Αριθμός 1252/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Κουρκάκη, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καλονόμο, για αναίρεση της 2208/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 182/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), που τον βαρύνουν, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, προς τους ως άνω Οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάζονται σ΄ αυτόν με σκοπό να τις αποδώσει στους ως άνω Οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν αποδώσει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Περαιτέρω κατά άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του όπως ισχύει α.ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ΄ αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα, παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ΄ αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε, Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ΄ αυτά. Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ.1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που συνίσταται, σύμφωνα με το άρ. 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ'αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου . Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ως τέτοιοι θεωρούνται όσοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορόν του και τείνουν στη άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν γιατί διαφορετικά το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Τέλος περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής νόμου, που θεμελιώνει κατ΄άρθρον 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. . Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθ 2208/2006 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, που, δικάζοντας ως Εφετείο, την εξέδωσε και με την οποία κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ένοχο για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα λεπτομερώς κατ΄ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Η κατηγορουμένη ..... στις από 1-6-1999 έως 1-10-1999 Πρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος τυγχάνουσα της εταιρείας με την επωνυμία ''ΕΛΙΤΑ ΑΒΕΕ'' , είδος επιχείρησης Ανώνυμη Βιομηχανική Εξαγωγών εταιρεία (βλ. το Φ.Ε.Κ.τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρ. Περιορ. Ευθύνης 1092/10-3-1995) η οποία (εταιρεία) εκπροσωπείται σύμφωνα με το από 7-2-1995 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής από τον Πρόεδρο και Δ/ντα Σύμβουλο αυτής (κατηγορούμενη) και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 1-4-1999 έως 31-8-1999 στην επιχείρησή της αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλιζόταν στο ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές 117.234.428 δραχμές μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την ιδία ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 78.156.285 δραχμών δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή της(ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 39.078.143 δραχμών με σκοπό να τις αποδώσει αυτές στον ως άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές και κατέστη για αυτές τιμωρητέα για υπεξαίρεση. Για την μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό .... ΠΕΕ. Στην εν λόγω ΠΕΕ αναγράφονται 320 μισθωτοί με ύψος αποδοχών 390.367.915. δραχμές συνολικά. Περαιτέρω πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί περί ελλείψεως δόλου και κατάστασης ανάγκης- ανωτέρας βίας, καθώς η εταιρεία ΕΛΙΤΑ ΑΒΕΕ, της οποίας Πρόεδρος και Δ/νων σύμβουλος ήταν η κατηγορουμένη κηρύχθηκε σε πτώχευση με την 52/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου με ημερομηνία παύσης πληρωμών την 31-12-2000 ήτοι για πολύ μεταγενέστερο χρονικό διάστημα αυτού του επίδικου αναφερόμενο στο κατηγορητήριο χρονικό διάστημα ενώ εξάλλου κανένα δεδικασμένο δεν παράγεται από την 37/2005 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου η οποία αφορά άλλη πράξη και με την οποία απηλλάγη της κατηγορίας η κατηγορούμενη για μη καταβολή δεδουλευμένων για το διάστημα από 1-1-98 έως 30-9-2000 αφού καμία απόφαση Ποινικού Δικαστηρίου δε δεσμεύει το Δικαστήριο εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εκκρεμοδικίας ή δεδικασμένου οι οποίες δεν συντρέχουν εν προκειμένω . Με βάση τις παραδοχές του αυτές το κατ΄ έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου κήρυξε την κατηγορούμενη ένοχο των κατά τα άνω κατ΄ εξακολούθηση τελεσθεισών αξιοποίνων πράξεων της μη καταβολής στο ΙΚΑ των κατά τα άνω οφειλόμενων σ΄ αυτό εργοδοτικών και εργατικών εισφορών (και ως προς τις εργατικές εισφορές για υπεξαίρεση) με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β Π.Κ. και επέβαλε σ΄ αυτήν ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών για την καθεμιά από τις πράξεις αυτές και συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι πέντε (25) μηνών μετατραπείσα προς 4, 40 ευρώ ημερησίως . Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε και εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση.. Ειδικότερα και σε σχέση με τις προβαλλόμενες με τους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις : 1) ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής γιατί δεν αναφέρονται σ΄ αυτήν ο αριθμός των απασχοληθέντων απ΄ αυτήν μισθωτών, ο χρόνος που απασχολήθηκε ο καθένας απ΄ αυτούς και τα ποσά των αμοιβών που καταβλήθηκαν σ΄ αυτούς, είναι αβάσιμες, γιατί όπως προαναφέρθηκε για την πληρότητα της αιτιολογίας, ενόψει του περιεχομένου τω ν άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, κρίσιμα περιστατικά είναι η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ προσωπικού και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη να καταβάλει στο ΙΚΑ ως εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, τα οποία δεν κατέβαλε ή παρεκράτησε αυτή και τα οποία περιστατικά με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση. 2) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ασαφής και αντιφατική για το λόγο ότι ενώ κατ΄ αρχήν δέχεται ότι η εργασία του απασχοληθέντος σ΄ αυτήν προσωπικό παρασχέθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-1999 έως 31-8-1999, στη συνέχεια δέχεται ότι τα ως άνω εγκλήματα τελέσθηκαν απ΄ αυτήν αργότερα και δη από 1-6-1999 έως 1-10-1999, είναι αβάσιμη διότι ο ως άνω χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του απασχοληθέντος σ΄ αυτήν προσωπικού και ο οποίος συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο τέλεσης των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή στην εξάλειψη του αξιόποινου των πράξεων αυτών με παραγραφή. 3) ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά τον δόλο της αναιρεσείουσας μολονότι αυτή υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά ότι δεν υπάρχει αυτός για τη στοιχειοθέτηση των ως άνω εγκλημάτων είναι αβάσιμη καθόσον στην παραγωγή των ανωτέρω στοιχείων που εξετέθησαν ενυπάρχει και ο δόλος της αναιρεσείουσας και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας για τους λόγους που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη να απορρίψει αυτόν αιτιολογημένα. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως οι συνήγοροι της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας προέβαλλαν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου που δίκασε κατ΄ έφεση την προκειμένη υπόθεση, μεταξύ άλλων τον εξής ισχυρισμό ":Πρωτίστως οφείλω να επισημάνω ότι την χρονική περίοδο, για την οποία κατηγορούμαι ότι δεν κατέβαλλα τις ασφαλιστικές εισφορές, υπήρχε αντικειμενική αδυναμία καταβολής αυτών λόγω γεγονότων ανωτέρας βίας (ή επικουρικά λόγω καταστάσεως ανάγκης).Η ΕΛΙΤΑ ΑΒΕΕ είχε περιέλθει σε δεινή οικονομική θέση (κηρυχθείσα μετέπειτα και σε κατάσταση πτωχεύσεως δυνάμει της υπ. Αριθ. 52/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου) με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν τα διαθέσιμα κεφάλαια προς καταβολή των όποιων οφειλομένων εισφορών." Ο ισχυρισμός αυτός όπως προβλήθηκε είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής ενόψει του ότι δεν εκθέτει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απορρίψει αυτόν αιτιολογημένα .Επομένως οι δεύτερος, τρίτος τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νομίμου βάσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 παρ. 1 εδάφ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, επέρχεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διότι έτσι ο κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να ασκήσει το από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαίωμά του να προβεί σε παρατηρήσεις και δηλώσεις για το αποδεικτικό αυτό μέσο και παραβιάζονται οι αμέσως προς το υπερασπιστικό δικαίωμα αυτού συναπτόμενες αρχές της προφορικότητας της διαδικασίας και της κατ' αντιδικία διεξαγωγής της δίκης. Δεν επέρχεται, όμως, τέτοια ακυρότητα, όταν τα, από το μη αναγνωσθέν έγγραφο προκύπτοντα περιστατικά, προέκυψαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως προβάλλει η αναιρεσείουσα την αιτίαση ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου έκρινε, ότι η αναιρεσείουσα είχε την ιδιότητα της Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας ΕΛΙΤΑ ΑΒΕΕ την οποία νομίμως εκπροσωπούσε, και για να καταλήξει, στην περί ενοχής αυτής κρίση του για τα προαναφερόμενα εγκλήματα, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της έλαβε υπόψη του το από 7-2-1995 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προκύπτει μεν ότι το πιο πάνω πρακτικό δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου αναγνώσθηκε όμως το υπ'αριθμ. 1092/10-3-1996 Φ.Ε.Κ.(τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρ. Περιορ. Ευθύνης)., από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου αυτού προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας ΕΛΙΤΑ ΑΒΕΕ και με την ιδιότητά της αυτή νόμιμος εκπρόσωπος αυτής .. Επομένως, εφόσον η ανωτέρω ιδιότητα της αναιρεσείουσας προκύπτει από την ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο και έλαβε υπόψη του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο προαναφερόμενος λόγος της κρινομένης αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 4/15-1-2007 αίτηση της ..., για αναίρεση της με αριθ. 2208/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