Αριθμός 204/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Β. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Αντωνόπουλο και Κωνσταντίνο Αλεπάκο. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Φρίξο Γεραλή και Κωνσταντίνο Γιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 6373/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2418/2010 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ.478/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2418/6-5-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4645/2014 μη οριστική και 5434/2019 οριστική του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-7-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 5-9-2006 αγωγή του ο ενάγων ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι κατόπιν συναπόφασης με τον εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο και τον Δ. Πολίτη άνοιξαν στις 24-12-1999 (κατ' ίσα μέρη), τον στην αγωγή αναφερόμενο κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 19-1-2000 έως τις 17-3-2003, ο αναιρεσίβλητος με διαδοχικές αναλήψεις ανέλαβε από τον κοινό τους αυτό λογαριασμό το ποσό των 2.178.719,31 ευρώ και προέβη στο κλείσιμο αυτού μη υπάρχοντος άλλου υπολοίπου. Επίσης ισχυρίστηκε ότι οι ίδιοι άνω, από κοινού κατέθεσαν τα ποσά των 203.235,91 και 785.219,22 ευρώ αντίστοιχα στις τράπεζες Γενική και Αττική προς αγορά εντόκων ομολόγων του Δημοσίου, τα οποία κατά τη λήξη τους εισπράχθηκαν από τον εναγόμενο. Ότι συνολικά από τις άνω αιτίες ο εναγόμενος εισέπραξε το ποσό των 3.170.119,71 ευρώ χωρίς τη δική του συναίνεση ή εξουσιοδότηση και ότι του οφείλει το μερίδιό του εξ 1.056.706,57 ευρώ, το οποίο παρά τις οχλήσεις του δεν του έχει καταβάλει. Η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε με την 6373/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια, κατά παραδοχή της από 3-1-2008 εφέσεως του αναιρεσείοντος, το Εφετείο Αθηνών, με την 2418/2010 απόφασή του, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, εξέτασε και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή. Κατόπιν ασκήσεως της από 30-9-2010 αιτήσεως αναιρέσεως από τον αναιρεσίβλητο, η απόφαση αυτή του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε στο σύνολό της με την 478/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο. Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, αφού εξέδωσε την 4645/2014 μη οριστική του απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης για την εξέταση των διαδίκων και για τη διεξαγωγή λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, ακολούθως, εξέδωσε την 5434/2019 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 6373/2007 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την πιο πάνω 5434/2019 απόφαση του Εφετείου προσβάλλει ο αναιρεσείων (ενάγων) με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν. 5368/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ.α' του ν.δ. 118/1973: "χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις είτε τινές, και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι (παρ.1). Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγουμένη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργήται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν (παρ. 2)". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491, και 493 του Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ' ονόματι του ιδίου του καταθέτου και τρίτου ή τρίτων προσώπων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτου και του τρίτου αφ' ενός και του δέκτου της καταθέσεως νομικού προσώπου αφ' ετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από ένα εκ των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, Στην περίπτωση αυτή ο αναλαβών γίνεται κύριος των αναληφθέντων χρημάτων και είναι αδιάφορο σε ποιον πράγματι από τους καταθέτες ανήκαν τα χρήματα, όπως αδιάφορη είναι και η μεταξύ των καταθετών σχέση που οδήγησε σε κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, η οποία μόνο ενοχικές αξιώσεις μπορεί να δημιουργήσει σε βάρος εκείνου από τους δικαιούχους του κοινού λογαριασμού που προέβη στην ανάληψη των χρημάτων (ΑΠ 1054/2021, ΑΠ1800/2012). Εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως εις ολόκληρον έναντι του δέκτου της καταθέσεως και ως προς τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος αποκτά πλέον εκ του νόμου απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρο την κατάθεση, για την καταβολή ποσού αναλόγου προς τον αριθμό των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, εκτός εάν από την μεταξύ των εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα σε ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από τον μη αναλαβόντα (ΑΠ 351/2018, ΑΠ 1081/2017, ΑΠ 946/2015). Οι ανωτέρω δε διατάξεις που ρυθμίζουν την τραπεζική κατάθεση σε κοινό λογαριασμό εφαρμόζονται αναλόγως και επί τραπεζικής καταθέσεως με αντικείμενο τίτλους με λογιστική μορφή (άϋλους τίτλους του ελληνικού δημόσιου ("REPOS") σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2εδ.