ΑΡΙΘΜΟΣ 615/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Τ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κοτζιά-Σοφαντζή, περί αναιρέσεως της 6048/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο Ν. Κ. του Δ.. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 25 Φεβρουαρίου 2013 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 56/13. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και η επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 του ΠΚ, όπως τούτο ίσχυε προ της 2-4-2012, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Αν η σωματική βλάβη που προκλήθηκε είναι εντελώς ελαφρά, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι τριών (3) μηνών ή χρηματική ποινή. Ήδη με το άρθρο 24 παρ. 3γ του Ν. 4055/2012, ο οποίος ισχύει από 2-4-2012 και, συνεπώς, ίσχυε κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή την 18-5-2012, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 314 του ΠΚ αντικαταστάθηκε ως ακολούθως: "Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Εάν η σωματική βλάβη που προκλήθηκε είναι όλως ελαφρά, τιμωρείται με κράτηση έως τρεις (3) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι επί σωματικής βλάβης από αμέλεια, δεν υφίσταται διαβάθμιση του είδους της σωματικής βλάβης, αλλά, ρυθμίζεται ειδικώς μόνον η ηπιότερη μορφή της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης από αμέλεια, με την επιεικέστερη μεταχείριση από πλευράς ποινής του δράστη αυτής. Συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την έρευνα των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, δεν υποχρεούται να διαλάβει στην απόφαση του, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, τη βαρύτητα της σωματικής βλάβης που επήλθε κατ' αποτέλεσμα, παρά μόνον αν αυτή είναι εντελώς ελαφρά, οπότε ο δράστης του εγκλήματος έχει την προαναφερθείσα επιεικέστερη μεταχείριση. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 30 παρ. 1. 6 του Κτιριοδομικού Κανονισμού (Υ.Α. 304/1989 ΦΕΚ 59Δ/1989), το οποίο κωδικοποιήθηκε ως άρθρο 373 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, που κυρώθηκε με το ΠΔ 14/27-7-1999, "οι επιτρεπόμενες, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, γραμμές των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων πρέπει να κατασκευάζονται ορατές ή χωνευτές στο επίχρισμα ή χωνευτές στο σκυρόδεμα, στερεούμενες στον ξυλότυπο. Οι ορατές γραμμές που βρίσκονται σε ύψος κάτω των 2,40 μέτρων στους διαφόρους χώρους, πρέπει να παρουσιάζουν επαρκή μηχανική αντοχή ή να προστατεύονται κατάλληλα. Χωνευτές γραμμές κατασκευάζονται γενικά εντός σωλήνων, εκτός των περιπτώσεων όπου χρησιμοποιούνται συγκεκριμένου τύπου καλώδια σε ύψος άνω των 2,40 μέτρων από το δάπεδο. Απαγορεύεται η λάξευση του φέροντα οργανισμού ή οποιαδήποτε μείωση της διατομής του για τη χωνευτή τοποθέτηση ή στήριξη γραμμών ή συσκευών από τον υπεύθυνο εγκαταστάτη, χωρίς άδεια του επιβλέποντος μηχανικού. Οι χωνευτές γραμμές τοποθετούνται κυρίως στο επίχρισμα και σε βάθος τουλάχιστον 5 χιλ. από την τελική επιφάνεια. Γραμμές μέσα στο σκυρόδεμα (ξυλότυπο) επιτρέπονται μόνο μέσα σε χαλυβδοσωλήνες, επαρκούς αντοχής ή σε εγκεκριμένους για τέτοια χρήση πλαστικούς σωλήνες, απαγορευμένης της κοπής ή της παραμόρφωσης του σιδηρού οπλισμού (σκυροδέματος) κατά την τοποθέτηση των σωλήνων ...". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, ότι ο κανόνας που διέπει τις γραμμές των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, για της ασφάλεια της ζωής ή της υγείας των ανθρώπων, είναι, ότι επιτρέπεται η διέλευση αυτών εντός πλαστικών σωλήνων, εκτός της περιπτώσεως των γραμμών που διέρχονται ή εγκαθίσταται εντός του σκυροδέματος (ξυλοτύπου), οπότε απαιτείται η χρήση χαλυβδοσωλήνων επαρκούς αντοχής ή πλαστικών τοιούτων, εγκεκριμένων για την περίπτωση αυτή. Περαιτέρω, στο άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 1396/1983, στο οποίο αναφέρονται οι υποχρεώσεις του εργολάβου ολοκλήρου της οικοδομής, αναφορικά με τα μέτρα ασφαλείας, ορίζεται ότι "... Ο εργολάβος και υπεργολάβος ολοκλήρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται 1. να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο ..." Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για σωματική βλάβη από αμέλεια αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην περίπτωση υπάρξεως κυρίας και επικουρικής αιτιολογίας ή δύο ίσης βαρύτητας επαλλήλων αιτιολογιών, αν η μία εξ αυτών είναι ορθή και η μη ορθή, η πληρότητα της μιας διασώζει την απόφαση, ανεξαρτήτως της ελαττωματικότητας της άλλης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 6048/2012 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροήν από υπόχρεο και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, που ανεστάλη επί τριετία. Σύμφωνα με το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση, των κατ' είδος αναφερομένων στο προοίμιο του σκεπτικού, αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά λέξη, πραγματικά περιστατικά: "Στον ... στις αρχές Απριλίου 2005 ο πρώτος κατηγορούμενος (εννοείται ο αναιρεσείων) ... με την ιδιότητα του επιβλέποντα μηχανικού αλλά και ως ομόρρυθμο μέλος της εργολήπτριας εταιρείας (κατασκευαστικής) με την επωνυμία "Π. Κ. και Σια ΟΕ - Κατασκευαστική Τεχνική" της επί της οδού ... στον ... ανεγερθείσης οικοδομής, αν και υπόχρεος λόγω του επαγγέλματος του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλων, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της ανωτέρω πράξης του. Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο (χρόνος παράδοσης της νεόδμητης οικοδομής προς χρήση), δεν φρόντισε να προβεί στην ενδεδειγμένη ηλεκτρολογική εγκατάσταση στην ως άνω οικοδομή τοποθετώντας μεταλλικούς σωλήνες και όχι πλαστικούς (ελαφρού τύπου) για την προστασία των καλωδίων παροχής ρεύματος, ούτε επέδειξε, βάσει ηλεκτρολογικού σχεδίου στον τεχνίτη τοποθέτησης της αλουμινένιας θύρας εισόδου της νεόδμητης οικοδομής τη διαδρομή των ηλεκτρολογικών καλωδίων ώστε αυτός να αποφύγει να τοποθετήσει τον κοχλία (βίδα μήκους 12 cm) στήριξης της αλουμινένιας θύρας σε σημείο της ηλεκτρικής διαδρομής, με συνέπεια ο κοχλίας να διαπεράσει τον πλαστικό χωνευτό σωλήνα (μήκους 23 mm) καθώς και έναν αγωγό τριφασικής παροχής ρεύματος (ΝΥΑ 100 mm2) και έτσι να δημιουργηθούν συνθήκες ηλεκτροπληξίας, καθόσον τα γυμνό, (χωρίς επίστρωση βαφής) μεταλλικά μέρη χειρολαβής και κλειδαριάς της αλουμινένιας θύρας εσωτερικής εισόδου της πολυκατοικίας βρίσκονταν σε τάση 230V, με αποτέλεσμα στις 7-5-2005 στην προσπάθεια της η εγκαλούσα Π. Κ., να ανοίξει τη θύρα εισόδου περί ώρα 22:00 (σε συνδυασμό και με το υφιστάμενο τη δεδομένη χρονική στιγμή υγρό δάπεδο) να υποστεί ηλεκτροπληξία υποστάσα ραβδομυόλυση ενώ και ο προστρέξας προς βοήθειά της σύζυγος της Κ. Γ. υπέστη και αυτός ηλεκτροπληξία, συνεπεία της οποίας διακομίστηκαν στο Γ.Ν.Α. Γεννηματάς όπου τους παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και εισήχθησαν στην εντατική μονάδα παρακολούθησης του εν λόγω νοσοκομείου. Το αποτέλεσμα αυτό της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε ως δυνατό (ασυνείδητη αμέλεια). Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και κυρίως από τις καταθέσεις τους του Ι. Γ., ηλεκτρολόγου - μηχανολόγου που περιλαμβάνεται στο πίνακα πραγματογνωμόνων του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, που επισκέφθηκε την οικοδομή κατόπιν εντολής της Εισαγγελίας, όσο και του Δ. Μ., ηλεκτρολόγου - μηχανικού, ο οποίος εκλήθη από τους εγκαλούντες την ίδια κιόλας ημέρα του ατυχήματος προκειμένου να διενεργήσει τα αίτια του ατυχήματος, σε συνδυασμό με την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από 10-5-2005 βεβαίωση του τελευταίου αλλά και τις καταθέσεις των εγκαλούντων, χωρίς οι καταθέσεις αυτές να ανατρέπονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης Μ. Π., μηχανικού, και Ν. Β., ηλεκτρολόγου μηχανικού, σύμφωνα με τις οποίες όλα είχαν γίνει καλώς από τον ηλεκτρολόγου υπό την επίβλεψη του κατηγορουμένου και αποδίδουν ευθύνες στον τοποθετητή της πόρτας, ο οποίος θα έπρεπε, κατ' αυτούς, να καλέσει τον κατηγορούμενο ως επιβλέποντα μηχανικό, ενώ, αντίθετα, ο ίδιος έχοντας ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως εκ της ιδιότητας του ως επιβλέποντος μηχανικού (άρθρα 2 παρ. 7, 3, 5 και 7 Ν. 1396/1983, άρθρο 373 του από 14-7-1999 Π.Δ. και άρθρο 30 της ΥΑ 304/1989) θα έπρεπε να φροντίσει να είναι παρών και να επιβλέψει την τοποθέτηση της πόρτας εισόδου, ενώ, προηγουμένως και κατά τη διάρκεια της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης της οικοδομής θα έπρεπε να είχε φροντίσει να τοποθετηθεί, και να επιβλέψει σχετικά, μεταλλικός σωλήνας και όχι πλαστικός για την προστασία των καλωδίων παροχής ρεύματος, δεδομένου ότι επρόκειτο για διαδρομή αγωγού ρεύματος τριφασικής παροχής διαμερίσματος ισογείου σε ύψος κάτω των 2,40 μ, που μπορούσε να πάθε βλάβη από καρφιά, βίδες κλπ ενώ προσέτι είχαν καλυφθεί πλήρως τα χωνευτά κουτιά διακλάδωσης με κεραμικά πλακίδια και δεν ήταν εμφανής η διαδρομή των σωληνώσεων, οπότε θα τύγχανε της προσοχής του τοποθετητή της πόρτας η διαδρομή της γραμμής παροχής ρεύματος. Εν όψει όλων αυτών θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδομένης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρά υπόχρεου κατά συρροή, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό". Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: "Στον ..., στις αρχές του μηνός Απριλίου 2005 όλοι οι .... κατηγορούμενοι Κ. Π., Τ. Δ. και Λ. Δ. ως ομόρρυθμα μέλη της εργολήπτριας - κατασκευάστριας εταιρείας της επί της οδού ... στον ... ανεγερθείσης οικοδομής, ο δε Τ. Δ. επιπλέον και ως επιβλέπων μηχανικός της ως άνω οικοδομής και ο Κ. Ν. ως επιβλέπων ηλεκτρολόγος - μηχανικός, αν και υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματος τους να καταβάλουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, προκάλεσαν σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλων, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα της ανωτέρω πράξης τους και ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο (χρόνος παράδοσης της νεόδμητης οικοδομής προς χρήση), δεν φρόντισαν να προβούν στην ενδεδειγμένη ηλεκτρολογική εγκατάσταση στην ως άνω οικοδομή τοποθετώντας μεταλλικούς σωλήνες και όχι πλαστικούς (ελαφρού τύπου) για την προστασία των καλωδίων παροχής ρεύματος, ούτε επέδειξαν, βάσει ηλεκτρολογικού σχεδίου στον τεχνίτη τοποθέτησης της αλουμινένιας θύρας εισόδου της νεόδμητης οικοδομής τη διαδρομή των ηλεκτρολογικών καλωδίων ώστε αυτός να αποφύγει να τοποθετήσει τον κοχλιό, (βίδα μήκους 12 cm) στήριξης της αλουμινένιας θύρας σε σημείο της ηλεκτρικής διαδρομής, με συνέπεια ο κοχλίας να διαπεράσει τον πλαστικό χωνευτό σωλήνα (μήκους 23 mm) καθώς