Αριθμός 381/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: .... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ηρώ Βιδάλη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 41624/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1652/2005. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν.2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ' όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ με καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού ανάλογα με το είδος του οφειλομένου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία και αφ' ετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήσαν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του από τις διατάξεις αυτές προβλεπομένου πιο πάνω εγκλήματος που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Εξάλλου, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ.5 εδαφ. α' του Ν.2523/1997, οι εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις εκδικάζονται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός εάν εισάγεται ευμενέστερη ρύθμιση με τις διατάξεις του νεώτερου νόμου, ως εκκρεμείς δε υποθέσεις νοούνται και αυτές για τις οποίες δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου 2523/97), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης αλλά ούτε, σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσια οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την υπ΄ αριθμ. 41624/2005 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν.1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 παρ. παρ. 1, 2 Ν. 2523/1997, δηλαδή για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο και συγκεκριμένα ότι δεν κατέβαλε προς το Δημόσιο οφειλές συνολικού ύψους 19.466.175 δρχ. που αφορούν λοιπούς φόρους και χρέη γενικά που έχουν βεβαιώσει στην ΔΟΥ ΦΑΒΕ ... . Με τους πρώτο κατά το αντίστοιχο μέρος του και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ορθώς τούτων εκτιμωμένων, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι η ποινική δίωξη εις βάρος του αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, η οποία ασκήθηκε ύστερα από μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της οικείας ΦΑΒΕ ... προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη γιατί δεν οριστικοποιήθηκε η φορολογική παράβαση, αφού έχουν ασκηθεί προσφυγές κατά των φορολογικών εγγραφών, η εκδίκαση των οποίων εκκρεμεί, αλλά και διότι η μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της ΔΟΥ δεν συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας εκθέσεως ελέγχου, τις καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, στην περίπτωση του αναιρεσείοντος, ο οποίος καταδικάστηκε για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, δεν ήταν απαραίτητη η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως ή η τελεσίδικη επί της ασκηθείσης προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, αλλά ούτε και η επισύναξη στη μηνυτήρια αναφορά αντιγράφου της οικείας εκθέσεως ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Συνεπώς, οι πρώτος κατά το αντίστοιχο μέρος του και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως για υπέρβαση εξουσίας λόγω του ότι δεν εκήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 25 παρ. 1γ, 2, 3 Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. παρ. 1, 2 Ν. 2523/1997 (άρθρ. 510 παρ. 1 Η και Ε ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν σ΄ αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ΄ αριθμ. 41624/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που εδίκασε σε δεύτερο βαθμό και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ΄ είδος μνημονεύει ο κατηγορούμενος, καταδικάστηκε για παράβαση των άρθρων 25 παρ. 1 γ, 2, 3 Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 23 παρ. παρ. 1, 2 Ν. 2523/1997 σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ` ημερησίως. Ειδικότερα το δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του αυτή εδέχθη τα ακόλουθα : Ο κατηγορούμενος ως Πρόεδρος και Εντεταλμένος Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ATIC ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 27.4.1999 έως 30.11.2000 με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ενώ ήταν οφειλέτης του Δημοσίου και τα χρέη του ήταν ληξιπρόθεσμα με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες ήτοι δεν κατέβαλε τρεις συνεχείς δόσεις και δεν κατέβαλε μετά τους δύο μήνες χρέος που όφειλε να καταβάλει εφάπαξ. Συγκεκριμένα δεν κατέβαλε α) το ποσό των 271.800 δρχ. που όφειλε να καταβάλει σε έξι μηνιαίες δόσεις το αργότερον την 1.5.1999, β) 621.234 δρχ. που όφειλε να καταβάλει εφάπαξ την 1.11.1999, γ) 632.706 δρχ., που όφειλε να καταβάλει εφάπαξ την 27.4.1999, δ) 3.801.274 δρχ. που όφειλε να καταβάλει σε 12 μηνιαίες δόσεις το αργότερον την 1.4.00 (ημερομ. λήξ. Α΄ δόσης 31.1.00 και τελ. δόσης 30.11.00), ε) 13.040.396 