β' του νόμου 2198/1994. Επομένως, έντοκα γραμμάτια του ελληνικού Δημόσιου με λογιστική μορφή υπό την έννοια του Ν. 2198/1994 μπορεί να αποκτηθούν στο όνομα περισσοτέρων προσώπων (συνδικαιούχων) με την συμφωνία ότι καθένας από αυτούς μπορεί, κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 5638/1932, να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει χωρίς την σύμπραξη των λοιπών (ΑΠ 2012/2007, ΑΠ 1812/2007, ΑΠ1894/2006). Ως εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι : η λειτουργία της συμβάσεως τραπεζικής καταθέσεως καθιδρύει συνήθως μία σχέση διαρκούς και πολλές φορές καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Η εκτέλεσή της δηλαδή γίνεται συνήθως όχι με μία καταβολή και ανάληψη του ποσού αυτής, αλλά με πολυάριθμες τμηματικές τέτοιες, που προσδιορίζονται εκάστοτε με τη βούληση του καταθέτη. Για την εγκυρότητα της χρηματικής κατάθεσης σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό (ΑΠ 1122/2005) σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο. Και τούτο διότι από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξη τους ενώπιον της τράπεζας. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου "δικαιούχοι" και όχι "καταθέτες" στη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων. Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μία ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος μη συμβαλλόμενος αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το δότη της υπόσχεσης-τράπεζα για τον εαυτό του. Δημιουργείται δηλαδή ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου; μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 του ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από τη διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ. α` του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1031/2003, ΑΠ 855/2002, ΑΠ 1563/2000). Εκείνος, από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ` επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015). Η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντας του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού, και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ` αυτόν. Κατ` αντιδιαστολή, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 539/1992). Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρη ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (ΑΠ 540/1998). Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ671/2022, ΑΠ1001/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο ενάγων, Π. Β., ο εναγόμενος, Π. Κ. και ο τρίτος, μη διάδικος στην παρούσα δίκη, Δ. Π. είχαν μακρά επαγγελματική συνεργασία, ως εταίροι σε διάφορες τεχνικές εταιρίες και ως μέλη σε κοινοπραξίες. Ειδικότερα, ο εναγόμενος και ο Δ. Π., το Φεβρουάριο του έτους 1993, ίδρυσαν την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (εφεξής ... ΑΕ), στην οποία συμμετείχαν κατ' ίσα μέρη, έδρα το Δήμο Αθηναίων και σκοπό την ανάληψη και κατασκευή δημόσιων και ιδιωτικών τεχνικών έργων στο εσωτερικό και εξωτερικό, κάθε μορφής και φύσεως, τη σύμπραξη με οίκους του εξωτερικού για την εκτέλεση διάφορων ιδιωτικών ή δημόσιων έργων στο εσωτερικό ή εξωτερικό, τις πάσης φύσεως οικοδομικές επιχειρήσεις,... Στην τελευταία εταιρία, το έτος 1998, εισήλθε ως μέτοχος και ο ενάγων, κατόπιν δε της εισόδου του, τα ποσοστά συμμετοχής των εταίρων διαμορφώθηκαν σε 33,3%, για καθένα από αυτούς. Παράλληλα, οι άνω τρεις συνεταίροι, το Σεπτέμβριο του έτους 1993, συνέστησαν την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία, "... ΟΕ", με σκοπό τη μελέτη, ανάληψη και εκτέλεση ιδιωτικών τεχνικών έργων, έργων του Δημοσίου την ανέγερση πολυκατοικιών και την εμπορία εν γένει δομικών υλικών... και συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημίες κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας. Οι ίδιοι και ο Λ. Ρ. το Δεκέμβριο του έτους 1999, συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", με αντίστοιχο αντικείμενο..., ενώ τον Ιούλιο του έτους 2001, συνέστησαν την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" με αντίστοιχο αντικείμενο... Επίσης οι πιο πάνω τρείς συνεταίροι, ενάγων, εναγόμενος και Δ. π., το Δεκέμβριο του 2000 συνέστησαν ως μόνοι ιδρυτές και την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Εταιρεία" που λειτουργούσε εντός του ομίλου της άνω ... ΑΕ, με αντικείμενο δραστηριότητας της, αντίστοιχο με την τελευταία και επί πλέον την τουριστική εκμετάλλευση ακινήτων και την εκμετάλλευση λατομείων και ορυχείων, η οποία στη συνέχεια το έτος 2002, συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την ... ΑΕ, απορρόφηση που έλαβε χώρα, παρά την αντίθεση του ενάγοντος και αποτέλεσε αντικείμενο διενέξεων μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω, προς καλύτερη ευόδωση των σκοπών των διάφορων όπως παραπάνω εταιριών, είχε γίνει καταμερισμός των αρμοδιοτήτων των πιο πάνω εταίρων, με την ανάθεση στον ενάγοντα, ο οποίος είναι ηλεκτρολόγος -- μηχανολόγος - μηχανικός, της επίβλεψης των απανταχού ανά την Ελλάδα αναληφθέντων έργων και στον εναγόμενο, ομοίως ηλεκτρολόγο μηχανικό, της οικονομικής διαχείρισης όλων των εταιριών. Ο τελευταίος δε ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας, ... ΑΕ και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, ενώ μέλος του ΔΣ της ίδιας εταιρίας και τεχνικός Διευθυντής, με δικαίωμα υπογραφής, ήταν και ο ενάγων, από την είσοδό του στην εταιρία το έτος 1998. Ο ίδιος δε, παρέμεινε μέλος του ΔΣ της εταιρίας αυτής, μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2002, οπότε δεν εκλέχθηκε ξανά, έχοντας κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του έτους 1999 μέχρι Ιούνιο του έτους 2002 και την ιδιότητα του Δ/ντος Συμβούλου. Την Άνοιξη του τελευταίου έτους (2002), διαταράχθηκαν οι σχέσεις των συνεταίρων και ο ενάγων εκδήλωσε την πρόθεσή του, να αποχωρήσει από τις εταιρίες, μεταβιβάζοντας το μερίδιό του. Στα πλαίσια αυτά, ανέθεσε στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία, "... & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΕΠΕ", τον προσδιορισμό της εκτίμησης της αξίας του Ομίλου. Η τελευταία εταιρία συνέταξε την από Μαΐου 2002 έκθεση, στην οποία διαπιστώνεται η εν τοις πράγμασι σύνδεση μεταξύ της ΑΕ και των λοιπών εταιριών στην εκτέλεση των έργων και γίνεται λόγος για έργα που ...