Αριθμός 118/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Ρ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αϋφαντή. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ρ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ματάκια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1341/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5912/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων περί μετάθεσης της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος, ενώ, κατά το άρθρο 416 ΑΚ, η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με τον νόμο ή τη σύμβαση (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 747/2019). Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 422 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ' αυτό αναφέρεται η δίκη. Μόνο αν ο δανειστής - αποδεχόμενος την καταβολή - αντιλέγει με αντένσταση, ισχυριζόμενος ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά το χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, τότε ο δανειστής επί τη αρνήσει του οφειλέτη υποχρεούται ν' αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, οπότε στον οφειλέτη απόκειται περαιτέρω με επαντένσταση να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους με μονομερή από αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου από τα περισσότερα χρέη βάσει του άρθρου 422 του ΑΚ. Ενόψει όμως του ότι η διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, για τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών του οφειλέτη σε περίπτωση που αυτός έχει περισσότερα χρέη, είναι ενδοτικού δικαίου, είναι επιτρεπτή αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή κατ' άρθρο 361 ΚΠολΔ, αυτός δε που επικαλείται συμφωνία ως προς τον τρόπο καταλογισμού αποδεικνύει αυτήν. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία ούτε μονομερής προσδιορισμός από τον οφειλέτη, που είναι δεσμευτικός για τον δανειστή, τότε ο καταλογισμός θα γίνει κατά τον επικουρικό προσδιορισμό του εδ. β' του άρθ. 422 ΑΚ, δηλαδή η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και, αν υπάρχουν περισσότερα χρέη, σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για τον δανειστή? αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη? αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επαχθή, στο αρχαιότερο? αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα. Η διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ εφαρμόζεται αναλογικά όχι μόνο όταν τα περισσότερα χρέη πηγάζουν από διαφορετικές έννομες σχέσεις, αλλά και όταν πηγάζουν από την ίδια έννομη σχέση (ΑΠ 1147/2020, ΑΠ 580/2019, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 315/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι είναι αδέλφια και είχαν συστήσει απο το έτος 1976 ομόρρυθμη εταιρεία ειδών υγιεινής, υδραυλικών και ηλεκτρικών ειδών, με την επωνυμία "...", με έδρα αρχικά την ... και εν συνεχεία την ..., επι της οδού ... και ... με ποσοστό 50% έκαστος εξ αυτών, δημοσιευθέντος του καταστατικού στο Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό .... Η εταιρεία αυτή τροποποιήθηκε το έτος 2001 με την αποχώρηση του ενάγοντος (αναιρεσείοντος), ο οποίος μεταβίβασε το εταιρικό του μερίδιο στην σύζυγό του, Ε. Ρ.. Το έτος 2002 αποχώρησε απ' αυτήν και ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) και λόγω συνταξιοδιότησης του, μεταβίβασε δε το μερίδιό του στους υιούς του, Ε. και Κ. Ρ. κατά ποσοστό 25% έκαστος εξ αυτών, η δε εταιρεία λειτουργούσε πλέον με την επωνυμία "...". Κατόπιν, με το απο 17-4-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης, τροποποιήθηκε