αφορά στην υπέρ κοινωφελούς σκοπού καταληφθείσα περιουσία, ακόμη και με τις προτάσεις και δίχως την κοινοποίηση του δικογράφου αυτής. Η εν λόγω παρέμβαση χαρακτηρίζεται ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, πράγμα που συνάδει προς την ουσία της ασκούμενης επί των κοινωφελών ιδρυμάτων κατά τον ανωτέρω α.ν. εποπτείας από τον Υπουργό των Οικονομικών. Η εποπτεία αυτή έχει ως σκοπό προεχόντως την προστασία του δημοσίου συμφέροντος με την άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στη διαχείριση των υπέρ κοινωφελών ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών και την αποτροπή του κινδύνου αλόγιστης διαθέσεως της περιουσίας του ιδρύματος αλλά και αποφυγής των κυρίων διαδίκων δικών, υπέρ της οποίας απόψεως συνηγορεί και το ότι με την παρ. 2 του άρθρου 126 του α.ν. 2039/1939 παρέχεται προς τον Υπουργό δικαίωμα να ασκεί αυτοτελώς ένδικο μέσο και όταν ακόμη δεν έχει παραστεί κατά τη συζήτηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 1630/1998). Επομένως, η από 20.2.2012 πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία ασκήθηκε δια των από 20.2.2012 προτάσεών του προς αντίκρουση και απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης, είναι παραδεκτή και πρέπει να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 31 παρ.1, 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ). ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 825 ΚΠολΔ, κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση για την ερμηνεία διαθήκης ή άλλης πράξης με την οποία διατίθενται περιουσιακά στοιχεία με κληρονομιά, κληροδοσία, δωρεά υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών, εφόσον αναφέρεται στον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης και της εκτέλεσης της περιουσίας, που έχει διατεθεί για το κράτος ή για κοινωφελή σκοπό, υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών. Εξάλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό σε δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας δια την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βούλησης προκύπτει, όταν, παρά η ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησις των δικαιοπρακτούντων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης. Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της δικαιοπραξίας έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της δικαιοπραξίας ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα (ΑΠ 28/2007 ΕλλΔνη 48.1029). Ειδικότερα, επί διαθηκών, εφόσον υπάρχει κενό ή αμφίβολο σημείο στη δήλωση βούλησης του διαθέτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, για την πλήρωση ή άρση, αντίστοιχα, του σημείου αυτού, αναζητείται η αληθινή βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με μοναδικό κριτήριο την υποκειμενική άποψη, ως μη έχοντας εφαρμογή - επί διαθηκών - της διάταξης του άρθρου 200 ΑΚ, ενώ συγχωρείται στην περίπτωση αυτή η λήψη υπόψη και περιστατικών ή στοιχείων εκτός του ερμηνευόμενου κειμένου της διαθήκης, που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα (ΑΠ 627/2005 ΕλλΔνη 47.1056). Τέλος, εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 173 ΑΚ υπάρχει - οπότε και ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ- όταν, μολονότι διαπιστώθηκε η ανάγκη ερμηνεία (κενό κ.