λέστηκαν από την ... ΑΕ, έργα που τελέστηκαν από κοινοπραξίες, στις οποίες συμμετείχε η ... ΑΕ, έργα που τελέστηκαν από κοινοπραξίες στις οποίες συμμετείχαν οι μέτοχοι της ... ΑΕ ή και οι προσωπικές τους εταιρίες και έργα που τελέστηκαν σε συνεργασία με τρίτους, με συνέπεια τη διασπορά εσόδων και σε εταιρίες εκτός της ... ΑΕ. Όσον δε αφορά τα κέρδη, αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση ότι αυτά, ανεξάρτητα από τον τρόπο εκτέλεσης του έργου, συγκεντρώνονταν στην ... ή και σε κοινούς λογαριασμούς των μετόχων και ότι οι μέτοχοι έχουν αναλάβει από τα κέρδη από είκοσι οκτώ εκατομμύρια (28.000.000) δραχμές καθένας, καθόλη τη διάρκεια της εταιρίας και επιπλέον ελάμβαναν μηνιαία αμοιβή για τις παρεχόμενες στην εταιρία υπηρεσίες, η οποία (μηνιαία αμοιβή) κατά τον τελευταίο χρόνο, ήταν 1,5 εκατ. δραχμές για τον καθένα, ενώ η αξία της εταιρίας αποτιμήθηκε με την άνω έκθεση, στο ποσό των 9,970 δις δραχμών. Λόγω της αποτίμησης αυτής και της αξίωσης αντίστοιχου τιμήματος από τον ενάγοντα, για τη μεταβίβαση του μεριδίου του, δεν ευοδώθηκε η μεταβίβαση, στους λοιπούς. Ακολούθως, ο ενάγων με την από 5-12-2002 εξώδικη δήλωση, κατάγγειλε τις πιο πάνω ομόρρυθμες εταιρίες για σπουδαίο λόγο, οι οποίες κατόπιν της καταγγελίας αυτής, λύθηκαν και τέθηκαν σε καθεστώς εκκαθάρισης, με εκκαθαριστές τους ομόρρυθμους εταίρους αυτών. Οι τελευταίοι, μετά από αιτήσεις του ενάγοντος, αντικαταστάθηκαν από τους λογιστές,... και στη συνέχεια αμφότεροι οι άνω εκκαθαριστές αντικαταστάθηκαν, από το Δ. Γ., με τις με αριθμούς 2069, 2070 και 2071/2010 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Ο εκκαθαριστής δε αυτός ολοκλήρωσε την εκκαθάριση των εταιριών, συντάσσοντας την από 6-2-2011 έκθεση εκκαθάρισης για την εταιρία, "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", την από 25-2-2011 έκθεση εκκαθάρισης για την εταιρία, "... ΟΕ" και την από 7-3-2011 έκθεση εκκαθάρισης για την εταιρία, "... - ... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ". Περαιτέρω, στις 23-12-1999, χρόνο κατά τον οποίο οι σχέσεις των άνω συνεταίρων ήταν απολύτως αρμονικές και μεταξύ τους είχε αναπτυχθεί σχέση εμπιστοσύνης, μετά και τη μακρόχρονη συνεργασία τους, ο εναγόμενος προέβη στο άνοιγμα του με αριθμό ... κοινού λογαριασμού στη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος, με την κατάθεση του ποσού των 95.760.115 δραχμών, στον οποίο συνδικαιούχοι ορίστηκαν αυτός, ο ενάγων και ο Δ. Π.. Ο παραπάνω λογαριασμός κινήθηκε κανονικά από το άνοιγμά του, στις 23-12-1999, μέχρι και τις 17-3-2003, οπότε και έκλεισε από τον εναγόμενο. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα έγιναν καταθέσεις και πραγματοποιήθηκαν αναλήψεις από τον εναγόμενο ή εξουσιοδοτημένα από αυτόν πρόσωπα, κατά τις ημερομηνίες που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή και δεν αμφισβητούνται (οι ημερομηνίες) από τον εναγόμενο, ύψους 2.180.207,50 ευρώ, από τις οποίες (αναλήψεις), ουδέν ποσό αποδόθηκε στον ενάγοντα, γεγονότα που επίσης, δεν αμφισβητούνται από τον εναγόμενο. Ο συγκεκριμένος κοινός λογαριασμός και οι περιλαμβανόμενες σ' αυτόν καταθέσεις, διέπονται από τις διατάξεις του ν. 5638/1932, με συνέπεια ο κάθε δικαιούχος να μπορεί να κάνει ολική ή μερική χρήση του χωρίς τη σύμπραξη, συναίνεση, συγκατάθεση των λοιπών (συνδικαιούχων), σε περίπτωση δε ανάληψης ολόκληρου του ποσού της χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, να επέρχεται απόσβεση της απαίτησης σε ολόκληρο έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) και ως προς τον άλλον, δηλαδή το δικαιούχο που δεν ανέλαβε, ο οποίος, όμως, από το νόμο πλέον αποκτά απαίτηση έναντι εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης (επί δύο δικαιούχων) ή ανάλογου προς τον αριθμό των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα σε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, από μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επίκλησης και απόδειξης έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το όπως παραπάνω εξαιρετικό δικαίωμα (...). Περαιτέρω, από τα ίδια άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι, στο όνομα του ενάγοντος, του εναγομένου και του Δ. Π., αγοράστηκε από τη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος, έντοκο ομόλογο του Ελληνικού Δημοσίου (repos), με αριθμό ..., με ημερομηνία λήξης 23-5-2002 και ποσό ρευστοποίησης 203.756,74 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε την ίδια ημέρα, στο με αριθμό ... λογαριασμό όψεως της ... ΑΕ στη Γενική Τράπεζα, ενώ στο όνομα των ίδιων όπως παραπάνω συνεταίρων, αγοράστηκε από την Τράπεζα Αττικής, δεύτερο έντοκο ομόλογο του Ελληνικού Δημοσίου, με αριθμό ...4-2002, ημερομηνία λήξης, στις 9-5-2002, ποσού κατά τη ρευστοποίησή του, ύψους 787.643,66 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε στις 10-5-2002, στο με αριθμό ... λογαριασμό όψεως της ... ΑΕ, στην Τράπεζα Αττικής. Αναφορικά με τη λειτουργία του κοινού λογαριασμού και των ομολόγων, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε με τις προτάσεις του πρωτοδίκως, ότι ο λογαριασμός αυτός ανοίχθηκε, κατόπιν κοινής συμφωνίας των συνεταίρων - συνδικαιούχων, με χρήματα της "... ΑΕ" και ότι κατά τη συμφωνία τους, στο λογαριασμό κινούνταν χρήματα μόνο της εταιρίας αυτής, στο ταμείο της οποίας κατέληξαν όλα τα χρήματα που ανέλαβε από το λογαριασμό, ενώ αναφορικά με τα πιο πάνω ομόλογα, ισχυρίστηκε, ότι το πρώτο αγοράστηκε στις 17-10-2001, αντί ποσού 200.016,70 ευρώ, με χρήματα που προήλθαν από τον άνω κοινό λογαριασμό, τα οποία ανήκαν στην ... ΑΕ και μετά από νέες επανεπενδύνεις, ανήλθε στο ποσό των 203.756,14 ευρώ, ενώ το δεύτερο ομόλογο αγοράστηκε με χρήματα της τελευταίας ανώνυμης εταιρίας και ότι τα χρήματα που εισπράχθηκαν από τη ρευστοποίηση και των δύο ομολόγων εισήλθαν σε λογαριασμό της εταιρίας αυτής, κατά τη συμφωνία των συνδικαιούχων, ισχυρισμούς που αρνείται ο ενάγων, επικαλούμενος ότι ο κοινός λογαριασμός ανοίχθηκε και τα ομόλογα αγοράστηκαν με χρήματα και των τριών συνεταίρων, οι οποίοι εισέφεραν κατ' ίσα μέρη χρήματα, που προέρχονταν από τα ατομικά κέρδη καθενός από τη συμμετοχή του στις ομόρρυθμες εταιρίες και επομένως δικαιούται το 1/3 αυτών. Με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του εναγομένου, κατά τη δέουσα εκτίμησή τους, ο τελευταίος επικαλούμενος την ύπαρξη διαφορετικής σε σχέση με το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 493 ΑΚ συμφωνίας, από την εσωτερική σχέση των άνω συνδικαιούχων τόσο του λογαριασμού όσο και των ομολόγων, προβάλλει έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από μέρους του ενάγοντος συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ένσταση δηλαδή εξαίρεσης από το δικαίωμα του ενάγοντος - μη αναλαβόντος συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού και των ομολόγων, να αξιώσει ποσό ανάλογο της μερίδας του, που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας και το βάρος απόδειξης αυτής φέρει ο εναγόμενος, απορριπτομένων των ισχυρισμών του ενάγοντος, που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της έφεσής του, περί αοριστίας των ισχυρισμών αυτών και απαράδεκτης προβολής τους, ως ένσταση από δικαίωμα τρίτου, ήτοι της ... ΑΕ.... Περαιτέρω, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προαναφέρθηκαν,... αποδείχθηκαν, σχετικά με το άνοιγμα και την εν γένει λειτουργία του επίδικου κοινού λογαριασμού και των ομολόγων, τα ακόλουθα: Για το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού στη Γενική Τράπεζα, με αριθμό ..., χρησιμοποιηθηκε το ποσό των 95.760.115 δραχμών, το οποίο αναλήφθηκε από τον εναγόμενο, Π. Κ., στις 23-121999, από το με αριθμό ... κοινό λογαριασμό στην ίδια τράπεζα, με συνδικαιούχους τον τελευταίο και το Δ. Π. και κατατέθηκε την ίδια ημέρα. με μεταφορά, στον επίδικο κοινό λογαριασμό, με συνδικαιούχους τον εναγόμενο, τον ενάγοντα και το Δ. Π.. Το αίτημα για το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού στη Γενική Τράπεζα υποβλήθηκε στις 23-12-1999, από μόνο τον εναγόμενο, ο οποίος και έδωσε δείγμα υπογραφής στην Τράπεζα, ενώ οι υπόλοιποι συνδικαιούχοι (ενάγων και Δ. Π.), ουδέποτε έδωσαν δείγμα υπογραφής. Ο κοινός λογαριασμός λειτούργησε κατά το χρονικό διάστημα, από 23-12-1999 μέχρι 17-3-2003, και διακινήθηκαν από αυτόν χρηματικά ποσά, ύψους 2.180.207,50 ευρώ, τα οποία αναλήφθηκαν από το λογαριασμό, με 35 αναλήψεις, που έγιναν με εξουσιοδοτήσεις, συμψηφιστικά, με μετρητά και απευθείας από την τράπεζα με πάγια εντολή για πληρωμή τραπεζικών εξόδων ή φόρων επί των τόκων, με τα αναφερόμενα στην πραγματογνωμοσύνη παραστατικά. Το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, μετά από αναλήψεις, κινήθηκε κάτω από το επίπεδο των 3.000 ευρώ, κατά το έτος 2000 δύο φορές, στις 25-5-2000 με υπόλοιπο 66,04 ευρώ και στις 15-52000 με υπόλοιπο 2.421,91 ευρώ και κατά το έτος 2001 στις 10-4-2001, με υπόλοιπο 170,87 ευρώ, στις 2-8-2001 με υπόλοιπο 437,66 ευρώ και στις 17-10-2001 με υπόλοιπο 187,10 ευρώ, ενώ κατά το κλείσιμό του, στις 17-3-2003 εμφάνιζε υπόλοιπο, ποσού 42.697,79 ευρώ. Από το πιο πάνω συνολικά αναληφθέν ποσό, ύψους 2.180.207,50 ευρώ, το ποσό των 1.740.919,16 ευρώ κατέληξε στην ανώνυμη εταιρία ... ΑΕ, ποσό I . 587,39 ευρώ, αφορούσε τόκους και έξοδα θυρίδας, για ποσό 26.412,33 ευρώ έγινε αντιλογισμός, ποσό 145.129,29 ευρώ κατέληξε σε αποδ...ς, για τους οποίους δεν έχουν προσκομιστεί παραστατικά, ενώ χρήματα από το λογαριασμό χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά του πρώτου ομολόγου. Ειδικότερα, στις 10-4-2001, αναλήφθηκε από τον κοινό λογαριασμό, το ποσό των 22.713.230 δραχμών, το οποίο επενδύθηκε από τη Γενική Τράπεζα σε ομόλογο του Ελληνικού Δημοσίου (repos), με συνδικαιούχους τους άνω τρεις συνεταίρους. Το ομόλογο αυτό, μετά από ανανέωση στις 14-6-2001, έληξε στις 16-7-2001, με προϊόν ρευστοποίησης (κεφάλαιο και τόκους), ποσού 22.943.025 δραχμών, που κατατέθηκε στον επίδικο κοινό λογαριασμό, στις 16-7-2001. Ακολούθως στις 17-7-2001, έγινε ανάληψη από τον κοινό λογαριασμό του πιο πάνω ποσού και αυτό πλέον ποσού 14.199 δραχμών επανεπενδύθηκε, σε ομόλογο από την ίδια Τράπεζα, ενώ στις 17-10-2001, έγινε ανάληψη από τον κοινό λογαριασμό, ποσού 45.001.572 δραχμών ή 132.066,24 ευρώ. Το τελευταίο ποσό, αφού προστέθηκαν σ' αυτό, το προϊόν της ρευστοποίησης του άνω ομολόγου και οι τόκοι και ανήλθε στο συνολικό ποσό των 68.155.691 δραχμών ή 200.016,70 ευρώ, επανεπενδύθηκε σε ομόλογο από τη Γενική Τράπεζα, αντίστοιχου ποσού, το οποίο μετά από μηνιαίες ανανεώσεις, ανήλθε