μετά την αποχώρηση της άνω συζύγου του ενάγοντος Ε. Ρ., η οποία μεταβίβασε το εταιρικό της μερίδιο (50%) στους δυο υιούς του εναγομένου, λοιπούς εταίρους, υπογραφέντος μεταξύ τους και του με ιδία ημερομηνία άλλου ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο καθορίστηκε το τίμημα της άνω μεταβίβασης του εταιρικού μεριδίου, ποσού ευρώ 110.000 και ο τρόπος καταβολής αυτού. Εκτός της αποχώρησης του ενάγοντος απο την ως ανω εταιρεία οι διάδικοι κατόπιν αποφάσισαν να ρυθμίσουν συνολικά τα μεταξύ τους περιουσιακά ζητήματα. Ειδικότερα, οι διάδικοι ήταν συγκύριοι κατά 50% έκαστος εξ αδιαιρέτου στο περιγραφόμενο στην υπο κρίση αγωγή οικόπεδο , επιφάνειας 555 τ.μ. μετά παλαιού ισογείου κτίσματος (έτους κατασκευής 1940), εμβαδού 150 τ.μ.,το οποίο ευρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης της Ελευσίνας Αττικής, στο Δήμο Ελευσίνας, στη θέση "..." στο με αριθμό ... οικοδομικό τετράγωνο επί της οδού .... Ο ενάγων στην συνέχεια, αφού αποχώρησε τελείως από την ως άνω εταιρεία, άσκησε κατά της άνω εταιρείας που συνέχιζαν οι υιοί του εναγόμενου, με την επωνυμία "...", την απο 19-03-2009 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 51486/3584/2009), της οποίας η συζήτηση είχε ορισθεί για την 13-01-2011, με την οποία ζητούσε να του καταβληθεί το ποσό των ευρώ 21.600, σαν αποζημίωση χρήσεως του άνω μεριδίου του (50%) που είχε στο ως άνω ακίνητο για την χρήση που γινόταν στο άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό του ως αποθηκευτικού χώρου, αντί μισθώματος μηνιαίου ποσού 1.200 ευρώ για το χρονικό διάστημα απο 19-4-2006 έως 19-3-2009 και επιπλέον και για ένα ακόμη έτος μέχρι 19-3-2010, του οποίου πιθανόν να εξακολουθούσε η χρήση του, δηλαδή συν ποσό 7.200 ευρώ. Κατόπιν αυτών και της κοινοποιήσεως της αγωγής την 15.5.2009 στον εναγόμενο, οι διάδικοι συμφώνησαν να πωλήσει ο ενάγων το μερίδιό του επί του ακινήτου αυτού στον εναγόμενο, καθώς και ένα οικόπεδο αποκλειστικής ιδιοκτησίας του, όμορου με την ανήκουσα στον εναγόμενο, την σύζυγό του Χ. και τον υιό του Κ. κατοικία, κείμενου επι των οδών ... και ..., εμβαδού με νεώτερη καταμέτρηση,που έγινε απο την πολιτικό μηχανικό Α. Δ. τ.μ 200,40, τμήμα του οποίου ρυροτομείτο απο τις άνω οδούς, απομένοντος καθαρού τμήματος, εμβαδού τ.μ 182,40, η αγορά του οποίου θα γινόταν στο όνομα του υιού του Κ. Ρ., καθώς και να τακτοποιηθεί η απαίτησή του, που είχε προβάλλει με την άνω αγωγή του κατά της εταιρείας των υιών του εναγομένου. Το συνολικό τίμημα που συμφώνησαν για την αγορά του 50% του άνω μεριδίου, την αγορά στο όνομα του υιού του εναγομένου, Κ. του άνω οικοπέδου του και των απαιτήσεών του με την άνω αγωγή του κατά της άνω εταιρείας των υιών του, λόγω της αποζημίωσης χρήσεως, ορίστηκε στο ποσό των διακοσίων χιλιάδων ευρώ (200.000), το οποίο θα ελάμβανε, όπως συμφώνησαν απο προϊόν δανείου απο την Εθνική Τράπεζα. Η συμφωνία αυτή αποτυπώθηκε στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 27.7.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό με το εξής περιεχόμενο: "Στην Ελευσίνα 27 Ιουλίου 2009 αφ' ενός ο Π. Ρ. (πωλητής) και αφ' ετέρου ο Δ. Ρ. (αγοραστής) συμφώνησαν τα ακόλουθα: Ότι η εμπορική αξία του μεταβιβασθέντος, δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Αθήνας Μοσχονά ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 200.000 ευρώ. Για την εξόφληση του άνω ποσού ορίστηκε:α) Ποσό 51.255,68 ευρώ αντ. αξία (αξία συμβολαίου) θα ληφθεί με δάνειο από την Εθνική Τράπεζα όπως στο συμβόλαιο. β) Ποσό 113.744 ευρώ θα κατατεθούν στον υπ' αρ. ... λ/σμό της Εθνικής Τράπεζας σε δεσμευμένο και