Αριθμός 3/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 16η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία … Ανώνυμος Εταιρία, που εδρεύει στη Δημοτική Κοινότητα … της Δημοτικής Ενότητας … του Δήμου … της Περιφερειακής Ενότητας …., στη λεωφόρο … (ΤΚ … ) (Γ.Ε.ΜΗ. …, Α.Φ.Μ. … της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φωκίωνα Τσίντο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου: (α) γενικώς, από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημόσιων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Διοικητή της, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα στην κεντρική υπηρεσία του Ν.Σ.Κ., (β) ειδικώς, από τον Υπουργό των Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, στην οδό Καραγεώργη Σερβίας αριθ. 10, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία-Ευανθία Βασιλοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2010 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5873/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1905/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 1905/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδρομής: Η αναιρεσείουσα εταιρία άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την από 5.6.2002 αγωγή κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία εξέθετε ότι στα πλαίσια της εμπορικής της δραστηριότητας της εμπορίας προϊόντων χάρτου, ανέπτυξε εμπορική συνεργασία με τη μη διάδικο εταιρία "...", στο πλαίσιο της οποίας της πωλούσε επί πιστώσει χαρτοκιβώτια για τη συσκευασία των αγροτικών προϊόντων που αυτή εμπορεύονταν, και ότι για την παρακολούθηση των συναλλαγών τους η αναιρεσείουσα τηρούσε αλληλόχρεο λογαριασμό, ο οποίος έκλεισε στις 30.9.1997, με εκκαθαρισμένο, συμφωνημένο και αναγνωρισμένο χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της εταιρίας "..." ύψους 194.407.526 δραχμών . Ότι προς κάλυψη της οφειλής αυτής η οφειλέτης εταιρία συνήψε με την αναιρεσείουσα την από 6.10.1997 έγγραφη σύμβαση εκχωρήσεως , με βάση την οποία της εκχώρησε απαιτήσεις, ανερχόμενες στο ως άνω ποσό πλέον συμβατικού τόκου 20%, που διατηρούσε η ίδια κατά του Ελληνικού Δημοσίου , συνιστάμενες σε εξαγωγικές επιδοτήσεις, τις οποίες η εκχωρήτρια εταιρία δικαιούταν να εισπράξει από το αναιρεσίβλητο για τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων που είχε πραγματοποιήσει ή που θα πραγματοποιούσε από το 1997 και εντεύθεν. Επικαλούμενη δε ότι η ως άνω σύμβαση εκχωρήσεως αναγγέλθηκε νομίμως στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, πλην όμως τα αρμόδια όργανα αυτού, παρανόμως αρνήθηκαν να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 96.952.627 δραχμών ή 284.527,15 ευρώ, του οποίου ήταν δικαιούχος ως εκδοχέας των αντίστοιχων απαιτήσεων της εκχωρήτριας εταιρίας κατά του αναιρεσίβλητου από την ως άνω αιτία, ζήτησε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλλει νομιμοτόκως το ποσό αυτό, ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη από την μη καταβολή του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 12.609/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, μεταξύ άλλων αναγνώρισε την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλλει στην αναιρεσείουσα το ως άνω ποσό, ακολούθως δε κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε η 1872/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε, όσον αφορά την συγκεκριμένη περίπτωση, την έφεση του αναιρεσίβλητου. Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 10.11.2008 αίτησή του ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο την απέρριψε με την 3929/2015 απόφασή του. Ακολούθως, κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσείουσας, εκδόθηκε με βάση την ως άνω 12.609/2006 αναγνωριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η 20.514/2009 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλλει στην αναιρεσείουσα, το ποσό των 284.481,81 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Την ακύρωση της ως άνω Διαταγής Πληρωμής ζήτησε το αναιρεσίβλητο με την από 9.12.2009 ανακοπή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την 3300/2011 απόφασή του την απέρριψε και επικύρωσε την προσβαλλόμενη Διαταγή Πληρωμής. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από το αναιρεσίβλητο κατά της ως άνω αποφάσεως, εκδόθηκε η 461/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία της. Ήδη δε, λόγω της αρξαμένης αναγκαστικής εκτελέσεως της ως άνω διαταγής πληρωμής, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο είχε ασκήσει κατά της επιταγής προς πληρωμή την από 27.5.2010 ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, επί της οποίας εκδόθηκε η 5873/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή εν μέρει η ως άνω ανακοπή και ακυρώθηκε εν μέρει η από … επιταγή προς πληρωμή ως προς το υπερβάλλον ποσό των τόκων αυτής, ύψους 101.499,80 ευρώ λόγω του υπολογισμού τους με το κοινό επιτόκιο υπερημερίας και όχι με το επιτόκιο του 6% ετησίως, το οποίο ορίζεται στο άρθρο 21 του Δ/τος της 26.6/10.7.1944 (Κώδιξ Δικών Δημοσίου), που ισχύει για τις υπερήμερες οφειλές του Ελληνικού Δημοσίου. Η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 1905/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που την δέχθηκε τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου στρέφεται η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 21 του Κ.Δ/τος της 26-6/10.7.1944 "περί Κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου, η οποία κατ' άρθρο 109 παρ. 2 του ΕισΝΑΚ εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, στην περίπτωση χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, αυτό, κατ' εξαίρεση προς τις γενικές διατάξεις υποχρεούται στην καταβολή νόμιμων, ή τόκων υπερημερίας, από την επίδοση σε αυτό σχετικής αγωγής από την οποία λαμβάνει γνώση της αμφισβήτησης, το δε ποσοστό του τόκου ανέρχεται στο προαναφερθέν 6% ετησίως. Η ως άνω διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, εκτός αν ορίσθηκε διαφορετικά διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου προνομιακή μεταχείριση, η οποία αποβλέπει στην ορθή άσκηση της δημόσιας εξουσίας μέσω της διαφυλάξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, με σκοπό την εκπλήρωση των, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, υποχρεώσεών του έναντι των πολιτών. Ειδικότερα, η θεσπιζόμενη με την ανωτέρω διάταξη του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου ρύθμιση, η οποία αποβλέπει στον περιορισμό της αυξήσεως του κρατικού χρέους από τόκους για ληξιπρόθεσμες οφειλές, υπαγορεύεται από την ανάγκη προστασίας της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, στην δημιουργία της οποίας συμβάλλουν με την καταβολή φόρων οι φορολογούμενοι πολίτες και στην εξυπηρέτηση των οποίων πρέπει, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, να αποβλέπει η διαχείριση της εν λόγω περιουσίας, δεδομένου και ότι σε περιόδους σοβαρών δημοσιονομικών κρίσεων, καθίσταται αναγκαία η εξασφάλιση της δυνατότητας υπολογισμού εκ των προτέρων της επιβαρύνσεως του Δημοσίου από τόκους για τις οφειλές του, ώστε να είναι τούτο σε θέση να προβλέψει, με τη μεγαλύτερη, κατά το δυνατόν, ακρίβεια, τις επιπτώσεις από την καθυστέρηση εξοφλήσεως των οφειλών του και να προνοήσει για την εξασφάλιση των αναγκαίων εσόδων για την εξόφλησή τους κατά την κατ' έτος κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού. Ενόψει δε τού σκοπού, στην εξυπηρέτηση του οποίου αποβλέπει η ανωτέρω διάταξη, και λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών που ίσχυσαν καθ' όλη την διάρκεια ισχύος αυτής