στη λήξη του στις 23-5-2002, στο ποσό των 203.756,74 ευρώ. Το ποσό δε αυτό στη λήξη του ομολόγου, κατατέθηκε στο λογαριασμό όψεως, με αριθμό ..., που τηρούσε η ... ΑΕ στην ίδια Τράπεζα, κατάθεση η οποία έχει καταχωρηθεί με αριθμό εγγραφής ... στο γενικό ημερολόγιο της ... ΑΕ, στις 23-5-2002. Για την παρακολούθηση δε του παραπάνω ομολόγου, ανοίχθηκε στη Γενική Τράπεζα ο με αριθμό ... λογαριασμός, στο όνομα των διαδίκων και του Δ. Π., ο οποίος λειτούργησε κατά το διάστημα, από 10-4-2001 μέχρι 23-5-2002, ήτοι από τον αρχικό χρόνο αγοράς, μέχρι το χρόνο της τελικής ρευστοποίησης του ομολόγου. Περαιτέρω, για την αγορά του δεύτερου ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου (repos) από την Τράπεζα Αττικής, ποσού 782.936,13 ευρώ, στις 28-2-2002, η εταιρία ... ΑΕ εξέδωσε τρεις επιταγές της Τράπεζας Αττικής, συνολικού ποσού 782.936,13 ευρώ, ήτοι τη με αριθμό ... επιταγή, ποσού 300.792,37 ευρώ, τη με αριθμό ... επιταγή, ποσού 102.143,76 ευρώ και τη με αριθμό ... επιταγή, ποσού 380.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 28-2-2002, σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία, "... - ... ΟΕ>), πληρωτέες από το λογαριασμό της στην ίδια Τράπεζα, με αριθμό .... Σύμφωνα με τις σελίδες I και 2 του γενικού ημερολογίου της ... ΑΕ (εγγραφές ... της 28-2-2002), με το παραπάνω ποσό πιστώθηκε ο λογαριασμός όψεως της ... ΑΕ, με αριθμό ... στην Τράπεζα Αττικής. Με το ποσό αυτό, που αναλήφθηκε από τον άνω λογαριασμό όψεως της ... ΑΕ, αγοράστηκε από την Τράπεζα Αττικής το με αριθμό ... ομόλογο (repos), αντίστοιχου ποσού στο όνομα των άνω τριών συνεταίρων. Το τελευταίο ομόλογο είχε ημερομηνία έναρξης 28-2-2002 και λήξης 3-4-2002 και επιτόκιο, 3,32%. Στις 3-4-2002 το παραπάνω repos ανανεώθηκε, με την αγορά του με αριθμό ... repos, ποσού 785.219,22 ευρώ (κεφάλαιο και τόκοι του προηγούμενου), με ημερομηνία έναρξης 3-4-2002 και λήξης 9-5-2002 και επιτόκιο, 3,32%. Το τελικό δε προϊόν του τελευταίου repos, ποσού 787.711,01 ευρώ (κεφάλαιο και τόκοι) κατατέθηκε στις ... στο με αριθμό ..., που τηρούσε η ... ΑΕ στην Τράπεζα Αττικής, κατάθεση η οποία έχει καταχωρηθεί στο γενικό ημερολόγιο της ... ΑΕ, στις 10-5-2002. Περαιτέρω, ο άνω κοινός λογαριασμός είχε ενταχθεί στο σύστημα παρακολούθησης των ταμειακών διαθεσίμων της εταιρίας ... ΑΕ, που εφάρμοζε το λογιστήριό της, στο οποίο είχαν πρόσβαση και οι τρεις συνδικαιούχοι, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, ο οποίος κατά το διάστημα λειτουργίας του λογαριασμού, είχε την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της ... ΑΕ. Και ναι μεν ο τελευταίος ασχολούνταν κυρίως με την επίβλεψη των έργων, πλην, όμως, αυτός, ως Διευθύνων Σύμβουλος και μέτοχος της εταιρίας, κατά το 1/3, είχε πληροφόρηση για την οικονομική κατάσταση των εταιριών και της ... ΑΕ, η οποία πρέπει να σημειωθεί ότι ελεγχόταν από ορκωτό λογιστή. Με βάση όσα έχουν ...θεί, το Δικαστήριο κρίνει ότι πράγματι o επίδικος κοινός λογαριασμός με συνδικαιούχους τους συνεταίρους, Π. Β. (ενάγοντα), Π. Κ. (εναγόμενο) και Δ. Π., ανοίχθηκε κατόπιν συμφωνίας των τελευταίων, για την κατάθεση σ' αυτόν χρηματικών ποσών, που ανήκαν στην εταιρία ... ΑΕ, για την εξυπηρέτηση επιχειρηματικών επιλογών και εταιρικών συμφερόντων και χρησιμοποιείτο πράγματι για την εξυπηρέτηση αυτή, αιτία για την οποία ήταν ενταγμένος στο σύστημα παρακολούθησης των ταμειακών διαθεσίμων της ... ΑΕ. Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός, ότι το σύνολο σχεδόν των καταθέσεων του λογαριασμού κατέληξε ταμείο της εταιρίας ... ΑΕ, στην οποία μέτοχος είναι και ο ενάγων με ποσοστό συμμετοχής 1/3, στην ίδια δε κατέληξε και το προϊόν ρευστοποίησης των ομολόγων, όπως αναφέρει ο πραγματογνώμονας στην έκθεσή του, όπου παραθέτει το σύνολο της κίνησης του λογαριασμού και τις χρηματοροές προς την ... ΑΕ και αποδεικνύεται από τα έγγραφα. Τα χρήματα δε αυτά της εταιρίας οι άνω συνεταίροι, μέτοχοι της ΑΕ, κατά το 1/3 καθένας, κατόπιν δικής του επιλογής, για λόγους που αφορούσαν τους ίδιους, αποφάσισαν, ανεξάρτητα από το αν η απόφασή τους αυτή ήταν λογιστικά ή και φορολογικά ορθή, να καταθέτουν όχι στους Λογαριασμούς που διατηρούσε η ... ΑΕ, αλλά σε κοινό λογαριασμό, με συνδικαιούχους τους ίδιους, όπου διατηρούσαν αυτά κατατεθειμένα για μικρό χρονικό διάστημα, για την απόληψη τόκων και ακολούθως αναλάμβαναν αυτά και τα εισήγαγαν στο ταμείο της εταιρίας για την εξυπηρέτηση των αναγκών της. Στην επιλογή δε αυτή αναφέρθηκε ο εναγόμενος εξεταζόμενος χωρίς όρκο στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, καταθέτοντας ότι υπήρξε συμφωνία των συνδικαιούχων ότι ο λογαριασμός θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Ομίλου (... ΑΕ), ότι ο ίδιος εξουσιοδοτούσε υπάλληλο να παίρνει τα χρήματα, τα οποία εισήλθαν στην ανώνυμη εταιρία (... ΑΕ), ότι το είδος του λογαριασμού παρείχε νομική ευελιξία, ότι ο λογαριασμός όψεως (δεν επιλέχθηκε γιατί) είχε μικρό επιτόκιο και ότι το λογιστήριο (της ΑΕ) έλεγχε τον κοινό λογαριασμό και τους ενημέρωνε εγγράφως, ενώ ο ενάγων κατά την εξέτασή του στο ίδιο ακροατήριο ενέμεινε στην άποψη ότι τα χρήματα του κοινού λογαριασμού ανήκαν στους τρεις συνδικαιούχους, κατ' ίσα μέρη, ότι αυτά δεν ανήκαν στην άνω ανώνυμη εταιρία και ότι ο εναγόμενος όταν εισέπραξε τα χρήματα δεν τα επένδυσε, ούτε τα εισέπραξε για την ΑΕ. Ο ενάγων βεβαίως, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε, αρνείται την παραπάνω συμφωνία, επικαλούμενος ότι τα πιο πάνω ποσά ανήκουν