θα αποδοθούν μετά την εγγραφή της προσημειώσεως. γ) Ποσό 35.000 ευρώ ο αγοραστής αποδέχτηκε ισόποση συν/κή εκδόσεως του πωλητή λήξεως 30/09/2009 και με την εκταμίευση του δανείου. Με την ολοσχερή εξόφληση των άνω ποσών επέρχεται και η εξόφληση του τιμήματος". Κατόπιν, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Αθηνάς Νικ. Μοσχονά, το οποίο έχει νόμιμα εγγραφεί στις 28-7-2009 με αριθμό 1360 στα αρμόδια βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευσίνας (ΚΑΕΚ ...), ο ενάγων μεταβίβασε και παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα λόγω πώλησης στον εναγόμενο αδελφό του, το 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, επιφάνειας 555 τ.μ. μετά παλαιού ισογείου κτίσματος (1940), το οποίο ευρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης της Ελευσίνας Αττικής, στο Δήμο Ελευσίνας, στη θέση "..." στο με αριθμό ... οικοδομικό τετράγωνο επί της οδού ..., αντί συνολικού τιμήματος 51.255,68 ευρώ όπως αναγράφεται στο ανωτέρω συμβόλαιο. Ολόκληρο δε το τίμημα πιστώθηκε, υποχρεώθηκε δε ο εναγόμενος αγοραστής να το καταβάλει από προϊόν δανείου που θα λάμβανε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ή από οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα μέχρι τις 30.9.2009. Ενώ σε περίπτωση μη χορήγησης του δανείου μέχρι τις 30.9.2009 ο εναγόμενος αγοραστής ανελάμβανε την υποχρέωση να καταβάλει εξ ιδίων χρημάτων ολόκληρο το πιστούμενο τίμημα μέχρι τις 30.10.2009. Την ίδια ημερομηνία υπεγράφη και το με αρ. ... συμβόλαιο, ενώπιον της ιδίας συμβολαιογράφου, με το οποίο ο ενάγων πώλησε στον Κ. Ρ. (τον ανιψιό του και γιο του εναγόμενου), οικόπεδο κείμενο στη ... επί των οδών ... και ..., επιφάνειας 200,40 τ.μ., που του ανήκε κατά πλήρη κυριότητα (100%) αντί αναγραφομένου στο εν λόγω συμβόλαιο τιμήματος κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό 20.531,58 ευρώ, φερομένου κατά το εν λόγω συμβόλαιο ως ολοσχερώς καταβληθέντος εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου και προ του συμβολαίου. Ο εναγόμενος κατέθεσε στις 27.07.2009 προ της υπογραφής των δύο ως άνω συμβολαίων πώλησης, ποσό 113.744 ευρώ στον υπ' αρ. ... λογαριασμό του ενάγοντος στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας. Στις 24.8.2009 κατέβαλε ποσό 77.647 ευρώ, οπως προκύπτει από την κατασταση κίνησης του με αριθμό ... καταθετικού λογαριασμού, δηλαδή σύνολο 191.391 ευρώ, και το υπόλοιπο εξ ευρώ 3.609 και 5.000 ποσό (8.609 ) το κατέβαλε σε μετρητά, όπως ρητώς συνομολογεί και ο ενάγων στις κατατεθείσες προτάσεις του. Κατόπιν των ανωτέρω ο ενάγων εξοφλήθηκε πλήρως και ολοσχερώς για το συμφωνηθέν τίμημα των ευρώ διακοσίων χιλιάδων (200.000), το οποίο αφορούσε την μεταβίβαση των δυο ακινήτων και το ποσό, που αξίωσε απο την άνω εταιρεία των υιών του εναγομένου, ως αποζημίωση χρήσεως του άνω μεταβιβασθέντος στον εναγόμενο ποσοστού του 50% του οικοπέδου στην Ελευσίνα. Για τον λόγο δε αυτό ο ενάγων υπέγραψε και την από 27-9-2009 έγγραφη δήλωσή του,προς την εταιρεία "...", με την οποία δήλωνε τα εξής: "Με την παρούσα μου σας δηλώνω, ότι παραιτούμαι του δικογράφου και του δικαιώματος της ασκηθείσας εναντίον σας αγωγής μου με αρ.