και εξακολουθούν να ισχύουν, η θέσπιση με αυτήν επιτοκίου 6% για τις οφειλές του Δημοσίου δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2, αλλά ούτε προς την κατοχυρωμένη με το άρθρο 25 παρ.1 ε' του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, εφόσον το μέτρο αυτό, που έχει ως σκοπό να περιορίσει τις οφειλές του Δημοσίου από τόκους και, επομένως, να αποτρέψει την αύξηση του κρατικού χρέους, είναι κατάλληλο και δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Περαιτέρω, η επίμαχη ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται ούτε στην διάταξη της παρ.5 του άρθρου 4 του Συντάγματος, κατά την οποία "οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους". Και τούτο ενόψει του γεγονότος ότι από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι, για την αντιμετώπιση των κατά καιρούς δημοσιονομικών προβλημάτων, έχουν ληφθεί διάφορα μέτρα, που επιβαρύνουν διάφορες και μεγάλες κατηγορίες πολιτών, όπως μειώσεις αποδοχών, σε ορισμένες, μάλιστα, περιπτώσεις ακόμη και αναδρομικές, και συντάξεων, αύξηση υφισταμένων φόρων, επιβολή νέων φόρων και εκτάκτων εισφορών, ο καθορισμός δε του επιμάχου ευνοϊκού για το Δημόσιο ποσοστού τόκου υπερημερίας δεν συνιστά, στο πλαίσιο πάντως των ανωτέρω ρυθμίσεων, παραβίαση της συνταγματικής αυτής διατάξεως. Η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθόσον αυτές οι οποίες εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και της διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη δίκη, δεν στερούν από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις, όταν τούτο επιβάλλεται , για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Έτσι, δικαιολογείται η ως άνω προνομιακή μεταχείριση ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, διότι το Ελληνικό Κράτος, από τη θέσπιση του ως άνω νόμου και μετέπειτα διήλθε από διαδοχικές σοβαρές δημοσιονομικές κρίσεις οι οποίες διήρκεσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα, αλλά και των οποίων οι επιπτώσεις επεκτείνονται και σε περιόδους κατά τις οποίες η οικονομική κατάσταση βελτιώνεται και οι συγκυρίες είναι ευνοϊκές για την ανάπτυξη της Χώρας. Άλλωστε, μετά την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωζώνη κατά το τέλος του έτους 2004 διαπιστώθηκε ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος υπερέβησαν τις προβλεπόμενες από το κοινοτικό δίκαιο τιμές αναφοράς, το δε δημοσιονομικό αυτό έλλειμμα το έτος 2009 εξακολουθούσε να είναι υπερβολικό, η κατάσταση δε επιδεινώθηκε το έτος 2010, με αποτέλεσμα η Χώρα να διέρχεται τη μεγαλύτερη δημοσιονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών και να αναγκασθεί να προσφύγει στον μηχανισμό στήριξης προς αποτροπή χρεωκοπίας. Κατά τη χρονική περίοδο των ετών 2009 έως και 2012 , προς αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης με διαδοχικούς νόμους που θέσπισε η Χώρα, επιβλήθηκαν έκτακτες εισφορές στα εισοδήματα φυσικών και νομικών προσώπων καθώς και στη μεγάλη ακίνητη περιουσία φυσικών προσώπων, αναδρομική μείωση αποδοχών όλων των εργαζομένων, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, έκτακτο ειδικό τέλος ηλετροδοτούμενων δομημένων επιφανειών, τέλος επιτηδεύματος σε επιτηδευματίες και ασκούντες ελεύθερο επάγγελμα κλπ., ενώ προβλέφθηκε η εξακολούθηση ορισμένων δημοσιονομικών μέτρων και η δυνατότητα επιβολής τους και σε μεταγενέστερες χρονικές περιόδους (2013-2015) με σκοπό τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος Επί πλέον, το προστατευόμενο από το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δικαίωμα της περιουσίας δεν προσβάλλεται από τον, με την ως άνω διάταξη προσδιορισμό του μικρότερου ποσοστού τόκου (6%) στις χρηματικές οφειλές του Δημοσίου, διότι, ο από το νόμο προσδιορισμός του μεγαλύτερου επιτοκίου για τους κοινούς