Αριθμός 223/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "... AAΑE", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσούτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Τακούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 3-12-2014 αγωγή άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με την από 19-12-2014 αγωγή της "... AAEΓA", επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1379/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1872/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-3-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη, από 3 Μαρτίου 2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 235/6-3-2020), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1872/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρα 666, 667, 670-376 και 681Α του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η υπ' αριθμ. 1872/2018 προσβαλλόμενη, με την υπό κρίση από 3-3-2020 αίτηση αναιρέσεως, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρα 666, 667, 670-376 και 681Α του Κ.Πολ.Δ.), είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Στην από 29 Ιανουαρίου 2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 532/2014) αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σ' αυτήν, ο M. G. οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΧΑΑ ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του και ασφαλισμένη, ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α.", από υπαιτιότητά του, συγκρούσθηκε με την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΕΗΡ ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, που οδηγούσε ο ίδιος (ενάγων), υπό τις εκτιθέμενες στο δικόγραφο συνθήκες, με αποτέλεσμα να υποστεί (ο ενάγων), σωματικές βλάβες και να καταστεί μερικώς ισοβίως ανάπηρος. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα υποχρεούται να του καταβάλει ως αποζημίωση, για τη θετική του ζημία, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ιδιαίτερη αποζημίωση εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., συνολικό εφάπαξ ποσό 360.500 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως εφάπαξ το ποσό 323.900 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, άλλως, σε περίπτωση μη επιδικάσεως εφάπαξ του αιτουμένου ποσού της μελλοντικής δαπάνης οικιακής βοηθού (συνολικού ποσού 306.600 ευρώ), να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει (για την αιτία αυτή) το ποσό των 600 μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-2-2014 έως 28-9-2015, ήτοι μέχρι την συμπλήρωση του 75ου έτους της ηλικίας του, καταβλητέου την 1η ημέρα κάθε μήνα, με τον νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως υπερημερίας από την επομένη ημέρα του ληξιπροθέσμου κάθε μηνιαίας παροχής. Η εν λόγω αγωγή (συνεκδικασθείσα με τις από 3-12-2014 και 19-12-2014 αγωγές, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη), έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθμ. 1379/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 94.140 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα η από 19-12-2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. 510274/500755/2016) έφεση, η οποία, επικαλούμενη πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την καθ' ολοκληρίαν απόρριψη της εναντίον της αγωγής ως αβάσιμης κατ' ουσίαν. Μετά την εκδίκαση της εν λόγω εφέσεως (συνεκδικασθείσα με τις από 23-11-2015 και 21-4-2017 εφέσεις, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη), εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 3/2020, Ολ. Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 102020). Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 8/2005). Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559, αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 589/2020, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 638/2017). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένως. Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 164/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 70/2020, Α.Π. 515/2018, Α.Π. 704/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 1.217/2020). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020, Α.Π. 736/2019). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017). Ακόμη, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 551/2020, Α.Π. 262/2020, Α.