κατ. 3584/2009, της οποίας έχει ορισθεί η 13-1-2011, ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών και ουδεμίαν αξίωσιν διατηρώ εναντίον σας απο την χρήση του μεριδίου μου στο ακίνητο επί της οδού. Την δήλωση αυτή θα την επαναλάβω και στο Δικαστήριο. Ο Δηλών", την οποία υπογράφει ο ίδιος και αναγράφοντος και ολοκλήρου του ονόματός του. Περαιτέρω και ενώ συνομολογεί ότι έλαβε τις 200.000 ευρώ, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το συμφωνηθέν τίμημα για τις δύο μεταβιβάσεις και την αξίωση αποζημίωσης χρήσεως ανηρχετο σε 230.000 ευρώ επικαλούμενος χειρόγραφες σημειώσεις που είναι γραμμένες στο οπίσθιο φύλλο του ως άνω αναφερόμενου από 27-9-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, όπου πέραν του ποσού των 200.000 ευρώ που συμφωνήθηκε ως τίμημα, αναφέρονται επιπλέον: 20.000 ευρώ επιταγή 30.9.2009 και 10.000 ευρώ, επιταγή 30.9.2009, χωρίς να διευκρινίζεται τι αφορούν οι εν λόγω επιταγές, ούτε να αναφέρονται οι αριθμοί τους και τα λοιπά στοιχεία τους. Από το έγγραφο όμως αυτό το οποίο είναι ανυπόγραφο και δεν φέρει ημεροχρονολογία, οι δε έμπροσθεν υπάρχουσες υπογραφές δεν δύναται να θεωρηθεί ότι καλύπτουν και την οπίσθια όψη του εν λόγω εγγράφου, το οποίο συνεκτιμάται από το παρόν δικαστήριο ως αποδεικτικό στοιχείο μη πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με τα στην μείζονα πρόταση της παρούσας αναφερόμενα, δεν δύναται να προκύψει απόδειξη υπέρ του φερόμενου εκδότη του, δηλαδή του ενάγοντος σε συνδυασμό κρινόμενο με τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας αυτής. Αντίθετα, προκύπτει ότι οι δύο επιταγές που αναφέρονται στην αγωγή (αρ. ... ποσού 20.000 ευρώ, λήξεως 30-9-2010 και ... ποσού 10.000 ευρώ, λήξεως 30.3.2011 της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, εδόθησαν, ως εγγύηση έως ότου γίνει η εκταμίευση του δανείου, μέσω και του οποίου εξοφλήθηκε πλήρως το τίμημα του επίδικου ακινήτου. Άλλωστε, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ενεφάνισε τις δύο αυτές επιταγές στην Τράπεζα και δεν πληρώθηκαν, ελλείψει υπολοίπου στον λογαριασμό του εναγομένου, δεν αποδεικνύεται απο κάποιο έγγραφο στοιχείο της αρμόδιας Τράπεζας, καθώς και ούτε ότι αργότερα οι επιταγές αυτές αντικαταστάθηκαν με άλλες, όπως ισχυρίζεται στις προτάσεις του. Σε κάθε περίπτωση ο ενάγων συνομολογεί τελικώς στην υπ' αριθμ. 40 σελίδα των Προτάσεών του-Προσθήκης Αντίκρουσης ότι: "...Στις 24.08.2009 ο αντίδικος μου κατέβαλε έναντι του υπολειπομένου οφειλομένου ποσού των 116.256 ευρώ από το αρχικό συνολικό τίμημα (=230.000-113.774) το ποσό των 77.647 ευρώ, μέσω κατάθεσης σε τραπεζικό μου λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα. Με αυτή την κατάθεση ο αντίδικος κάλυψε το πιστωθέν τίμημα των 51.255,68 ευρώ και κατά το μεγαλύτερο μέρος την ως άνω συναλλαγματική των 35.000 ευρώ, που έληγε την 30.9.2009". Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το τίμημα για την αγοραπωλησία του ακινήτου που αναφέρεται στην αγωγή έχει πλήρως εξοφληθεί από τον εναγόμενο, δεν αποτελεί δε αντικείμενο έρευνας του παρόντος δικαστηρίου αν το ποσό των 30.000 ευρώ οφείλεται εξ άλλης αιτίας στον ενάγοντα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, λόγω ερημοδικίας αυτού στον πρώτο βαθμό, στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της εξόφλησης του τιμήματος του ενδίκου ακινήτου, το οποίο ο αναιρεσείων πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στον αναιρεσίβλητο, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 416 του ΑΚ, την οποία έτσι παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι α) ενώ δέχεται ότι οι διάδικοι συμφώνησαν να καταβάλει ο αναιρεσίβλητος στον αναιρεσείοντα το ποσό των 200.000 ευρώ αφενός μεν ως τίμημα για την πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας των δυο ακινήτων (ποσοστού 50% του ακινήτου στην Ελευσίνα και του ακινήτου στη ...), αφετέρου δε ως αποζημίωση χρήσεως, που αξίωσε ο αναιρεσείων από την εταιρεία των υιών του αναιρεσιβλήτου, για την εκ μέρους τους χρήση του άνω μεταβιβασθέντος στον αναιρεσίβλητο ποσοστού του 50% του ακινήτου στην Ελευσίνα και ότι η συμφωνία αυτή αποτυπώθηκε στο από 27.7.