οφειλέτες δεν ιδρύει "περιουσία" του δανειστού πριν από τη γέννηση της απαίτησής του. Το ζήτημα της συνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (μειωμένο επιτόκιο 6% υπέρ του Δημοσίου), κρίθηκε ήδη κατά τρόπο δεσμευτικό για το παρόν Δικαστήριο, από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, με την 25/2012 απόφασή του, ήτοι ότι η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, η οποία προβλέπει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή δι'ειδικού νόμου" είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και παρ. 5, 17, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, με την υιοθέτηση της αντίστοιχης άποψης που είχε εκφρασθεί για την συνταγματικότητα της ως άνω διατάξεως με τις 1127/2010 και 1128/2010 αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Την κρίση της ως άνω αποφάσεως του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου , περί του ότι η εν λόγω διάταξη του άρθρου 21 του κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, επανέλαβαν οι 1/2014 και 2/2014 αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, με τις οποίες κρίθηκε επίσης ότι με την επίμαχη αυτή διάταξη δεν παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αλλά ούτε το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής. Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020) ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης 1905/2020 απόφασης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, μετά από την εκτίμηση των αναφερομένων σε αυτήν αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 1872/2008 οριστικής απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ... όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 3353/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, τελεσιδίκησε η υπ' αρ. 12609/2006 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την απόρριψη ασκηθείσης κατ' αυτής έφεσης, και αναγνωρίσθηκε τελεσίδικα η υποχρέωση του εφεσίβλητου, ανακόπτοντος, Ελληνικού Δημοσίου, να καταβάλλει στην εκκαλούσα, καθής η ανακοπή, ανώνυμη εταιρία, το ποσό των 284.481,81Ε, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 10-6-2002. Η απόφαση αυτή του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κοινοποιήθηκε υπηρεσιακά στα αρμόδια όργανα του εφεσίβλητου, ανακόπτοντος, Ελληνικού Δημοσίου, και στη συνέχεια η εκκαλούσα, καθ'ής η ανακοπή, όχλησε με την από 13-4-2009 εξώδικη δήλωση-αίτησή της, που επιδόθηκε νόμιμα στο εφεσίβλητο, ανακόπτον, Ελληνικό Δημόσιο, στις 21-4-2009, για την καταβολή των στην ήδη εκκαλούσα, καθ' ής η ανακοπή τελεσίδικα επιδικασθέντων ποσών με το νόμιμο τόκο. Το εφεσίβλητο, ανακόπτον, Ελληνικό Δημόσιο, δεν απάντησε στην εν λόγω πρόσκληση, ούτε προέβη στην καταβολή προς την εκκαλούσα, καθ' ής η ανακοπή, των οφειλόμενων ποσών, και η εκκαλούσα, καθ' ής η ανακοπή, επικαλούμενη την ως άνω απόφαση πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. 20514/2009 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το εφεσίβλητο, ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο, διατάχθηκε να καταβάλει στην εκκαλούσα... , το ποσό των 284.481,81€, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τις 10-6-2002, μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της εκκαλούσας καθ' ης η ανακοπή, καθώς και το ποσό των 4.836Ε, για δικαστικά έξοδα της έκδοσης Διαταγής Πληρωμής. Ακολούθως η εκκαλούσα... επέδωσε στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και στον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, την από 3-12-2009 επιταγή προς πληρωμή κάτω από το υπ'αριθ. 20419/2009 πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω Διαταγής Πληρωμής, με την οποία επέσπευσε κατά της ιδιωτικής περιουσίας του εφεσίβλητου, ανακόπτοντος, Ελληνικού Δημοσίου, αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση της απαίτησής της ... Ωστόσο, το εφεσίβλητο... Ελληνικό Δημόσιο, υπέβαλε αίτηση αναστολής, του άρθρου 938 του Κ.