ΑΡΙΘΜΟΣ 788/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., κατοίκου Αλβανίας και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Παπαγεωργόπουλο, περί αναιρέσεως της 84/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20/12/05 και 8/2/06 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 200/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1α Ν. 3459/2006 προκύπτει ότι το έγκλημα της εισαγωγής ναρκωτικών (στην επικράτεια) πραγματώνεται με τη διακίνηση αυτών των ναρκωτικών ουσιών από το εξωτερικό στη χώρα μας, ενώ την αξιόποινη πράξη της κατοχής και της μεταφοράς τελεί αυτός που κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως η οποία παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι η επίκληση από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του πραγματικής πλάνης (άρθρ. 3 ο ΠΚ) ή της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. α ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο η ποινή μειώνεται και στις περιπτώσεις που το δικαστήριο κρίνει ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Για να είναι, όμως, σαφείς και ορισμένοι οι ως άνω ισχυρισμοί και να προκύπτει εντεύθεν υποχρέωση του δικαστηρίου να τους εξετάσει, να αξιολογήσει τη σχετική κρίση του και να απαντήσει σ' αυτούς με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αρκεί η επίκληση μόνο των όρων του νόμου, αλλά πρέπει, για την θεμελίωσή τους, να γίνεται επίκληση και των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν αυτούς. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου υπό την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 84/2005 απόφασή του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, εκήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχής και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών και επέβαλε εις αυτόν ποινή φυλακίσεως 18 ετών και χρηματική ποινή 150.000 ευρώ. Για να καταλήξει δε στην κρίση του αυτή, εδέχθη ειδικότερα τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος στον τόπο και χρόνο που αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασης αυτής κατείχε ποσότητα 478 κιλών και 600 γραμ. ακατέργαστης κάνναβης η οποία είναι ναρκωτική ουσία κατά την έννοια του νόμου, η οποία ποσότητα ήταν επιμελώς συσκευασμένη σε 495 δέματα και τοποθετημένη σε ειδικά προς τούτο διαμορφωμένη κρύπτη στην οροφή του υπ' αριθμ. .... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Την ανωτέρω ποσότητα την μετέφερε και την εισήγαγε στην Ελλάδα από την Αλβανία ο κατηγορούμενος και την εντόπισαν οι τελωνειακοί υπάλληλοι κατά τον έλεγχο που διενήργησαν κατά την είσοδο του αυτοκίνητου στην ..... Για τα ανωτέρω περιστατικά με κατηγορηματικότητα κατέθεσαν οι εξετασθέντες ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού μάρτυρες κατηγορίας οι οποίοι είναι και οι διενεργήσαντες τον έλεγχο του ανωτέρω αυτοκινήτου τελωνειακοί υπάλληλοι, οι οποίοι και κατέθεσαν ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πραγματοποιήσει άλλη φορά δρομολόγιο από την Αλβανία στην Ελλάδα. Αντίθετα από κανένα αποδεικτικό μέρος δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι ο ίδιος δεν γνώριζε την ύπαρξη της ποσότητας της ανωτέρω ναρκωτικής ουσίας και ότι κάποια εταιρία την οποία και δεν προσδιόρισε του ανέθεσε να οδηγήσει το αυτοκίνητο στην Ελλάδα για να μεταφέρει από εκεί πατάτες χωρίς και πάλι να προσδιορίσει από πού θα παραλάβαινε το εν λόγω εμπόρευμα. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των ανωτέρω πράξεων, που αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, χωρίς όμως την επιβαρυντική περίσταση της ιδιαίτερης επικινδυνότητας (άρθρ. 8 του Ν. 1729/1987, όπως ισχύει, καθόσον δεν αποδείχθηκαν οι περιστάσεις που να μαρτυρούν ότι ο κατηγορούμενος αυτός είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Αποδείχθηκε ακόμη ότι τις ανωτέρω πράξεις τέλεσε χωρίς να είναι τοξικομανής κατά την έννοια του Νόμου, καθ' όσον ουδόλως αποδείχθηκε ότι κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο ο κατηγορούμενος είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και αδυνατούσε να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις, γεγονός εξάλλου που ούτε ο ίδιος ισχυρίσθηκε. Τέλος πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν ελαφρυντικων του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ., καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπό του τοιαύτη ελαφρυντική περίσταση, και να απορριφθεί σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί πραγματικής πλάνης (άρθρο 30 παρ. 1 Π.Κ.), καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο τέλεσης των ανωτέρω πράξεων αγνοούσε τα περιστατικά που τα συνιστούν. Με αυτά που δέχθηκε η πληττομένη απόφαση, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ αξιουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκομένων εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Προσθέτως, ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της πραγματικής πλάνης (άρθρ. 30 ΠΚ) και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 πα. 2α ΠΚ, πρέπει να λεχθεί, ότι αυτοί έχουν προβληθεί όλως αορίστως, χωρίς την επίκληση πραγματικών περιστατικών και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του. Με βάση τα προαναπτυχθέντα, αμφότεροι οι λόγοι των συνενδιαφερομένων δύο αιτήσεων, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ) της προσβαλλομένης αποφάσεως και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής (άρθρ. 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ) των εις την αρχή αναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμος, καθώς και οι αιτήσεις στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 20-12-2005 και 8-2-2006 αιτήσεις του ....... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 84/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