λπ.), η εν λόγω διάταξη εφαρμόσθηκε κατά τρόπο που καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή της, όπως όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν για το σκοπό εξεύρεσης της αληθινής βούλησης του διαθέτη (ΑΠ 822/1998, ΑΠ 145/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ως προκύψαντα "από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος του αιτούντος και τα έγγραφα τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι" τα εξής: "Με την από 17.3.1899 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε και κηρύχτηκε κυρία, με την υπ'αριθ.5226/1900 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο διαθέτης Β. Έ., κατέλειπε, ως κληροδότημα όλη την περιουσία του στην "κοινότητα της ιδιαίτερης πατρίδος του χωρίου … της επαρχίας … της Ηπείρου, ήτοι το σύνολο των αποτελουσών το χωρίον οικογενειών υπό τον όρον να παραλάβει αυτή ταύτην και διαχειρίζεται αυτήν συμφώνως προς τα κατωτέρω λεπτομερώς οριζόμενα. 2 Άμα τω θανάτω μου όπως παραλαβή η κοινότης του χωρίου μου … την διαχείρισην της ως άνω κληρονομιάς δια να προβή εις την εκλογή τριμελούς Επιτροπής ήτις θέλει εκλέγεσθαι κατά πάσαν τριετίαν εντός του Ιανουαρίου μηνός δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων χωριανών εν τη αιθούση του Σχολείου το δε πρακτικόν της εκλογής αυτής θέλει επικυρούσθαι υπό των ιερέων και μουχταροδημογερόντων της Κοινότητος και του Αρχιερέως της περιφέρειας του χωρίου. Η επιτροπή δε αυτή εκ συμφώνου μετά των εν τη παρούση διοριζομένου εκτελεστών θέλει διαχειρίζεσθαι την κληρονομίαν ταύτην" "Κατά την εκλογή της διαχειριστικής επιτροπής αυθημερόν και κατ εξακολούθησαν θα γίνει ομοιότροπος η εκλογή εξελικτικής επιτροπής τριμελούς....". Σκοπός του κληροδοτήματος σύμφωνα με τη βούληση του διαθέτη είναι: α) κατασκευές αποπερατώσεις, επισκευές και συντηρήσεις δρόμων και γεφυρών εντός και εκτός του χωρίου ….., δημοσίου δρόμου, σύνδεσης του χωριού με γειτονικά χωριά κ.λπ., β) μισθοδοσία ενός δημοδιδασκάλου για το σχολείο του χωριού (σήμερα δεν λειτουργεί σχολείο), γ) βοηθήματα για ενίσχυση απόρων οικογενειών, σε χήρες και ορφανά του χωριού και προς οιονδήποτε κοινωφελή κοινοτικό σκοπό που κρίνει η Διαχειριστική Επιτροπή. Η περιουσία αυτή σήμερα, αποτελείται από ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στην …και στις οδούς …αριθμός … και …, πάνω στο οποίο ανεγέρθηκε, με επιμέλεια των εκτελεστών της διαθήκης του και της Διαχειριστικής Επιτροπής του, πολυώροφο ξενοδοχείο το οποίο εκμεταλλεύεται το συσταθέν κληροδότημα επί σειρά ετών, με εκμίσθωση του σε επαγγελματίες ξενοδόχους και τα έσοδα του διαθέτει στους αναφερόμενους στη διαθήκη του διαθέτη κοινωφελείς σκοπούς. Με την υπ'αριθ. 8855/1990 απόφαση του, το παρόν Δικαστήριο, καθόρισε ως χρόνο εκλογής των μελών της διαχειριστικής Επιτροπής του παραπάνω κληροδοτήματος το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Αυγούστου, κάθε τριετίας, αντί του μηνός Ιανουαρίου που είχε οριστεί με την πιο πάνω διαθήκη, με την αιτιολογία ότι ο χρόνος που πέρασε (σχεδόν 90 χρόνια) από τη σύνταξη της διαθήκης, συνοδεύτηκε από ουσιώδεις μεταβολές στην κοινωνική και οικονομική ζωή των κατοίκων του χωριού αυτού, με αποτέλεσμα να συγκεντρώνονται οι περισσότεροι από αυτούς όχι τον Ιανουάριο, αλλά τον Αύγουστο και έτσι το μήνα αυτό εξασφαλίζεται και μόνο η μεγαλύτερη συμμετοχή δημοτών στην εκλογή της Διαχειριστικής Επιτροπής του κληροδοτήματος όπως ήθελε ο διαθέτης. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία επίσης αποδείχθηκε ότι για την εκλογή της διαχειριστικής και εξελεγκτικής επιτροπής του παραπάνω κληροδοτήματος δικαίωμα ψήφου έχουν όσοι είναι γραμμένοι στα βιβλία της κοινότητας ήτοι ληξιαρχικά βιβλία, δημοτολόγια, μητρώα αρρένων και όσοι έχουν γεννηθεί στο χωριό. Τούτο αναφέρεται στο υπ1 αριθ. 8/31-7-1997 απόσπασμα πρακτικών συνεδρίασης του Κοινοτικού Συμβουλίου Πουρνιάς δυνάμει του οποίου ορίστηκε η ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών και Ο τρόπος διεξαγωγής αυτών για το έτος 1997. Περαιτέρω, εις απάντηση του υπ'αριθ.