Πολ.Δ., που έγινε δεκτή, λόγω πιθανολόγησης ευδοκίμησής της (ακυρότητας της επιταγής, λόγω μη τήρησης της διαδικαστικής προϋπόθεσης επίδοσης απλού αντιγράφου της Διαταγής Πληρωμής, χωρίς επιταγή προς πληρωμή). Μετά ταύτα, η εκκαλούσα... επέδωσε στις 19-3-2010, την επίδικη Διαταγή Πληρωμής, σε απλό αντίγραφο, μαζί με δήλωση παραίτησης από την προηγηθείσα, από 3-12-2009, επιταγή προς πληρωμή, και την αρξάμενη με αυτή αναγκαστική εκτέλεση. Περαιτέρω, δυνάμει της από 20-5-2009 επιταγής προς πληρωμή κάτω από το υπ'αριθ. 20419/2009 πρώτο απόγραφο εκτελεστό της υπ' αριθ. 20514/2009 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών, και στον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η εκκαλούσα, καθ' ής η ανακοπή, επέσπευσε νέα αναγκαστική εκτέλεση κατά του εφεσίβλητου, ανακόπτοντος, για την ικανοποίηση της ως άνω απαίτησης της, η οποία αναλύεται ως εξής: 1) για επιδικασθέν κεφάλαιο ποσό 284.481,81€, 2) για επιδικασθέντες τόκους από 11-6-2002 μέχρι 20-5-2010, 237.115,40€, 3) για επιδικασθείσα δαπάνη 4.836Ε, 4) για έξοδα απογράφου 18.685,03Ε, για δύο αντίγραφα 1,00€, 5) για σύνταξη επιταγής 16,43€, και 6) για επίδοση επιταγής 70€. Όμως, ο υπολογισμός των τόκων έγινε με εσφαλμένο τρόπο. Ειδικότερα δε, οι τόκοι υπολογίστηκαν στην ως άνω επιταγή προς πληρωμή, με τα εκάστοτε ισχύοντα για τους ιδιώτες ποσοστά τόκου υπερημερίας, κυμαινόμενο ανά χρονικό διάστημα μεταξύ 8,75%και 12,25% και όχι με το νόμιμο για το εφεσίβλητο, ανακόπτον, Ελληνικό Δημόσιο ποσοστό 6%. Για τη χρονική περίοδο, από τις 11-6-2002 μέχρι 20-5-2010 οφείλονται τόκοι 2.900 ημερών (μη υπολογίζοντας την τελευταία). Με ποσοστό 6% επί κεφαλαίου ποσού 284.481,81Ε το πραγματικό ποσό των τόκων είναι (284.481,81€ Χ 6/100 Χ 2.900 ημέρες/365 ημέρες το χρόνο =) 135.615,60€. Το δε συνολικό οφειλόμενο ποσό είναι (284.481,81 + 135.615,60+4.836+18.685,03+1,00+16,43+70 = ) 443.705,87€. Επίσης, αποδεικνύεται, ότι κατά το άθροισμα των ποσών στην επιταγή υπήρξε σφάλμα, αφού το αναγραφόμενο συνολικό ποσό των 546.101,81€ είναι κατά 983,57€, μεγαλύτερο του ορθού, μετά δε τον υπολογισμό των τόκων από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η διαφορά μειώθηκε σε 896.14€. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, τα οποία δεν αμφισβητούνται βάσιμα με έγγραφα, ή μάρτυρες, από την εκκαλούσα, καθής η ανακοπή, ... ο πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, περί αντίθεσης της διάταξης του άρθρου 21 του Κ/Δ/τος της 26-6/10-7-1944 "Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", με το οποίο ορίζεται το ποσοστό νόμιμου τόκου , και τόκου υπερημερίας, για την απαίτηση σε βάρος του ήδη εφεσίβλητου, ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 6% ετησίως, από την επίδοση της σχετικής, για την απαίτηση αγωγής, στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, και παρ. 2, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6, και 14 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Σ.Δ.Α.), 1, 2 παρ. 3 εδ. α' και β', 14 παρ. 1, και 26, του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε, κατ'άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, με το Ν. 2462/1997, κρίνεται απορριπτέος , ως νόμω αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, με την εκκαλουμένη απόφασή του, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας, ως κατ'ουσίαν βάσιμους, τους δύο τελευταίους λόγους ανακοπής του ανακόπτοντος, ήδη εφεσίβλητου, Ελληνικού Δημοσίου, έκαμε εν μέρει δεκτή την ως άνω ανακοπή, ως και κατ'ουσίαν βάσιμη, και ακύρωσε εν μέρει την ανακοπτόμενη, από 20-5-2010 επιταγή προς πληρωμή, κατά το ποσό των 