σ' αυτόν, κατά το 1/3, ως συνδικαιούχο του λογαριασμού και των ομολόγων και ότι το ποσό που αντιστοιχεί στη μερίδα του προήλθε από τα κέρδη των εταιριών, ουδέν αποδεικτικό στοιχείο εισφέρει για τη στήριξη του ισχυρισμού του αυτού, πέραν της αόριστης κατάθεσης των άνω μαρτύρων του, από τους οποίους ο μάρτυρας του στο ακροατήριο, Π. Τ., κατέθεσε ότι τα χρήματα του κοινού λογαριασμού ήταν προσωπικές αποταμιεύσεις των άνω συνεταίρων από την επαγγελματική τους δραστηριότητα και συγκεκριμένα τη συμμετοχή τους σε εταιρίες κατασκευής τεχνικών έργων, ότι δεν γνωρίζει από ποια αιτία και για ποιο λόγο ανοίχτηκε ο κοινός λογαριασμός και ότι αυτά δεν μπορεί να είναι χρήματα της ανώνυμης εταιρίας, καθώς δεν υπάρχουν παραστατικά και η μάρτυρας του, Σ. Κ., στην άνω ένορκη βεβαίωση, ότι τα χρηματικά ποσά που είχαν κατατεθεί στον κοινό λογαριασμό των τριών συνεταίρων ανήκαν σ' αυτούς κατ' ίσα μέρη. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι από τις φορολογικές δηλώσεις του ενάγοντος, των ετών 2000-2002, τις οποίες o ίδιος προσκόμισε στον πραγματογνώμονα, προκύπτει ότι τα συνολικά δηλωθέντα εισοδήματά του από εμφανείς πηγές, μεταξύ των οποίων και τα κέρδη από εταιρίες, κατά τα πιο πάνω έτη ανήλθαν στο ποσό των 259.437,29 ευρώ, ενώ τα ποσά που διακινήθηκαν από τον κοινό λογαριασμό και επενδύθηκαν σε ομόλογα, κατά τον ίδιο χρόνο, ανήλθαν στο ποσό των τριών και πλέον εκατομμυρίων ευρώ, καθώς και ότι ο ενάγων εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας, στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 13-1-2010, σε δίκη μεταξύ των εναγομένου και Δ. Π. και των προσωπικών εταιριών, για την οποία τηρήθηκαν τα με αριθμό 223/2010 πρακτικά, επιβεβαίωσε την τήρηση κοινού λογαριασμού από τους συνεταίρους με χρήματα της ... ΑΕ, καταθέτοντας συγκεκριμένα ότι, "τα χρήματα ατομικά της ..., τα κρατούσαμε σε κοινό λογαριασμό (των συνεταίρων)" . Αντίθετη κρίση, όσον αφορά την παραπάνω συμφωνία, δεν προκύπτει από το γεγονός ότι τα χρήματα με τα οποία ανοίχθηκε ο κοινός λογαριασμός και αυτά τα οποία αναλήφθηκαν κατά το κλείσιμο του, δεν προέκυψαν ως εκροή και εισροή αντίστοιχα στην ... ΑΕ, ενόψει και των όσων ήδη έχουν ...θεί, αναφορικά με το άνοιγμα του λογαριασμού, την κίνησή του. Επίσης, αντίθετη κρίση, δεν προκύπτει από την προσκομιζόμενη τον εναγόμενο, από 20-2-2009 τεχνική έκθεση του Χ. Κ., ο οποίος υποστηρίζει στην έκθεση αυτή, ότι όλες οι αναλήψεις του κοινού λογαριασμού δεν απεικονίζονται ως εισροές στα βιβλία της εταιρίας ... ΑΕ και το ταμείο της, αναφερόμενος σε μεμονωμένες αναλήψεις, ενώ όσον αφορά τα ομόλογα υποστηρίζει ότι δεν αγοράστηκαν και τα δύο με χρήματα της ... ΑΕ, αλλά το πρώτο αγοράστηκε με χρήματα του κοινού λογαριασμού, ενώ το δεύτερο με χρήματα της ομόρρυθμης εταιρίας "... - ... και ότι ναι μεν το προϊόν της ρευστοποίησης των ομολόγων κατέληξε στα ταμεία της ... ΑΕ, πλην, όμως, χωρίς έγκριση του ενάγοντος. Περαιτέρω, παρά το γεγονός ότι, μέσω του πιο πάνω κοινού λογαριασμού διακινήθηκαν σημαντικά ποσά της τάξης των δύο και πλέον εκατομμυρίων ευρώ και ο λογαριασμός αυτός αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, σχεδόν μηδενίστηκε, όπως προαναφέρθηκε, και επιπλέον στα ομόλογα επενδύθηκε ποσό της τάξης του ενός περίπου εκατομμυρίου ευρώ, ο ενάγων ουδεμία αξίωση πρόβαλε από το προϊόν ρευστοποίησης των ομολόγων ή τον κοινό λογαριασμό, ως συνδικαιούχος, κατά το χρονικό διάστημα λειτουργίας του λογαριασμού, αλλά ούτε και μετά το κλείσιμό του, μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2005 που άσκησε την προηγούμενη, από 18-11-2005 (αριθμ. καταθ. 2523/2005) αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του εναγομένου, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει, για αξιώσεις του από τον κοινό λογαριασμό και τα άνω ομόλογα, το ποσό των 712.842,60 ευρώ, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε. Με την αγωγή δε αυτή, αναφερόμενος στον επίδικο κοινό λογαριασμό, με συνδικαιούχους τον ίδιο, τον εναγόμενο και το Δ. Π., ισχυρίστηκε ότι αυτός ήταν διαφορετικός από τους εταιρικούς λογαριασμούς, τους οποίους διατηρούσαν οι ίδιοι (συνεταίροι) και οι οποίοι προορίζονταν για την κάλυψη των εξόδων των εταιριών τους (επιβεβαιώνοντας έτσι, εμμέσως πλην σαφώς, την τήρηση κοινών λογαριασμών με συνδικαιούχους τους τρεις συνεταίρους, για την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών συμφερόντων των εταιριών) και χρησιμοποιήθηκε για την κατάθεση των κερδών, που αποκόμιζαν από τις επιχειρήσεις τους και τις λοιπές επαγγελματικές τους δραστηριότητες και ότι από αυτόν ο εναγόμενος ανέλαβε το συνολικό ποσό των 1. 147.127,42 ευρώ, ενώ όσον αφορά τα ομόλογα ισχυρίστηκε, ότι ο ίδιος και οι συνεταίροι του επένδυσαν σ' αυτά τις καταθέσεις τους, που αποτελούσαν καρπούς της επαγγελματικής τους δραστηριότητας...