Π. 68/2020). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ. να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένστασιν, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 12/2020). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 867/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 88/2019, Α.Π. 85/2019). Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για την ζημία, που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρο 4 του Ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 609/2020, Α.Π. 12/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2.696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 2696/1999, "Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο". Η εν λόγω παράβαση (του άρθρου 16 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.) θεσπίσθηκε για την μη παρακώλυση της κυκλοφορίας των οχημάτων, που κινούνται στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας (Α.Π. 439/2019, Α.Π. 70/2017, Α.Π. 846/2001) και, μάλιστα, σε οδό που έχει περισσότερες λωρίδες κατά κατεύθυνση και όχι προς αποφυγή σύγκρουσης με όχημα που κινείται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και το πλησιάζει από τα αριστερά του, αλλά μέσα στο ρεύμα πορείας του. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2.696/1999 "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ... κατά τις νυκτερινές ώρες ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας". Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1872/2018 προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις … Ιουνίου 2013 και ώρα 22.45', στην περιοχή Δ. της ... και επί της οδού ..., έλαβε χώρα οδικό τροχαίο ατύχημα μεταξύ της με αριθμ. κυκλ. ΕΗΡ ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, 999 κ.εκ., ιδιοκτησίας του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) ... Ι. Α., που οδηγούσε ο ίδιος και ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική της ευθύνη στην ... ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία I. (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) και της με αριθμ. κυκλ. ΧΑΑ ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, 111 κ.εκ., που οδηγούσε ο M. G. ..., που ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική της ευθύνη, στην εναγόμενη της πρώτης κυρίας αγωγής ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ... ΑΕΓΑ (ήδη αναιρεσείουσα). Το ατύχημα αυτό έλαβε χώρα κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες: ο οδηγός Ι. Α. εκινείτο στην προαναφερόμενη οδό, με κατεύθυνση από Χ. προς Δ., ενώ ο οδηγός M. G. στην ίδια οδό με αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από Δ. προς Χ.. Και οι δύο παραπάνω οδηγοί εκινούντο στο αριστερό του επιδίκου οδοστρώματος, με ταχύτητα 80 περίπου χιλιομέτρων την ώρα ο οδηγός Α. και 50 περίπου χιλιομέτρων την ώρα ο οδηγός M. G. και προσέγγιζαν τον οικοδομικό αριθμό 42 της παραπάνω οδού, ενώ ο οδηγός M. G. εκινείτο χωρίς να έχει θέσει σε λειτουργία τα φώτα του δικύκλου του. Στο εν λόγω σημείο, όπου έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, η οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, χωρίς διαχωριστική των δύο ρευμάτων πορείας της οριζόντια σήμανση, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,40 μέτρων, άσφαλτος, ευθεία και οριζόντια και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 50 χλμ. την ώρα. Επίσης κατά τον παραπάνω χρόνο, ήταν νύκτα, υπήρχε δημοτικός φωτισμός, προερχόμενος από κολώνες της ΔΕΗ, καλοκαιρία, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και υπήρχε μικρή κυκλοφορία οχημάτων και πεζών. Αμφότεροι οι οδηγοί των παραπάνω δικύκλων, όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε, οδηγούσαν βρισκόμενοι υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ειδικότερα, στο αίμα του οδηγού Ι. Α. ανιχνεύθηκε αλκοόλ σε ποσοστό 0,80 γραμμ. ανά λίτρο αίματος και στο αίμα του οδηγού M. G. σε ποσοστό 2,03 γραμμ. ανά λίτρο αίματος. Κατά το χρόνο που ο οδηγός M. G. προσέγγιζε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 42 της παραπάνω οδού, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και επιτηδειότητας κατά την οδήγηση, στην οποία σαφώς συντέλεσε και η επίδραση της μεγάλης ποσότητας οινοπνεύματος το οποίο είχε προηγουμένως καταναλώσει, απώλεσε τον έλεγχο του δικύκλου του και εισήλθε στο αντίθετο του δικού