102.395,94€, επιβάλλοντας σε βάρος της εν μέρει ηττηθείσας καθ'ής η ανακοπή, ήδη εκκαλούσας, κατά το μέρος της ήττας της, μέρος των δικαστικών εξόδων του εν μέρει νικήσαντος ανακόπτοντος, ήδη εφεσίβλητου , Ελληνικού Δημοσίου, κατά το μέρος της νίκης του, τα οποία προσδιόρισε στο ποσό των 2.000€. Με την κρίση αυτή, αναφορικά με την καταδίκη της καθ' ής η ανακοπή, εκκαλούσας, σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ανακόπτοντος, εφεσίβλητου, Ελληνικού Δημοσίου, της δίκης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, το πρωτοβάθμιο ως άνω Δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 εδ. β' του 3693/1957, την οποία και δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων, πρωτοδίκως ήταν υποχρεωτικός, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, οι οποίοι αμφότεροι παρέστησαν, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό. Επομένως, ο σχετικός περί τούτου, δεύτερος, και τελευταίος, λόγος έφεσης... πρέπει να γίνει δεκτός, ως και ουσιαστικά βάσιμος..." Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ'ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας, και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μόνο ως προς τη διάταξή της, περί επιβολής σε βάρος της μέρους των δικαστικών εξόδων του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 2.000 ευρώ, στη συνέχεια δε, αφού κράτησε και δίκασε επί της από 27.5.2010 ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το μέρος αυτό της επιβολής της δικαστικής δαπάνης σε βάρος της καθ'ής η ανακοπή, συμψήφισε μεταξύ των διαδίκων, τα συνολικά τους έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι ο υπολογισμός των τόκων για το χρονικό διάστημα από 11.6.2002 μέχρι 20.5.2010, επί του επιδικασθέντος σε βάρος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κεφαλαίου των 284.481,81 ευρώ, για την οφειλόμενη απαίτηση της αναιρεσείουσας εταιρίας από την προαναφερόμενη αιτία, δεν γίνεται με το ισχύον για τους ιδιώτες ποσοστό του τόκου υπερημερίας, που κατά το επίδικο χρονικό διάστημα κυμαίνονταν μεταξύ 8,75% και 12,25%, αλλά με το ποσοστό 6% ετησίως που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 21 του Κ/Δ/τος της 26-6/10-7-1944 "Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", ως ποσοστό νόμιμου τόκου, και τόκου υπερημερίας, για οποιαδήποτε οφειλή του Ελληνικού Δημοσίου, επί πλέον δε ότι η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, και παρ. 2, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6, και 14 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Σ.Δ.Α.), 1, 2 παρ. 3 εδ. α' και β', 14 παρ. 1, και 26, του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε, κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, με το Ν. 2462/1997, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου, καθόσον συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού του για την εφαρμογή της. Συνεπώς είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ. Σημειώνεται ότι οι περί του αντιθέτου λεπτομερείς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αλυσιτελείς, καθώς αποτελούν επιχειρηματολογία της ίδιας, προς ενίσχυση της άποψης της περί αντισυνταγματικότητας της ως άνω διατάξεως του άρθρου 21 του Κ/Δτος της 26-6/10-7-1944, περί μη εφαρμογής της στην παρούσα υπόθεση και περί αντίθεσής της προς τις προεκτιθέμενες διατάξεις της ΕΣΔΑ, του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Συνακόλουθα με τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η από 15.6.2020 ένδικη αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "…" για αναίρεση της 1905/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15.6.2020 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "…" για αναίρεση της 1905/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