Αριθμός 716/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ανδρικογιαννόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. του Δ., κατοίκ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πολίτη και κατέθεσε προτάσεις. Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", με διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ανδρικογιαννόπουλο. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω προσθέτως παρεμβαίνουσας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 1/6/2021 αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης υπέρ της ως άνω αναιρεσείουσας για την αναίρεση της 121/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/5/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/12/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη, από 3-12-2019, αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Έκθ. Κατάθ. 34/2019, Αριθ. Δικ. 266/2020) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 121/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, επί της από 27-6-2016 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 220/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία έγινε δεκτή η από 17-5-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου και ακυρώθηκε ως προς αυτόν η με αριθμό 38/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρµόζονται, σύµφωνα µε το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή µερική από το δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης, που έχει ασκηθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, µπορεί να γίνει ή µε προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή µε δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχοµένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (Ολ ΑΠ 20/1999). Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο), κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω η παραίτηση από την πρόσθετη παρέμβαση µπορεί να γίνει και µε εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 4/2012, ΑΠ 580/2019). Στην προκείµενη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ", επικαλούμενη έννομο συμφέρον, άσκησε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, την από 1-6-2021 (Αριθ. ΠΠ17/2-7-2021), εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης τράπεζας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας, Αναστάσιος Ανδρικογιαννόπουλος, νομίμως διορισθείς δυνάμει του .../2021 πληρεξούσιου του συμβολαιογράφου Πειραιά Στέφανου Βασιλάκη, ο οποίος με προφορική δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδρίασης, παραιτήθηκε νομότυπα από το δικόγραφο της κρινόμενης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, πριν από τη συζήτηση αυτής. Η ως άνω παραίτηση είναι νόμιμη και, συνακόλουθα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδαφ. 1 ΚΠολΔ, η εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και πρέπει ως προς αυτή η δίκη να κηρυχθεί καταργηµένη, να μην επιδικασθούν, όμως, δικαστικά έξοδα σε βάρος της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας κατ' άρθρο 180 παρ. 2 ΚΠολΔ, ελλείψει σχετικού αιτήματος του καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση. Kατά τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, με τη σύμβαση εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Στη σύμβαση αυτή εφαρμόζονται οι κοινές για τη σύμβαση διατάξεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν τα ελαττώματα της δηλώσεως βουλήσεως. Μεταξύ των τελευταίων είναι και η διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ενώ με τη διάταξη του επομένου άρθρου 141 ΑΚ διευκρινίζεται ότι η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Επομένως, πλάνη είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βούλησης του δηλούντος πραγματικής κατάστασης, προς την πλάνη δε με την παραπάνω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσης (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος. Η πλάνη κατά τη δήλωση της βούλησης, δηλαδή η διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως, συνεπεία εσφαλμένης γνώσης από τον δηλούντα της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης πραγματικής κατάστασης, παρέχει στον πλανηθέντα το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν είναι ουσιώδης. Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης (ΑΠ 335/2012, ΑΠ 1211/2008, ΑΠ 463/2008, ΑΠ 301/2007, ΑΠ 80/2007, ΑΠ 1096/2006). Στην περίπτωση δε που λόγος ανακοπής εναντίον διαταγής πληρωμής που επιδίκασε χρηματικό ποσό, το οποίο φέρεται στη διαταγή αυτή ως οφειλόμενο από δικαιοπραξία (π.χ. εγγύηση), πλήττει τη δικαιοπραξία αυτή ως προϊόν πλάνης εις βάρος του ανακόπτοντος, το αίτημα της ανακοπής για ακύρωση της διαταγής πληρωμής ενέχει και αίτημα ένστασης περί ακυρώσεως της δικαιοπραξίας ως προϊόντος πλάνης, σύμφωνα με το λόγο (της ανακοπής), που αποτελεί τη βάση της ένστασης, αφού, σε τέτοια περίπτωση, ζητείται πραγματικά και η ακύρωση της δικαιοπραξίας με την έννοια των άρθρων 140, 141 και 154 εδ. β' ΑΚ (ΑΠ 406/2019, ΑΠ 1431/2019, ΑΠ 1/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 157 του ΑΚ, όταν περάσουν δύο χρόνια από τη δικαιοπραξία επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Αν η πλάνη εξακολούθησε και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που πέρασε η κατάσταση αυτή. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται ακύρωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από τη δικαιοπραξία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μετά την πάροδο διετίας και σε κάθε περίπτωση εικοσαετίας από τη δικαιοπραξία, αποκλείεται η ακύρωση αυτής λόγω πλάνης, τόσο με αγωγή όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία αυτή του άρθρου 157 ΑΚ είναι αποσβεστική, με αποτέλεσμα να επέρχεται απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1283/2018, ΑΠ 1447/2010). Κατά δε το άρθρο 280 ΑΚ, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος. Έτσι, το δικαστήριο, εφόσον από το αποδεικτικό υλικό προκύπτει η πάροδος της τασσομένης από το νόμο προθεσμίας, χωρίς αίτηση ή ένσταση του εναγομένου απορρίπτει την αγωγή ή ένσταση που στηρίζεται στο δικαίωμα που έχει αποσβεστεί (ΑΠ 745/2017). Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 10/2011). Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 192/2019, 727/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. .../26-4-2004 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των πρόσθετων αυτής πράξεων, που καταρτίστηκαν και υπογράφηκαν νομότυπα, στην Ηγουμενίτσα, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της καθ' ης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ως πιστώτριας και του Λ. Π. του Δ., ως πιστούχων, η καθ' ης του χορήγησε πίστωση, μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ, το οποίο αυξήθηκε σε 500.000 ευρώ με τις πρόσθετες πράξεις τροποποίησης της αρχικής σύμβασης πίστωσης. Επιπλέον, με την υπ' αριθ. .../Α1-10.3.2010 πρόσθετη πράξη χορήγησης χρεωλυτικού δανείου, η καθ' ης χορήγησε στον Λ. Π., ποσό 328.000 ευρώ, εξοφλητέο σε 48 δόσεις, στην οποία προβλέφθηκε ότι σε περίπτωση καταγγελίας του, το οφειλόμενο ποσό τον χρόνο αυτό, θα μεταφερθεί στον λογαριασμό που τηρείται στα πλαίσια της ως άνω αρχικής σύμβασης, με αριθμό .../26-4-2004 και θα καταχωρηθεί σ' αυτόν, ως χρεωστικό κονδύλιό του. Ο ως άνω πιστούχος έκανε χρήση των ανωτέρω πιστώσεων, προς εξυπηρέτηση των οποίων η καθ' ης τηρούσε τον αντίστοιχο λογαριασμό. Ο λογαριασμός αυτός τηρήθηκε κανονικά, με τις αντίστοιχες χρεωπιστώσεις, μέχρι την καταγγελία του, οπότε επιδόθηκε στον καθ' ου η από 27-7-2012 γνωστοποίηση της καταγγελίας για την ως άνω σύμβαση και κλήθηκε αυτός να καταβάλει το χρεωστικό υπόλοιπο, ανερχόμενο στο ποσό των 308.441,80 ευρώ. Στη συνέχεια, η καθ' ης, κατέθεσε την από 28-3-2013 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με αριθμό 38/2013, δυνάμει της οποίας υποχρεώνεται ο ανακόπτων, ως εγγυητής και με βάση την πιο πάνω σύμβαση εγγυήσεως, στην οποία στηρίχθηκε η διαταγή πληρωμής, να καταβάλει, μαζί με τους υπόλοιπους συνοφειλέτες - πιστούχους και άλλους εγγυητές - το ποσό των 308.441,80 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων, ο οποίος είναι πεθερός του προαναφερόμενου πιστούχου, Λ. Π., πατέρας, δηλαδή, της συζύγου του τελευταίου, Α. Α., με την υπ' αριθ. 168/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, παραχώρησε το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου του και δη επί ενός ισογείου καταστήματος, εμβαδού 130 τ.