του ρεύμα πορείας, με βάση τη νοητή γραμμή διαχωρισμού του οδοστρώματος σε δύο κατευθύνσεις, ήτοι στο ρεύμα εντός του οποίου κινούνταν η μοτοσικλέτα του Ι. Α.. Ο τελευταίος, μη έχοντας αντιληφθεί νωρίτερα την κίνηση του παραπάνω δικύκλου στο αντίθετο του δικού του ρεύμα πορείας, διότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό, καθόσον κινούνταν με "σβηστά" φώτα, όπως προαναφέρθηκε, αντιλήφθηκε το πρώτον το δίκυκλο ως "μία σκιά" κατά τη στιγμή που αυτό είχε ήδη εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα και παρεμβληθεί στην πορεία του σε πολύ κοντινή απόσταση και επιχείρησε άμεσα αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, πλην όμως, λόγω της μικρής απόστασης μεταξύ των δύο οχημάτων, δεν κατέστη εφικτό να αποτραπεί η μεταξύ τους σύγκρουση. Ειδικότερα, η μοτοσικλέτα του Ι. Α., βρισκόμενη στο αριστερό άκρο του ρεύματος πορείας της, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος της στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος της μοτοσικλέτας του M. G., την οποία, λόγω της διαφοράς ταχύτητας, όγκου και βάρους των δύο οχημάτων, εκτίναξε και εξέτρεψε προς τα αριστερά, ήτοι προς το ρεύμα πορείας της οδού που οδηγεί προς Χ., εντός του οποίου η μοτοσικλέτα του M. G. ανατράπηκε, δημιουργώντας ένα μικρό σκάψιμο στο οδόστρωμα, όπου και υπέστη ζημίες στο κάρτερ του κινητήρα της, με συνέπεια στο σημείο αυτό να έχουν σημειωθεί λάδια που χύθηκαν από τον κινητήρα και στη συνέχεια σύρθηκε στο οδόστρωμα καθ' όλο το πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας προς Χαλκίδα με το αριστερό της μέρος και κατέληξε στο άκρο δεξιό μέρος του ρεύματος αυτού, όπου και ακινητοποιήθηκε, ενώ ο οδηγός της εκτινάχθηκε και έπεσε στο οδόστρωμα πλησίον του σημείου κατάληξης του δικύκλου του. Η δε μοτοσικλέτα του οδηγού Ι. Α., εκτράπηκε προς τα δεξιά εντός του ρεύματος πορείας της, ήτοι αυτού προς Δ., ανατράπηκε, δημιουργώντας στο εν λόγω οδόστρωμα ένα βαθύ σκάψιμο και στη συνέχεια σύρθηκε με το αριστερό της μέρος στο οδόστρωμα, μαζί με τον οδηγό της, με διαγώνια δεξιά κλίση σε μήκος 18,5 μέτρων και κατέληξε στο άκρο δεξιό μέρος του ρεύματος πορείας της. Συνέπεια της σύγκρουσης ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του M. G., ο τραυματισμός του οδηγού Ι. Α. και η ολοσχερής καταστροφή αμφοτέρων των δικύκλων. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται, ιδίως, από τη συνταχθείσα αμέσως μετά το ατύχημα έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου αυτού, από τα οποία προκύπτουν οι συνθήκες της οδού, οι αρχικές πορείες των οχημάτων, οι τελικές τους θέσεις, η τελική θέση του σώματος του M. G., οι χαραγές επί του οδοστρώματος από το σύρσιμο των δικύκλων, τα σημεία του οδοστρώματος στα οποία βρέθηκαν θραύσματα και λάδια και δύο "σκαψίματα", ένα βαθύ και ένα μικρό, εκ των οποίων το πρώτο αποδίδεται στη μοτοσικλέτα του Ι. Α. και το δεύτερο σ' αυτή του έτερου οδηγού M. G., σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Ζ., η οποία κρίνεται πειστική, καθόσον ενισχύεται από τα παραπάνω αντικειμενικά ευρήματα και από τη λαμβανόμενη υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων από 20-6-2013 ένορκη εξέταση ως μάρτυρα κατά την ποινική προδικασία του Η. Α., καθώς και από την εκτίμηση των από 19-3-2014 και από 10-3-2014 τεχνικών εκθέσεων των ιδιωτών πραγματογνωμόνων Κ. Λ. και Κ. Γ., αντίστοιχα. Ειδικότερα, από τα αναγραφόμενα στη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας προέκυψε ότι η μοτοσικλέτα του M. G. κινούνταν χωρίς να έχει θέσει σε λειτουργία τα φώτα της, καθόσον αυτά βρέθηκαν στη θέση "οff". Επιπρόσθετα κατά την εξέταση του δικύκλου του οδηγού M. G. που εγένετο από τους πραγματογνώμονες που διορίστηκαν από το τμήμα Τροχαίας … για την εξέταση των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων Θ. Μ. και Μ. Ι., διαπιστώθηκε ότι η κατάσταση του ηλεκτρικού συστήματος του οχήματος του οδηγού M. G. δεν ήταν ικανοποιητική αφού υπήρχαν καλωδιώσεις σε κακή κατάσταση, ασφάλειες του ηλεκτρικού συστήματος να έχουν παραβιαστεί και αφαιρεθεί. Οι ανωτέρω διαπιστώσεις επιβεβαιώνουν τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Ζ. και Α. Η., σύμφωνα με τις οποίες ο οδηγός M. G., γνωστός στην ανωτέρω περιοχή, κυκλοφορούσε μόνιμα την μηχανή του χωρίς φώτα. Οι ενάγοντες της δεύτερης των ανωτέρω κύριας αγωγής (B. M. G. κλπ μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη) ισχυρίζονται ότι εν προκειμένω υπήρξε είσοδος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του οδηγού Ι. Α. και τούτο διότι προσδιορίζουν το σημείο της επιδίκου συγκρούσεως στο αναφερόμενο ανωτέρω μικρό σκάψιμο, όπου αμέσως μετά απ' αυτό υπάρχουν τα λάδια που χύθηκαν από τη μηχανή του οδηγού M. G. και με το δεδομένο ότι το σημείο αυτό απέχει 5 μέτρα από το δεξιό πεζοδρόμιο της οδού του ρεύματος στο οποίο εκινείτο ο οδηγός Α., με συνέπεια το σημείο αυτό να βρίσκεται μετά τη νοητή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, που τοποθετείται, με δεδομένο το πλάτος αυτού, στα 4,70 μέτρα. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν είναι βάσιμος αφού η σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν μετωπική. Λόγω της μεγάλης διαφοράς της μάζας των δύο οχημάτων, όπως προαναφέρθηκε, το όχημα του οδηγού M. G., αμέσως μετά την σύγκρουση αρχικά εκτινάχτηκε και στη συνέχεια ανατράπηκε στο οδόστρωμα, όπου και το μικρό σκάψιμο έκτοτε δε σύρθηκε μέχρι την τελική του θέση. Στο σημείο της ανατροπής του στο οδόστρωμα, που απέχει από το σημείο της επιδίκου συγκρούσεως, λόγω της εκτίναξής του κατά τα προαναφερόμενα, κτυπήθηκε ο κινητήρας, με συνέπεια την διαρροή λαδιών που εμφαίνονται πράγματι στο σχεδιάγραμμα, αμέσως μετά το προαναφερόμενο μικρό σκάψιμο. Συνακόλουθα το σημείο της επιδίκου συγκρούσεως δεν ταυτίζεται με το σημείο του οδοστρώματος όπου βρέθηκε το μικρό σκάψιμο, αλλά πριν απ' αυτό, στο ρεύμα πορείας του οδηγού Α.. Η δε μοτ/τα του τελευταίου, ανατραπείσα στο οδόστρωμα από την επίδικη πρόσκρουση, δημιουργεί σ' αυτό το βαθύ σκάψιμο, που απέχει από το πεζοδρόμιο δεξιά της πορείας του, 4,45 μ., ήτοι βρίσκεται εντός του ρεύματος του. Με δεδομένο δε ότι η ανατροπή της στο οδόστρωμα έλαβε χώρα με την αριστερή της πλευρά, αφού σ' αυτή υπάρχουν ζημίες απ' αυτή και το σύρσιμο μετά την ανατροπή, οι τροχοί της πριν την ανατροπή της κινούνταν πιο δεξιά προς το κράσπεδο, ήτοι σε απόσταση μικρότερη των 4,45 μ., ήτοι εντός του ρεύματος της πορείας του. Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγήσει η προσκομιζόμενη έκθεση ανάλυσης του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος του Κ. Γ., που προσδιορίζει το σημείο της επιδίκου συγκρούσεως στη θέση όπου βρίσκεται το προαναφερόμενο μικρό σκάψιμο, ήτοι εντός του ρεύματος της πορείας της μοτ/τας του οδηγού M. G., ισχυριζόμενος ότι η ανωτέρω μοτ/τα έπεσε στο οδόστρωμα αμέσως μετά την επίδικη σύγκρουση αφού στην ίδια έκθεσή του σημειώνει με έμφαση αντιφάσκοντας με τα ανωτέρω ότι η μοτ/τα του οδηγού M. G., εκτινάχτηκε προς τα δεξιά, λόγω της μεγαλύτερης ορμής της μοτ/τας του οδηγού Α., που οφείλεται στην διαφορά μάζας και ταχύτητας των δύο οχημάτων, όπως προαναφέρθηκε. Με βάση τα ανωτέρω το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού M. G., ο οποίος δεν επέδειξε την προσοχή και επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε, υπό τις ίδιες συνθήκες, να επιδείξει ο μέσος συνετός οδηγός και την οποία, εάν επιδείκνυε, θα μπορούσε να αποφύγει το ένδικο ατύχημα. Ειδικότερα, η αμέλεια του συνίσταται στο ότι, ενώ οδηγούσε μοτοσικλέτα νύκτα, σε οδό διπλής κυκλοφορίας, βρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, δεν είχε θέσει σε λειτουργία τα φώτα της μοτοσικλέτας του και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ώστε να ασκεί τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο του δικού του ρεύμα πορείας και να παρεμβληθεί στην πορεία της κανονικά κινούμενης σ' αυτό μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο Ι. Α. (άρθρ. 12 παρ.1, 16 παρ.4, 35, 42 ΚΟΚ). Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Και είναι βέβαια γεγονός ότι η ταχύτητα του δικύκλου του οδηγού Ι. Α. ήταν μεγαλύτερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ την ώρα και ο ίδιος, όπως προαναφέρθηκε οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος πλην όμως, δεν αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω συντέλεσαν αιτιωδώς στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ούτε ότι η έλλειψη των ως άνω παραβάσεων θα ήταν ικανή να αποτρέψει το ένδικο συμβάν, αφού, η αιφνίδια είσοδο της μοτοσικλέτας του θανόντος οδηγού M. G. με σβηστά φώτα στο αντίθετο γι' αυτόν ρεύμα πορείας και παρεμβολή στην πορεία της μοτ/τας του οδηγού Α., δεν θα επέτρεπε, σε κάθε περίπτωση, στον