πρωτ. 1089887/4015/Β0011 εγγράφου της Διευθύνσεως Κληροδότηματων η Ιερά Μητρόπολις Δρυινουπόλεως Πωγωνιανής και Κονίτσης, υπό την εποπτεία της οποίας γίνεται η σύνοδος των απανταχού Πουρνιωτών, δηλώνει αναρμόδια να ερμηνεύσει "την έννοια των αποτελούντων το χωρίο οικογενειών", όπως προφανώς της ζητείται από την παραπάνω διεύθυνση, ενώ κρίνει αναγκαία τη σύσταση οργανισμού λειτουργίας του ως άνω κληροδοτήματος. Τέλος δε, εκφράζοντας τη γνώμη της, θεωρεί ότι τέτοιες οικογένειες είναι και αυτές που δεν μένουν μονίμως στο χωριό, όπως και εκείνες μέλη των οποίων έχουν γεννηθεί στο χωριό και έχουν μεταναστεύσει ή μεταδημοτεύσει. Εξάλλου, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη "χωριανός 1. αυτός που κατάγεται από χωριό ή και κατοικεί σε χωριό 2.αυτός που κατάγεται από το ίδιο χωριό ή και κατοικεί στο ίδιο χωριό". Να σημειωθεί εξάλλου, ότι πλείστοι κάτοικοι του ως άνω χωρίου έχουν μετοικήσει σε άλλες περιοχές της ημεδαπής ή της αλλοδαπής και οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού είναι ελάχιστοι και οι περισσότεροι υπερήλικες. Τέλος, με γνώμονα την πραγμάτωση της προθέσεως του διαθέτη, για την εύρυθμη λειτουργία των οργάνων του κληροδοτήματος και την επωφελέστερη αξιοποίηση της περιουσίας του και με βάση τις πραγματικές αντιλήψεις του και την αληθή βούληση του αλλά και σύμφωνα με το όλο πνεύμα της διαθήκης το πραγματικό νόημα αυτής, όσον αφορά την έννοια της λέξεως "χωριανοί", οι οποίοι έχουν δικαίωμα ψήφου για την ανάδειξη μελών της Διαχειριστικής και Εξελεγκτικής Επιτροπής του κληροδοτήματος είναι αυτοί που έχουν γεννηθεί στο χωριό Πουρνιά (πρώην Σταρίτσανη) του Δήμου Κονίτσης και είναι εγγεγραμμένοι στα αντίστοιχα ληξιαρχικά Βιβλία". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, αφού, με βάση αυτά που δέχτηκε, διαπίστωσε ότι υπάρχει αμφιβολία ως προς τη δήλωση βούλησης του διαθέτη αναφορικά με τους "χωριανούς" που θέλησε να έχουν δικαίωμα ψήφου για την ανάδειξη μελών της Διαχειριστικής και Εξελεκτικής Επιτροπής του κληροδοτήματος, και παρά ταύτα, προς αναζήτηση της αληθινής βούλησής του, δεν προσέφυγε στην ερμηνευτική της διαθήκης διάταξη αυτή - του άρθρου 173 ΑΚ - αλλά στα αποδεικτικά στοιχεία που κατά τα άνω επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και δέχτηκε, ότι το πραγματικό νόημα της διαθήκης είναι ότι έχουν δικαίωμα ψήφου "αυτοί που έχουν γεννηθεί στο χωριό Πουρνιά...και είναι εγγεγραμμένοι στα αντίστοιχα ληξιαρχικά βιβλία....με γνώμονα...και την αληθή βούλησή του" η οποία είναι εδώ το "ζητούμενο". Επιπλέον - το Εφετείο -, με βάση τα προεκτεθέντα, περιέλαβε στην απόφασή του ασαφή και αντιφατική αιτιολογία και, έτσι, την στέρησε από τη νόμιμη βάση της. Επομένως, οι μοναδικοί λόγοι αναίρεσης, πρώτος και δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. IV. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Περίπτωση επιβολής δικαστικής δαπάνης σε βάρος του προσθέτως παρεμβάντος Υπουργού Οικονομικών και υπέρ του καθ'ου η παρέμβαση αναιρεσείοντος δεν συντρέχει, εφόσον δεν προκλήθηκε στον τελευταίο καμιά πρόσθετη δαπάνη από την ασκηθείσα ως άνω παρέμβαση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη 2492/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8.1.2013 Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