Αριθμός 340/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καλουτά. Του αναιρεσίβλητου: Ν. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του: α) Νικόλαο Χαρίτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολ και β) Σπυρίδωνα Μπεκάρη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2005 αγωγή τoυ ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 250/2008 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-3-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 13-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση. Και τούτο διατί αν η έφεση γίνει δεκτή η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν απορριφθεί η έφεση η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή. Μόνον εάν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή για το κεφάλαιο της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως. Και τούτο γιατί η πρωτόδικη απόφαση τελεσιδίκησε με την έκδοση της απορριπτικής εφετειακής αποφάσεως (ΑΠ. 400/1999). Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αναίρεση στρέφεται τόσο κατά της υπ' αριθμ. 13/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, όσο και κατά της υπ' αριθμ. 250/2008 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας, δια της οποίας έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του ενάγοντος και νυν αναιρεσειόντος κατά του εναγομένου και νυν αναιρεσιβλήτου κατά της ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως και το Εφετείο, μετά την τυπική παραδοχή της εν λόγω εφέσεως, υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, κρίνοντας, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος. Επομένως, η αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ανωτέρω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). II. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του (Ολ.ΑΠ 12-13/95). Στην περίπτωση δε κατά την οποία η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται στο έγγραφο της αναιρέσεως α) η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, β) το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, γ) τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής. Κατά δε το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει, μεταξύ των άλλων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια στις αιτιολογίες, δηλαδή ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται σ' αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, καταλογίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι αιτιάσεις όμως αυτές στις οποίες δεν αναφέρεται α) η παραβιασθείσα ουσιαστική διάταξη και το συγκεκριμένο υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου αναφορικούς με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, β) σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια στις αιτιολογίες, είναι αόριστες και απορριπτέες. Περαιτέρω στον ίδιο λόγο αναιρέσεως περιέχονται και αιτιάσεις από τους αριθμούς 8, 10, 11, 12, 13 και 14 ΚΠολΔ. Οι αιτιάσεις αυτές, στις οποίες καμία νομική πλημμέλεια δεν αναφέρεται, δυναμένη να υπαχθεί στους αναιρετικούς αυτούς λόγους ή και σε οποιονδήποτε άλλον εκ των περιοριστικώς στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναφερομένων, είναι προεχόντως αόριστες και απορριπτέες. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ Απορρίπτει την από 26/3/2009 αίτηση του Σ. Κ. κατά του Ν. Κ. για αναίρεση των υπ' αριθμ. 250/2008 και 13/2007 αποφάσεων του Εφετείου Καλαμάτας και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου αντιστοίχως. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