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αντικαθιστώντας τις εσφαλμένες αιτιολογίες της εκκαλουμένης, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο ( ΑΠ55/2022, ΑΠ122/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 14 πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο με το να δεχθεί τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου ότι τα χρήματα στους επίμαχους κοινούς λογαριασμούς ανήκαν στην εταιρεία ... ΑΕ, τον οποίον δεν νομιμοποιείται αυτός να προβάλει, καθόσον πρόκειται για δικαίωμα τρίτου (της ως άνω εταιρείας). Ωστόσο, ο προβληθείς από τον αναιρεσίβλητο ως άνω ισχυρισμός στηρίζεται στην εσωτερική σχέση μεταξύ των διαδίκων ως συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού (και των ομολόγων) αναφορικά με την έλλειψη του (αγωγικού) δικαιώματος αναγωγής του αναιρεσείοντος. Προέβαλε, δηλαδή, ο αναιρεσίβλητος ένσταση εξαίρεσης του τελευταίου από το δικαίωμα να αξιώσει ποσό ανάλογο της μερίδας του (ΑΠ 671/2022), το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της οποίας έφερε ο ίδιος, ο οποίος προέβαλε τα περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 671/2022). Επομένως, παραδεκτά προβλήθηκε η εν λόγω ένσταση που προσήκει στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την παραπάνω ένσταση, ως μη περιέχουσα τα υπό του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, και ως προβαλλόμενη εκ δικαιώματος τρίτου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.16 περ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ύστερα από αυτεπάγγελτη ή κατά πρόταση διαδίκου έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων αυτού. Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 591/2017, ΑΠ 542/2017). Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., τότε μόνον, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτή προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη, επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1089/2017, ΑΠ 1345/2011, Α.Π. 1442/2009). Το δεδικασμένο, αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο η ύπαρξη δεδικασμένου, για να θεμελιώσει τον από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να έχει προβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και όχι, απλώς, να έγινε επίκληση κάποιας τελεσίδικης απόφασης, να αναφέρεται δε ρητώς στο αναιρετήριο ότι έγινε τέτοια προβολή (ΑΠ 1131/2015, ΑΠ 541/2014, 294/2014). Από τις διατάξεις δε των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει επίσης ότι το δεδικασμένο καλύπτει και την ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσης που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, εφόσον η έρευνα αυτού ήταν νομικώς αναγκαία γιατί αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος και έπρεπε να προηγηθεί της ορισμένης κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς και αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα (ΑΠ 135/2016, ΑΠ 644/2015). Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, δεδομένου ότι η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει μόνο από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι της αγωγής (ΑΠ 156/2013, ΑΠ 1135/2012), όσο και η κρίση της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, μεταξύ των οποίων και εκείνη της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής αιτίας, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 257/2016, ΑΠ 449/2015). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα ανελέγκτως γίνονται δεκτά, αν επομένως αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ55/2022, ΑΠ 877/2018, ΑΠ 713/2011, ΑΠ 1164/2010). Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι " εξετάζοντας εκ νέου τον επίμαχο ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου και τη διατύπωση αντίθετου αποδεικτικού πορίσματος, παραβίασε το δεδικασμένο που παρήχθη από την κύρια αιτιολογία της 2418/2010 αποφάσεως του Εφετείου, η οποία δεν αναιρέθηκε με την 478/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, για την περίπτωση δε που ήθελε κριθεί ότι η άνω απόφαση αναιρέθηκε και κατά την κύρια αιτιολογία της, η κρίση της 478/2013 αποφάσεως του Αρείου Πάγου περί του αναιρετικά ανελέγκτου των παραδοχών της ως άνω αναιρεθείσας αποφάσεως παράγει δεδικασμένο που εμποδίζει το δικαστήριο της παραπομπής να το ανατρέψει". Ο λόγος αυτός προεχόντως δεν θεμελιώνει πλημμέλεια εκ του αρθ. 559 ΚΠολΔ αρ.16, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει κρίση περί υπάρξεως ή μη δεδικασμένου (ΑΠ 55/2022). Εξάλλου, ο αυτός λόγος αναιρέσεως, αν ήθελε θεωρηθεί, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ότι ενέχει αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ,, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς το άνω ζήτημα, τυγχάνει, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το εν λόγω ζήτημα. . Σε κάθε περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δεν παρέλειψε παρά το νόμο να δεχθεί δεδικασμένο από την 2418/2010 απόφασή του, αφού αυτή, όπως προκύπτει από την 478/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναιρέθηκε στο σύνολό της (δηλαδή ουδέν κεφάλαιο παρέμεινε αλώβητο), κατά παραδοχή αναιρετικού λόγου από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω αντιφατικής και ανεπαρκούς αιτιολογίας, και ως εκ τούτου απέβαλε την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή. Συνεπώς ο λόγος αυτός τυγχάνει και αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Κατά δε το άρθρο 579 § 1 εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 580 § 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 581 § 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό. Αντιθέτως, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1465/2017). Επομένως, αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.), και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, δεν καθιστούν δυνατή την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, δεν επιλύεται νομικό ζήτημα προς το οποίο θα υποχρεούτο να συμμορφωθεί το δικαστήριο της παραπομπής ιδρυομένου άλλως του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 10922015, Α.