τελευταίο να δράσει, πέραν του ενστικτώδους αποφευκτικού ελιγμού προς τα δεξιά που πραγματοποίησε, με άλλο τρόπο, λόγω της μικρής απόστασης των δύο οχημάτων κατά την παραπάνω είσοδο. Συνακόλουθα η προβληθείσα παραδεκτά στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και νομίμως επαναφερόμενη από την εναγόμενη της πρώτης των ανωτέρω κυρίας αγωγής (ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ... ΑΕΓΑ ήδη αναιρεσείουσα) νόμιμη ένσταση, περί συνυπαιτιότητας του οδηγού Α. στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος για τους παραπάνω λόγους, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω και εφόσον αποκλειστικά υπαίτιος της επιδίκου συγκρούσεως και των ζημιών που προκλήθηκαν απ' αυτή στους ενάγοντες της εν λόγω αγωγής από τον θάνατο του συγγενούς τους οδηγού M. G., είναι ο ανωτέρω οδηγός M. G. καμία δε υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο της αγωγής αυτής οδηγό Ι. Α. ... πρέπει η δεύτερη των ανωτέρω αγωγών, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο της επιδίκου συγκρούσεως και των ζημιών που προκλήθηκαν απ' αυτή τον οδηγό M. G., απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού Ι. Α. ... ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα που ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τον μοναδικό λόγο της πρώτης των ανωτέρω εφέσεων, κρίνονται αβάσιμα και οι σχετικοί λόγοι απορριπτέοι...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού Ι. Α. στην πρόκληση της ενδίκου συγκρούσεως. Ακολούθως το Εφετείο ερεύνησε την έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ" ήδη αναιρεσείουσας και αφού δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τις διατάξεις της από 29-1-2014 αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου στο σύνολό της και αφού κράτησε και ερεύνησε αυτήν κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ" (ήδη αναιρεσείουσας) να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 81.440 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300 και 330 του Α.Κ., καθώς και αυτές των άρθρων 16 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τους οποίους ορθά εφάρμοσε: α) ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του του M. G., οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΧΑΑ-... δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία ήταν ασφαλισμένη για τις προς τρίτους ζημίες στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Α.Α.Ε." και β) την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του Ι. Α., οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΕΗΡ ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, αναιρεσιβλήτου, στην πρόκληση του θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, αφού έκρινε ότι η εκ μέρους του τελευταίου υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητος κατά 30 χλμ/ώρα και η οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ποσοστό 0,80 gr/lt αίματος) δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά 30 χλμ/ώρα της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΕΗΡ ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, καθώς η ταχύτητά του, κατά τον χρόνο πριν την σύγκρουση, ήταν 80 χλμ/ώρα, αντί του επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ/ώρα, ως και η οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ποσοστό 0,80 gr/lt αίματος), δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα, καθώς ακόμη και εντός των ορίων της επιτρεπομένης ταχύτητας να κινούνταν, δεν θα είχε αποφευχθεί, τόσο η σύγκρουση, όσο και οι συνέπειες αυτής, εν όψει της απώλειας του ελέγχου του οδηγού M. G. της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΧΑΑ-... δίκυκλης μοτοσικλέτας και της αιφνίδιας εισόδου του με σβηστά τα φώτα της μοτοσικλέτας στο αντίθετο του δικού του (από Δ. προς Χ.) ρεύματος κυκλοφορίας, με βάση τη νοητή γραμμή διαχωρισμού του οδοστρώματος σε δύο κατευθύνσεις, καθόσον δεν υπήρχε διαγράμμιση επί της οδού, ήτοι αυτό από Χ. προς Δ., στο οποίο κινούνταν κανονικά ο αναιρεσίβλητος οδηγός της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΕΗΡ ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία κίνηση (του θανόντος οδηγού M. G.) γινόταν χωρίς την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια, που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει, ώστε να μην εισέλθει στο αντίθετο του δικού του ρεύματος πορείας και παρεμβληθεί στην πορεία της κανονικά κινούμενης μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο Ι. Α. (αναιρεσίβλητος) και να αποφύγει τη σύγκρουση με αυτήν. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 551/2020, Α.Π. 1310/2014). Επομένως, με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο, ως προς έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραβίασης του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητος των 50 χλμ/ωρα, κατά 30 χλμ/ώρα καθώς και της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ποσοστό 0,80 gr/lt αίματος) και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και, συνεπώς, ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 εδάφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της παραβάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300, 330 του Α.Κ. και 16 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί εσφαλμένα, ότι η ανάπτυξη υπερβολικής ταχύτητας σε συνδυασμό με τον περιορισμό των αντανακλαστικών, που επιφέρει η οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος, ενώ η ουσιαστική του κρίση έπρεπε να είναι διαφορετική, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ. και αυτών του Κ.Ο.Κ., αλλά, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, αναφέρονται αποκλειστικά στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ. και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα οδηγού της με αριθμ. κυκλοφορίας ΧΑΑ-... δίκυκλης μοτοσικλέτας M. G.. Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός M. G., στην πρόκληση αυτού (ατυχήματος) και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μέθης αυτού και της επιδράσεως αυτής στην οδηγική συμπεριφορά του και, κατ' επέκτασιν, στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε αμέλειας στο ένδικο ατύχημα του αναιρεσιβλήτου, οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΕΗΡ ... δίκυκλης μοτοσικλέτας. Πιο συγκεκριμένα διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο M. G., σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλ. ότι, ο ως άνω οδηγός, οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του νύκτα, επί της διπλής κατευθύνσεως οδού ..., στην περιοχή Δ. της ..., με κατεύθυνση από Δ. προς Χ., υπό την επήρεια οινοπνεύματος, καθόσον ανιχνεύτηκε στο αίμα του ποσοστό 2,03 gr/lt αίματος, γεγονός που επέδρασε στην οδηγική συμπεριφορά του και χωρίς να έχει θέσει σε λειτουργία τα φώτα της μοτοσικλέτας του, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί πλήρη έλεγχο και εποπτεία επί του οχήματός του, ώστε να μπορεί να επιχειρεί τους κατάλληλους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, εισήλθε στο αντίθετο του δικού του ρεύματος κυκλοφορίας, με βάση τη νοητή γραμμή διαχωρισμού του οδοστρώματος σε δύο κατευθύνσεις, καθόσον δεν υπήρχε διαγράμμιση επί της οδού, δηλ. αυτό από Χ. προς Δ. και, αιφνιδίως, παρεμβλήθηκε στη πορεία της κινούμενης σε αυτό δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος (Ι. Α.), με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα του τελευταίου, κινούμενη στο αριστερό άκρο του ρεύματος πορείας της, να προσκρούσει με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος της στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος της μοτοσικλέτας του M. G., την οποία, λόγω της διαφοράς ταχύτητας, όγκου και βάρους των δύο οχημάτων, εκτίναξε και εξέτρεψε προς τα αριστερά, δηλ. προς το ρεύμα πορείας της οδού που οδηγεί προς Χ., εντός του οποίου η μοτοσικλέτα του M. G. ανατράπηκε, δημιουργώντας ένα μικρό σκάψιμο στο οδόστρωμα, όπου και υπέστη ζημίες στο κάρτερ του κινητήρα της, με συνέπεια στο σημείο αυτό να εμφαίνονται λάδια που χύθηκαν από τον κινητήρα και στη συνέχεια σύρθηκε στο οδόστρωμα καθ' όλο το πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας προς Χ. με το αριστερό της μέρος και κατέληξε στο άκρο δεξιό μέρος του ρεύματος αυτού, η δε μοτοσικλέτα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εκτράπηκε προς τα δεξιά εντός του ρεύματος πορείας της, δηλ. αυτού προς Δ., ανατράπηκε, δημιουργώντας στο εν λόγω οδόστρωμα ένα βαθύ σκάψιμο και, στην συνέχεια, σύρθηκε με το αριστερό της μέρος στο οδόστρωμα, μαζί με τον οδηγό της, με διαγώνια δεξιά κλίση σε μήκος 18,5 μέτρων και κατέληξε στο άκρο δεξιό μέρος του ρεύματος πορείας της, εξειδικεύοντας δηλαδή και τα σημεία σύγκρουσης επί της οδού καθώς και τα σημεία σύγκρουσης των οχημάτων. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι: α) δεν προσδιορίζεται η απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων, τη στιγμή κατά την οποία ο M. G. απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, ούτε πόσος χρόνος μεσολάβησε από τη στιγμή που ο αναιρεσίβλητος αντιλήφθηκε την αντικανονική πορεία του αντιθέτως κινούμενου οχήματος μέχρι την επέλευση της συγκρούσεως, β) δεν προσδιορίζεται το συγκεκριμένο σημείο στο οποίο έλαβε χώρα η σύγκρουση και η απόστασή του από την οριογραμμή του οδοστρώματος, γ) δεν διευκρινίζεται αν ο αναιρεσίβλητος είχε θέσει σε λειτουργία το σύστημα φωτισμού της μοτοσικλέτας του και σε ποια θέση, δ) δεν διευκρινίζεται για ποιο λόγο ο πρώτος αναιρεσίβλητος, αν και υπήρχε τεχνητός φωτισμός επί της οδού και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την κίνηση της αντιθέτως κινούμενης μοτοσικλέτας του M. G., ε) δεν διευκρινίζεται γιατί ο αναιρεσίβλητος ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό, όχι όμως και τροχοπέδηση και στ) δεν διευκρινίζεται αν η σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν πλάγια ή μετωπική, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα. Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση από την αναιρεσείουσα, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή της (αναιρεσείουσας), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού M. G.. Όσα αναφέρει η αναιρεσείουσα παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτίθενται αναλυτικά οι επικρατούσες συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία καθενός των οχημάτων και η θέση αυτών επί της οδού πριν από την σύγκρουση, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων και προσδιορίζεται η, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ακριβής θέση αυτών επί του οδοστρώματος καθώς και τα ευρήματα που οδήγησαν στον προσδιορισμό του σημείου συγκρούσεως εντός του ρεύματος πορείας, στο οποίο κινείτο ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οι χαραγές επί του οδοστρώματος από το σύρσιμο των δικύκλων, τα σημεία του οδοστρώματος στα οποία βρέθηκαν θραύσματα και λάδια και δύο "σκαψίματα", ένα μικρό και ένα βαθύ, οι τελικές θέσεις των οχημάτων επί της οδού, όπως και ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος αντιλήφθηκε "ως σκιά" την είσοδο του οδηγού M. G. στο ρεύμα πορείας του σε πολύ κοντινή απόσταση και άμεσα επιχείρησε ελιγμό προς τα δεξιά, πλην όμως, λόγω της πολύ κοντινής απόστασης μεταξύ των δύο οχημάτων, δεν απετράπη η σύγκρουση αυτών, ενώ διαλαμβάνονται παραδοχές περί της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μέθης του οδηγού M. G. και της επιδράσεως αυτής στην προεκτεθείσα οδηγική συμπεριφορά του και, κατ' επέκτασιν, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, όπως και η παντελής έλλειψη φωτισμού σε αυτό. Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΕΗΡ ... δίκυκλης μοτοσικλέτας για την πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως, διέλαβε το Εφετείο ότι ο εν λόγω οδηγός δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά που να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι: α) η υπέρβαση κατά 30 χλμ/ώρα του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας (των 50 χλμ/ώρα) και β) η οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ποσοστό 0,80 gr/lt αίματος), δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα, ούτε ότι η έλλειψη των ως άνω παραβάσεων θα ήταν ικανή να αποτρέψει το ένδικο συμβάν, αφού, η αιφνίδια είσοδο της μοτοσικλέτας του θανόντος οδηγού M. G. με σβηστά φώτα στο αντίθετο γι' αυτόν ρεύμα πορείας και παρεμβολή στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας του αναιρεσιβλήτου, δεν θα επέτρεπε, σε κάθε περίπτωση, στον τελευταίο να δράσει διαφορετικά, πέραν του ενστικτώδους και επιτρεπτού αποφευκτικού ελιγμού προς τα δεξιά που πραγματοποίησε, λόγω της πολύ μικρής απόστασης των δύο οχημάτων κατά την παραπάνω είσοδο. Επομένως, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3, εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Μαρτίου 2020 και με ειδικό αριθμό καταθέσεως 235/6-3-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1872/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€). Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