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, στη συνέχεια δέχεται, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι με το εν λόγω συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι η εμπορική αξία του μεταβιβασθέντος, δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Αθήνας Μοσχονά ακινήτου, δηλαδή μόνον του ποσοστού 50% του ακινήτου στην Ελευσίνα, ανέρχεται στο ποσό των 200.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια σχετικά με το τι, τελικά, δέχεται το δικαστήριο ως προς το συμφωνηθέν τίμημα του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή ότι το ποσό των 200.000 ευρώ αφορούσε αποκλειστικά το τίμημα του πρώτου ακινήτου ή και το τίμημα του άλλου ακινήτου, β) η ασάφεια αυτή επιτείνεται από την έτερη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσείων "εξοφλήθηκε πλήρως και ολοσχερώς για το συμφωνηθέν τίμημα των ευρώ διακοσίων χιλιάδων (200.000), το οποίο αφορούσε το τίμημα του άνω μεταβιβασθέντος στον εναγόμενο ποσοστού του 50% του οικοπέδου στην Ελευσίνα" και του ακινήτου στη ..., δηλαδή δέχεται το εφετείο, σε αντίθεση με το περιεχόμενο του ιδιωτικού συμφωνητικού, ότι στο ποσό των 200.000 ευρώ περιλαμβανόταν και το τίμημα για την πώληση του δεύτερου ακινήτου (αλλά και η αξίωση του αναιρεσείοντος για την αποζημίωση χρήσεως), γ) δέχεται ότι δόθηκαν στον αναιρεσείοντα δύο επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, ήτοι η ... ποσού 20.000 ευρώ, λήξεως 30-9-2010, και η ... ποσού 10.000 ευρώ, λήξεως 30.3.2011, ως εγγύηση έως ότου γίνει η εκταμίευση του δανείου, για την αποπληρωμή του τιμήματος της πώλησης του ακινήτου στην Ελευσίνα, χωρίς να αιτιολογεί τον αναγραφόμενο χρόνο λήξεως αυτών, που είναι αρκετά μεταγενέστερος σε σχέση με τον χρόνο εξόφλησης του τιμήματος, και χωρίς να αναφέρει τον χρόνο που πράγματι εκδόθηκαν οι εν λόγω επιταγές, σε σχέση με την αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης και πληρωμής αυτών, και επίσης αν οι συγκεκριμένες επιταγές σχετίζονται ή όχι με τις, αντίστοιχα, ισόποσες επιταγές που αναφέρονται, όπως δέχεται η προσβαλλομένη, στις "χειρόγραφες σημειώσεις που είναι γραμμένες στο οπίσθιο φύλλο του ως άνω αναφερόμενου από 27-9-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, όπου πέραν του ποσού των 200.000 ευρώ που συμφωνήθηκε ως τίμημα, αναφέρονται επιπλέον: 20.000 ευρώ επιταγή 30.9.2009 και 10.000 ευρώ, επιταγή 30.9.2009", ενόψει και του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι οι εν λόγω επιταγές δόθηκαν σε αντικατάσταση των σημειούμενων στο ιδιωτικό συμφωνητικό επιταγών και μάλιστα μετά την καταβολή των 200.000 ευρώ, και δ) δέχεται ότι το τίμημα για την αγοραπωλησία του ακινήτου που αναφέρεται στην αγωγή έχει πλήρως εξοφληθεί από τον εναγόμενο και ότι "δεν αποτελεί αντικείμενο έρευνας του παρόντος δικαστηρίου αν το ποσό των 30.000 ευρώ οφείλεται εξ άλλης αιτίας στον ενάγοντα", παρά τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι το ποσό των 200.000 ευρώ αφορούσε το τίμημα μόνον του πρώτου ακινήτου και ότι ένα μέρος του καταβληθέντος ποσού αφορούσε την εξόφληση του τιμήματος του δευτέρου ακινήτου. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι περιέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), το οποίο θα συντεθεί από δικαστή άλλον πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, να αποδοθεί το παράβολο στον αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 5912/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