και έναν αγωγό τριφασικής παροχής ρεύματος (ΝΥΑ 100 mm2) και έτσι να δημιουργηθούν συνθήκες ηλεκτροπληξίας, καθόσον τα γυμνά (χωρίς επίστρωση βαφής) μεταλλικά μέρη χειρολαβής και κλειδαριάς της αλουμινένιας θύρας εσωτερικής εισόδου της πολυκατοικίας βρίσκονταν σε τάση 230V, με αποτέλεσμα, στις 7-5-2005 στην προσπάθεια της η εγκαλούσα Π. Κ. να ανοίξει τη θύρα εισόδου περί ώρα 22:00 (σε συνδυασμό και με το υφιστάμενο τη δεδομένη χρονική στιγμή υγρό δάπεδο) να υποστεί ηλεκτροπληξία υποστάσα ραβδομυόλυση ενώ προστρέξας και ο σύζυγος αυτής, εγκαλών Γ. Κ., προς βοήθεια της ανωτέρω, υπέστη και αυτός ηλεκτροπληξία. Το δε αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς τους οι κατηγορούμενοι δεν το προέβλεψαν ως δυνατό". Σύμφωνα με τ' ανωτέρω το Εφετείο θεμελίωσε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος, σε δύο μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες. Η πρώτη, συνίσταται στο ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος είχε την ιδιότητα κατασκευαστή, ως ομόρρυθμο μέλος της εργολήπτριας εταιρείας υπό την επωνυμία "Π. Κ. και Σια ΟΕ - Κατασκευαστική Τεχνική", η οποία ανέλαβε την ανέγερση της επί της υπόψη οικοδομής, αλλά και του επιβλέποντος μηχανικού, εξ αμελείας του δεν μερίμνησε για την ενδεδειγμένη ηλεκτρολογική εγκατάσταση στο μέρος της οικοδομής, όπου στηρίχθηκε η αλουμινένια θύρα εισόδου της και δεν εισήγαγε τον αγωγό παροχής τριφασικού ρεύματος (ΝΥA 100 mm2) εντός μεταλλικού σωλήνα, άτρωτου σε εμπηγνυομένους κοχλίες (βίδες), όπως υποχρεούτο, στα πλαίσια της τηρήσεως των μέτρων ασφαλείας και των οικείων κανονισμών που διέπουν την τοποθέτηση των ηλεκτρολογικών γραμμών (άρθρα 2, 3 του ν. 1396/1983 και 30 της Υ.Α. 304/1989 ΦΕΚ 59Δ'/1989 "περί Κτιριοδομικού Κανονισμού" το οποίο κωδικοποιήθηκε ως άρθρο 373 του "Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας" του από 14-7-1999 Π.Δ.(ΦΕΚ 580Δ/1999)), αλλά, αντιθέτως, εισήγαγε τον αγωγό αυτό σε πλαστικό ελαφρού τύπου σωλήνα, με συνέπεια, υπό τις ιστορούμενες λοιπές περιστάσεις, να δημιουργηθούν συνθήκες ηλεκτροπληξίας και να υποστούν οι δύο παθόντες σωματική βλάβη. Η δεύτερη, συνίσταται στο ότι ο αναιρεσείων δεν υπέδειξε, όπως όφειλε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του Ν. 1396/1983, στον τοποθετήσαντα την αλουμινένια θύρα της εισόδου της οικοδομής, την βάσει των ηλεκτρολογικών σχεδίων διαδρομή της κρισίμου για την περίπτωση γραμμής παροχής ρεύματος, η οποία δεν ήταν ορατή, αφενός μεν διότι ήταν χωνευτή, τόσο αυτή όσο και τα κυτία διακλάδωσης των γραμμών, αλλά και διότι τόσο η γραμμή όσο και τα κυτία είχαν καλυφθεί με κεραμικά πλακίδια, με αποτέλεσμα και υπό τις λοιπές περιγραφόμενες περιστάσεις, να δημιουργηθούν συνθήκες ηλεκτροπληξίας και να υποστούν οι δύο παθόντες τις αναφερόμενες σωματικές βλάβες. Η πρώτη αιτιολογία δεν είναι ορθή, διότι, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις, ορθώς είχε τοποθετηθεί ο πλαστικός χωνευτός σωλήνας για την διέλευση από αυτόν των καλωδίων του τριφασικού ρεύματος. Αντιθέτως, η δεύτερη συνιστά ορθή αιτιολογία και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως. Επομένως, με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, εκτίθενται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα εκ της ακροαματικής διαδικασίας προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην την άνω αιτιολογία αναφέρεται σε τι συνίστατο η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος για την αποτροπή δημιουργίας ιδιαίτερων συνθηκών ηλεκτροπληξίας και εντεύθεν για την αποτροπή της εξ αμελείας σωματικής βλάβης των παθόντων, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2 και 3 παρ. 1 του Ν. 1396/1983, σύμφωνα με τις οποίες "ο εργολάβος ολοκλήρου του έργου υποχρεούται να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο" από τις οποίες απέρρεε, υπό την ιδιότητα του ως εργολάβου, η υποχρέωσή του αυτή. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εργολάβος ολοκλήρου της οικοδομής μέχρι της αποπερατώσεως αυτής ήταν η εταιρεία υπό την επωνυμία "Π. Κ. και Σια ΟΕ - Κατασκευαστική Τεχνική", της οποίας ομόρρυθμος εταίρος ήταν ο αναιρεσείων. Η ιδιότητα δε του εργολάβου αρκούσε για την αιτιολόγηση της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως αυτού, χωρίς να προσαπαιτείται και η δεύτερη ιδιότητα του ως επιβλέποντος μηχανικού, η οποία ως εκ περισσού ετέθη στην απόφαση και συνεπώς δεν απαιτείτο βάσει της άνω αιτιολογίας άλλη διάκριση της αμελείας αυτού και του συγκατηγορουμένου του επιβλέποντος ηλεκτρολόγου μηχανολόγου Ν. Κ.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 1 ΑΚ, η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων ανήκει, αν δεν συνεφωνήθη άλλως, σε όλους μαζί τους εταίρους, από δε τη διάταξη του άρθρου 22 ΕΝ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με την παρ. 2 του άρθρου 294 του Ν 4072/2012 (ΦΕΚ Α 86/11.4.2012), η οποία ορίζει ότι "οι ομόρρυθμοι συνεταίροι, οι αναφερόμενοι εις το καταστατικόν της εταιρείας έγγραφον, υπόκεινται αλληλεγγύως εις όλας τας υποχρεώσεις της εταιρείας, αν και υπογεγραμμένας παρ' ενός μόνου των συνεταίρων, υπό την εταιρικήν όμως επωνυμία", προκύπτει ότι καθένας από τους ομορρύθμους εταίρους και μεμονωμένα ενεργώντας έχει διαχειριστική εξουσία προς τα έξω, έναντι των τρίτων, η οποία δεσμεύει την ομόρρυθμη εταιρία και συνεπάγεται την εις ολόκληρον ευθύνη των ομορρύθμων εταίρων. Με το καταστατικό μπορεί να ορισθούν περισσότεροι εταίροι ως διαχειριστές, οι οποίοι μόνοι αυτοί, χωριστά ή από κοινού, έχουν την προς τα έξω διαχειριστική εξουσία και δεσμεύουν την εταιρεία (άρθρο 43 ΕΝ). Για να μπορεί όμως η παρέκκλιση αυτή από τον κανόνα της ατομικής διαχειρίσεως του άρθρου 22 ΕΝ να αντιταχθεί κατά των τρίτων πρέπει να έχει γίνει η δημοσίευση του καταστατικού με τη σχετική, ως προς τη διαχείριση ρήτρα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 ΕΝ. Συνεπώς ο κανόνας του άρθρου 22 του ΕΝ είναι ότι ο ομόρρυθμος εταίρος είναι και διαχειριστής, (εκτός εάν το δημοσιευμένο καταστατικό της ομορρύθμου εταιρείας ορίζει άλλον εταίρο ως διαχειριστή) και συνακολούθως δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να αναφερθεί ότι υπήρξε και ενεργός ανάμειξή του αναιρεσείοντος στην εκτέλεση του έργου, η οποία, πάντως, αναφέρεται δια της παραδοχής ότι είχε και την ιδιότητα του επιβλέποντος μηχανικού. Περαιτέρω, για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της σωματικής βλάβης εξ αμελείας και κατ' επέκταση για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, αρκούσε η παραδοχή ότι αμφότεροι οι παθόντες υπέστησαν σωματική κάκωση ("ηλεκτροπληξία") και βλάβη της υγείας ("ραβδομυόλυση") μόνον η εξ αυτών Κ. Π., χωρίς να είναι αναγκαίος ο ειδικότερος προσδιορισμός τούτων ή οι επιπτώσεις στην υγεία των παθόντων. Περαιτέρω, αφού η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν δέχεται "όλως ελαφρά σωματική βλάβη" ή "ασήμαντη σωματική βλάβη" δεν ήταν αναγκαία η μνεία οποιασδήποτε άλλης διαβαθμίσεως του είδους της σωματικής βλάβης, (απλής, επικινδύνου, ασήμαντης κλπ). Επομένως, η άνω αξιόποινη πράξη, εξακολουθεί, να φέρει και μετά το Ν. 4055/2012 το χαρακτήρα πλημμελήματος, το οποίο κατά το χρόνο εκδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν είχε παραγραφεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι εκ του άρθρου 510 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και θετικής υπερβάσεως εξουσίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ενόψει, περαιτέρω, του ότι η ορθή ως άνω αιτιολογία της αποφάσεως στηρίζει το διατακτικό της κατά τα προεκτεθέντα, ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων το οποίο κατατέθηκε εμπροθέσμως (την 24-2-2013) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ.2 ΚΠοινΔ) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νομίμου βάσεως, κατά το μέρος που συνάπτεται με την άνευ ανάγκης παρατεθείσα αιτιολογία και την ιδιότητά του αναιρεσείοντος ως επιβλέποντος μηχανικού, προβάλλεται αλυσιτελώς και πρέπει να απορριφθεί. Ο αυτός πρόσθετος λόγος κατά τα λοιπά είναι αβάσιμος διότι, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα απ'τον αναιρεσείοντα, από τις παραδοχές αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραλείψεώς του αναιρεσείοντος να επιδείξει στον τεχνίτη των αλουμινοκατασκευών την διαδρομή των πέριξ της εισόδου καλωδιώσεων και του τραυματισμού των παθόντων, υπό την έννοια ότι εάν του υπεδεικνύοντο ο τεχνίτης δεν θα τοποθετούσε τον κοχλία σε επαφή με αυτές και δεν θα επήρχετο η ηλεκτροπληξία. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ, 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και, έτσι, δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Τα έγγραφα με γραφικές παραστάσεις, όπως είναι οι χάρτες, απεικονίσεις, φωτογραφίες και σχεδιαγράμματα, δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, προς τους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από τον διευθύνοντα τη συζήτηση. Συνεπώς, είναι προφανές, ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι "αναγνώσθηκε" φωτογραφία ή σχεδιάγραμμα, η αναγραφή αυτή δεν τίθεται κατά κυριολεξία, αλλά με την παραπάνω έννοια της επισκοπήσεως του εγγράφου αυτού από τους παράγοντες της δίκης, οι οποίοι, έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους και τους παρασχέθηκε η δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: "4. Από 10-5-2005 βεβαίωση του ηλεκτρολόγου-μηχανικού, Φωτογραφίες και 8. Από 14-12-2004, 16-12-2004 και 17-12-2004 υπεύθυνες δηλώσεις." Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού, ειδικότερα, με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Οι φωτογραφίες, ειδικότερα, που στην πραγματικότητα επισκοπήθηκαν από τους παράγοντες της δίκης αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα απ' τον αναιρεσείοντα, δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζονται ούτε κατά τον αριθμό τους, ούτε ως προς τις απεικονίσεις τους. Επομένως, ορθώς το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα προαναφερθέντα έγγραφα, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος πρόσθετος λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι περιεχόμενοι τόσον στο κύριο δικόγραφο όσον και σ' εκείνο των προσθέτων λόγων αντίθετοι επί της ουσίας ισχυρισμοί και η κατά τον αναιρεσείοντα αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων (αναγνωσθέντων εγγράφων) προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου και είναι εκ τούτου απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινομένη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-12-2012 Δήλωση αναιρέσεως του Δ. Τ. του Α., μετά των από 25-2-2013 προσθέτων λόγων της, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6048/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