δρχ. (ημερ. λήξης α΄ δόσης την 31.1.00 και τελ. δόσης την 30.11.00 επί 12 δόσεων, και όφειλε να καταβάλει την 1.4.2000, στ) οκτώ μηνιαίες δόσεις συνολικού ποσού 447.015 δρχ. που όφειλε να καταβάλει την 1.4.00 (ημερομ. λήξης Α΄ δόσης την 31.1.00 και τελευτ. δόσης 31.8.00), ζ) δώδεκα μηνιαίες δόσεις συνολικού ποσού 599.500 δραχμών, που όφειλε να καταβάλει την 14.00 (ημερ. λήξης Α΄ δόσης την 31.1.00 και τελ. δόσης 30.11.00) και η) εφάπαξ 52.250 δρχ. που όφειλε να καταβάλει την 30.11.00 (ημερομ. λήξης 29.9.00) και συνολικά χρέη εκ 19.466.175 δραχμών ή 57.127,43 Ευρώ. Η από 13.5.2002 Συμφωνία του άρθρου 44 του Ν. 1892/1990, που επικαλείται η νομίμως εκπροσωπούσα, κατ΄ άρθρ. 340 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., του κατηγορούμενου συνήγορος, σύμφωνα με την οποία την εξόφληση των απαιτήσεων του Δημοσίου έχουν αναλάβει οι σε αυτήν αναφερόμενες Τράπεζες με τον τρόπο που ειδικότερα ορίζεται σε αυτήν, δεν απαλλάσσει τον κατηγορούμενο από την ποινική του ευθύνη, γιατί ούτε το χρέος των 57.127,43 ευρώ ούτε το ποσό των 53.293,78 ευρώ, στο οποίο περιορίσθηκε η οφειλή (βλ. άρθρ. 2 Συμφωνίας) έχει καταβληθεί. Δηλαδή δεν καταβλήθηκε το 90% το δεύτερο έτος λειτουργίας της σύμβασης, που αρχίζει από την ημερομηνία έκδοση της απόφασης του Εφετείου (6746/16.7.2002) και έπρεπε να καταβληθεί το αργότερον την 16.3.05, ενώ το υπόλοιπο 10% πρέπει να καταβληθεί το τρίτο έτος λειτουργίας της σύμβασης. Η αδυναμία καταβολής που επικαλέσθηκε ο κατηγορούμενος δια της συνηγόρου του λόγω του ότι η Αγροτική Τράπεζα εισέπραξε βάσει της συμφωνίας τα χρήματα και δεν εξόφλησε την ένδικη οφειλή, ομοίως, δεν αναιρεί την ποινική του ευθύνη, αφού η οφειλή υφίστατο και κατά το από 27.4.1999 έως 15.7.02 χρονικό διάστημα δηλαδή πριν από την επικύρωση της Συμφωνίας με την απόφαση του Εφετείου. Πέραν από αυτό και με την από 13.5.2002 Συμφωνία, που αφορά τις αστικές αξιώσεις των δανειστών του ο κατηγορούμενος ευθύνεται ατομικά κατ΄ άρθρ. 4 παρ. 3 (βλ. και ΑΠ 593/2004, 1349/2004 Ποιν. Χρ. 2005 σελ. 216 και 541 αντίστοιχα). Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους τα περιστατικά αυτά υπήχθησαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα στην απόφαση δεν ήταν απαραίτητη η μνεία της αναφοράς του προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΒΕ .... με την αίτηση ποινικής διώξεως ούτε η μνεία των οικείων φορολογικών εγγραφών και καταλογιστικών πράξεων, καθώς και ο τρόπος οριστικοποιήσεως των οφειλών, αφού κρίσιμα στοιχεία για την θεμελίωση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι : 1) η ύπαρξη βεβαιωμένου χρέους, β) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, στοιχεία που περιέχονται στην προσβαλλομένη απόφαση. Τέλος το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση, απάντησε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι εξοφλήθηκε η οφειλή του. μΠεραιτέρω το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του εδέχθη, ως χρόνο τελέσεως του εγκλήματος του άρθρου 25 Ν. 1982/1990 το χρονικό διάστημα από 27-4-1999 έως 30-11-2000, δηλαδή εδέχθη χρόνο προγενέστρο της υπαγωγής της υπερχρεωμένης εταιρείας ATIC AE εις την ρύθμιση του άρθρου 44 του Ν. 1992/1990, αφού η σχετική συμφωνία μεταξύ της επιχειρήσεως αυτής και των πιστωτών της επικυρώθηκε στις 16-7-2002 με την υπ΄ αριθμ. 6746/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Συνεπώς, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως καθώς και οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατά το αντίστοιχο μέρος του περί εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 25 Ν. 1982/1990, 44 Ν. 1992/1990 και 416 και 417 Α.Κ. που συνίστανται εις το ότι, λόγω της υπαγωγής της ανωτέρω εταιρείας στη ρύθμιση του άρθρου 44 του Ν. 1992/1990, δεν υφίστατο υποχρέωση καταβολής από τον αναιρεσεόντα - κατηγορούμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της εν λόγω εταιρείας, των χρεών αυτής προς το Δημόσιο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του Ν. 1882/1990 όπως αντικ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτου, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παρά του παρόντος άρθρου επιβάλλονται και προκειμένου: Για αλλοδαπές εταιρείες στους προέδρους του Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Στην προκειμένη υπόθεση, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, ως πρόεδρος και εντεταλμένος σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ATIC AE", δηλαδή, ως πρόσωπο που έχει μία από τις ανωτέρω αναφερθείσες ιδιότητες. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλει την αιτίαση ότι κακώς καταδικάστηκε αυτός ενώ την εταιρία εκπροσωπούσε ο διευθύνων σύμβουλος ... , ως αναγόμενος εις εκτίμηση πραγμάτων, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Σεπτεμβρίου 2005 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 41624/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