Π. 422/2014). Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο αναιρετικό λόγο κατά το δεύτερο μέρος του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την 4645/2014 μη οριστική και την 5434/2019 οριστική του απόφαση δεν συμμορφώθηκε ως δικαστήριο της παραπομπής προς την 478/2013 αναιρετική απόφαση, καθόσον έπρεπε να περιοριστεί στην άρση της αντίφασης μεταξύ των αιτιολογιών που διέγνωσε ο Άρειος Πάγος και όχι να εξετάσει εξ υπαρχής την υπόθεση. Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού προϋπόθεση ίδρυσης της άνω πλημμέλειας είναι η παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, περίπτωση που δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, η 2418/2010 απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της για έλλειψη νόμιμης βάσης, δεν αποτελεί δε νομικό ζήτημα η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών της αναιρεθείσας απόφασης και η αναίρεσή της κατά παραδοχή του εκ του αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, και, συνεπώς, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμευόταν από τις διαπιστώσεις της αναιρεθείσας απόφασης ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. (ΑΠ 1389/2021). Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008). Τέτοια περίπτωση προβλέπεται από το άρθρο 393 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, (ενόψει του κρίσιμου χρόνου εκδικάσεως της διαφοράς την 23-5-2007 στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οπότε έλαβε χώρα η εξέταση των μαρτύρων) κατά το οποίο δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες εννιακόσια (5.900) ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου. Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 218/2020, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 315/2008, ΑΠ 1510/2011, ΑΠ 263/1989). Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ολΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α του ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα ότι, "ενώ από τις συμβάσεις ανοίγματος των επίμαχων κοινών λογαριασμών και τα λοιπά έγγραφα που παραθέτει στην αίτησή του αποδεικνύεται ότι τα χρήματα δεν ανήκαν στην εταιρεία ... ΑΕ, το Εφετείο κατέληξε στο αντίθετο συμπέρασμα, λαμβάνοντας υπόψη τις καταθέσεις των αναφερόμενων μαρτύρων, τους οποίους η 2418/2010 απόφαση χαρακτήρισε αναξιόπιστους, για να ανταποδείξει το περιεχόμενο των άνω εγγράφων συμβάσεων, παρότι αυτές υπερβαίνουν τις 30.000 ευρώ και τον αληθή συμβαλλόμενο και δικαιούχο αυτών, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 393 παρ. 1,2 και 394 ΚΠολΔ". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε νόμιμα τον ανωτέρω ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, σε κάθε δε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων , δηλαδή των εγγράφων προτάσεων που υπέβαλε αυτός στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είχαν εξεταστεί οι μάρτυρες αμφοτέρων των διαδίκων, της έφεσής του και των εγγράφων προτάσεων που υπέβαλε στο εφετείο, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, τέτοιο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά αντίθετα εξέτασε στο ακροατήριο (και ανταποδεικτικά) τον μάρτυρά του Π. Τ., επικαλέσθηκε δε και προσκόμισε την .../27-4-2007 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρά του Σ. Κ., (όπως άλλωστε διαλαμβάνεται και στις προ...θείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως), ούτε και προέβαλε τον ανωτέρω ισχυρισμό του με λόγο έφεσης (ΑΠ 219/2007), ενώ δεν συντρέχει περίπτωση από το άρθρο 562 παράγραφος 2 ΚΠολΔ που να δικαιολογεί το παραδεκτό της προβολής του λόγου αυτού αναιρέσεως, έστω και αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, περίπτωση που δεν επικαλείται, άλλωστε ούτε και ο αναιρεσείων (ΑΠ 686/2021). Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις όχι προς απόδειξη των έγγραφων συμβάσεων ανοίγματος των επίμαχων κοινών λογαριασμών ούτε προς απόδειξη κατά του περιεχομένου τους, αλλά προς απόδειξη της ξεχωριστής, σε σχέση με τις πιο πάνω συμβάσεις, συμφωνίας των συνδικαιούχων από την υπάρχουσα μεταξύ τους εσωτερική σχέση, περί εξαίρεσης του αναιρεσείοντος από το δικαίωμα να αξιώσει από τους επίμαχους κοινούς λογαριασμούς ποσό ανάλογο της μερίδας του. Τέλος, οι λοιπές διάσπαρτες στο δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αιτιάσεις (μέχρι και τη σελίδα 52 αυτής) , που δεν κατηγοριοποιούνται σε λόγους αναίρεσης, είναι απαράδ...ς, ενόψει του ότι ουδένα λόγο αναίρεσης θεμελιώνουν, αλλά απλώς διατυπώνουν παράπονα του αναιρεσείοντος που ανάγονται στην ουσία της υπόθεσης, σε σχέση με την ορθότητα ή μη κατά την κρίση του των θεμάτων επί της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης που διέταξε το Εφετείο με την 4645/2014 μη οριστική του απόφαση καθώς και σε σχέση με την εκτίμηση του περιεχομένου αυτής (πραγματογνωμοσύνης), την οποία συγκρίνοντας με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία (παρατιθέμενα έγγραφα) αμφισβητεί, όπως επίσης αμφισβητεί και τα μνημονευόμενα ως προσαχθέντα από τον αντίδικό του αποδεικτικά μέσα, επιδιώκοντας να πλήξει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ.495 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε (άρθ. 183, 191 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-7-2020 αίτηση του Π. Β. για αναίρεση της 5434/2019 οριστικής και 4645/2014 μη οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