μ., στην Ηγουμενίτσα, ενώ, με την υπ' αριθ. 227/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, συνήνεσε στην εγγραφή προσημείωσης, για ποσό 150.000 ευρώ, επί του δικαιώματος επικαρπίας του, σε δύο (2) ακίνητα και συγκεκριμένα: α) Σε ένα αυτοτελές και διαιρεμένο τμήμα οικοπέδου, με διακριτικό αριθμό (1), έκτασης 500,10 τ.μ., που βρίσκεται εντός του οριοθετημένου οικισμού τέως Κοινότητας ... και, ήδη, Τ.Κ. ..., Δήμου Ηγουμενίτσας και στη θέση με την ονομασία "...", άρτιο και οικοδομήσιμο και β) σε ένα αυτοτελές και διαιρεμένο τμήμα οικοπέδου, με διακριτικό αριθμό (2), έκτασης 501,35 τ.μ., που βρίσκεται εντός του οριοθετημένου οικισμού τέως Κοινότητας ... και, ήδη, Τ.Κ. ..., Δήμου Ηγουμενίτσας και στη θέση με την ονομασία "...", άρτιο και οικοδομήσιμο. Κατά παράκληση του γαμπρού του Λ. Π., υπέγραψε ως εγγυητής, την υπ' αριθ. .../Α1/10-3-2010 πρόσθετη πράξη χορήγησης του άνω τοκοχρεωλυτικού δανείου στον εν λόγω γαμπρό του, ως και την υπ' αριθ. .../2/10-3-2010 πρόσθετη πράξη τροποποίησης - αύξησης του ορίου της αρχικής σύμβασης πίστωσης προς τον γαμπρό του και πάλι από το ποσό των 200.000 ευρώ, κατά το ποσό των 128.000 ευρώ. Κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής, ο ανακόπτων - εγγυητής, άσκησε την ένδικη ανακοπή και με τον πρώτο λόγο αυτής, ισχυρίσθηκε ότι η δήλωσή του, κατά την υπογραφή των συμβάσεων εγγυήσεων, ήταν προϊόν πλάνης και, ως εκ τούτου, ακυρωτέα, καθόσον νόμιζε, εσφαλμένα, ότι αυτές είχαν ως περιεχόμενο την ανάληψη της υποχρέωσης εκ μέρους του, να παραχωρήσει το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτων του, προς εξασφάλιση των άνω απαιτήσεων της καθ' ης η ανακοπή, προς τον εν λόγω γαμπρό του, η πλάνη δε αυτή μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως είναι ουσιώδης, αφού αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, ότι, δηλαδή, απηύθυνε δήλωση προς σύμβαση εγγυήσεων, δεν θα την επιχειρούσε. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος - ανακόπτων, 81 ετών σήμερα, αγράμματος (βλ. ένορκη κατάθεση της Ό. Α., η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης), μη έχοντας τραπεζικές συναλλαγές ούτε γνωρίζοντας τραπεζικούς όρους, υπογράφοντας τις άνω συμβάσεις εγγυήσεων, υπολάμβανε εσφαλμένα ότι παρείχε εγγύηση προς την Τράπεζα με τα ακίνητα περιουσιακά του στοιχεία, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της τελευταίας κατά του γαμπρού του Λ. Π., ότι, δηλαδή, αναλάμβανε την υποχρέωση να χορηγήσει εμπράγματη ασφάλεια υπέρ της Τράπεζας - όπως και το έπραξε - και όχι ότι εγγυάται ατομικά, ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος από όλες τις συναφείς ενστάσεις και δικαιώματα των άρθρων 853 επ. του ΑΚ, ότι θα εξοφλήσει ο ίδιος τις εν λόγω οφειλές, ευθυνόμενος αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με τον πρωτοφειλέτη, ήτοι τον γαμπρό του, Λ. Π.. Έτσι, ο ανακόπτων δεν γνώριζε το ακριβές περιεχόμενο των συμβάσεων εγγύησης και όταν υπέγραψε, νόμιζε, εσφαλμένα, ότι είναι διαφορετικό από εκείνο που πράγματι ήταν. Νόμιζε, δηλαδή, εσφαλμένα ότι με τις ένδικες συμβάσεις εγγυήσεων, αναλάμβανε την υποχρέωση να παράσχει εμπράγματη ασφάλεια υπέρ της Τράπεζας, για την εξασφάλιση των επίδικων απαιτήσεων. Η βούλησή του, από την αρχή, κατευθυνόταν στην παροχή εγγύησης, με την ακίνητη περιουσία του μόνο και αυτό υπολάμβανε ο ίδιος ότι ήταν και το περιεχόμενο των εγγυήσεων, που υπέγραψε. Υπολάμβανε, συνεπώς, ότι παρείχε στην εκκαλούσα Τράπεζα εμπράγματη ασφάλεια, ως τρίτος, που δεν ευθύνεται ενοχικώς, για την απαίτηση εκείνης κατά του γαμπρού του, Λ. Π.. Η πρόθεσή του ήταν να εγγυηθεί, με τα περιουσιακά του στοιχεία, για τα χρέη του γαμπρού του και όχι να εγγυηθεί προσωπικώς την εξόφλησή τους. Σε αυτό δε νόμιζε ότι κατευθυνόταν η δήλωσή του, κατά την εκ μέρους του υπογραφή των άνω συμβάσεων εγγυήσεων. Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι η διάσταση μεταξύ της δήλωσης του ανακόπτοντος και της βούλησής του, εξαιτίας εσφαλμένης γνώσης του περιεχομένου των επίμαχων συμβάσεων εγγυήσεων οφείλεται σε ουσιώδη πλάνη του, διότι αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο, για τις όλες δικαιοπραξίες, ώστε αν ο ανακόπτων γνώριζε την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων, ουδέποτε θα υπέγραφε τις συμβάσεις εγγυήσεων και ότι οι επίδικες συμβάσεις εγγυήσεων, επομένως, βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής σε βάρος του ανακόπτοντος, είναι ακυρώσιμη. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος και κατ' ουσίαν ο σχετικός προς τούτο 1ος λόγος ανακοπής και να ακυρωθεί, ως προς τον ανακόπτοντα, η επίδικη, με αριθ. 38/2013 διαταγή πληρωμής". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο, αφού αντικατέστησε την αιτιολογία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης και την έφεση στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 'Ετσι, που έκρινε το Εφετείο, σε σχέση με τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος περί ακυρωσίας των επίδικων συμβάσεων εγγύησης λόγω ουσιώδους πλάνης, που εμφιλοχώρησε μεταξύ της δήλωσής του σ' αυτές και της αληθινής βούλησής του, η οποία κατευθυνόταν στην εκ μέρους του παροχή εμπράγματης ασφάλειας προς την αναιρεσείουσα Τράπεζα, ως τρίτου, για την εξασφάλιση των επίδικων απαιτήσεων, που είχε αυτή κατά του γαμπρού τους, Λ. Π. και όχι στην παροχή προσωπικής εγγύησης του ιδίου για την εξόφληση των χρεών αυτού, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, αφού από το χρόνο κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων εγγυήσεων, οι οποίες, όπως δέχθηκε το Εφετείο υπογράφηκαν στις 10-3-2010, μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης ανακοπής (που κατατέθηκε και επιδόθηκε στις 20-5-2013, συνταχθείσας προς τούτο της υπ' αριθ. 1260Γ έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, Α. Τ.), είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας από την επομένη ημέρα της κατάρτισης των επίμαχων συμβάσεων εγγύησης, με αποτέλεσμα να έχει επέλθει η απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος του ανακόπτοντος προς ακύρωση αυτών, ο οποίος, συνεπώς, δεν μπορούσε έκτοτε να προτείνει την ακύρωσή τους λόγω πλάνης ούτε με αγωγή, ούτε με τον αποτελούντα ένσταση πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής του, ενόψει του ότι δεν πρόβαλε πρωτοδίκως ισχυρισμό, κατ' άρθρο 157 εδαφ. β ΑΚ, ότι η πλάνη του εξακολούθησε και μετά την παρέλευση διετίας από την κατάρτιση των συμβάσεων εγγύησης (ΑΠ 5622020, ΑΠ 812/2019), τον οποίο απαραδέκτως προβάλλει για πρώτη φορά με το σημείωμά του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο παραδεκτά προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 περιπτ. β ΚΠολΔ, καθόσον πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, χωρίς την ανάγκη προσφυγής σε άλλα έγγραφα, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 157 ΑΚ, με την αιτίαση ότι μεταξύ του χρόνου κατάρτισης των επίμαχων συμβάσεων εγγύησης και της προβολής με την ένδικη ανακοπή του περί ακυρωσίας τους, λόγω πλάνης, ισχυρισμού του ανακόπτοντος μεσολάβησε χρονικό διάστημα πλέον της διετίας, με συνέπεια την απόσβεση του σχετικού δικαιώματός του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτού, παρέλκει ως αλυσιτελής, η εξέταση των υπόλοιπων διατυπούμενων με την αίτηση αναίρεσης λόγων, καθόσον τυχόν ευδοκίμησή τους θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα με αυτό του προαναφερθέντος που κρίθηκε βάσιμος. Στη συνέχεια, δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατά το σχετικό αίτημα που υπέβαλε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΚΗΡΥΣΣΕΙ καταργημένη τη δίκη επί της από 1-6-2021 (Αριθ. Καταθ. ΠΠ17/2021) αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ". ΑΝΑΙΡΕΙ την 121/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