Αριθμός 1615/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλυομένου του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Aπριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Γ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Σπεντζοπούλου. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ν. Γ. του Γ. και 2)Γ. Γ. του Ν. , κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Δράκο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2384/2003, 4153/2005 μη οριστικές και 1568/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και στη συνέχεια οι 8774/2006, 741/2008 μη οριστικές και 1268/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης και των μετ' αυτής συμπροσβαλλομένων μη οριστικών αποφάσεων του ιδίου Δικαστηρίου ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-6-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 9-1-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Χαραλάμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις τω άρθρων 138,139,180,211 και 214 ΑΚ προκύπτουν τα ακόλουθα :Δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά είναι εικονική και άκυρη, θεωρημένη ως να μην έγινε. Εικονική δε, είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως, η οποία σε γνώση του δηλώντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σκοπός της εν λόγω δηλώσεως είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση περί της γενομένης μεταβολής στην υπάρχουσα νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στο δηλούντα πρόθεση τοιαύτης μεταβολής. Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας όσο και επί συμβάσεως στην τελευταία, όμως, αυτή περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της συμβάσεως απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο, μπορεί δε να αναφέρεται και στο πρόσωπο υπέρ του οποίου επέρχονται τα δικαιώματα από την εικονική δικαιοπραξία όταν συμβάλλεται αντί αυτού άλλο πρόσωπο με τη συμφωνία όλων των συμβαλλομένων, εικονικών και πραγματικών, ότι τα αποτελέσματα της συμβάσεως θα επέλθουν όχι υπέρ του φαινομενικώς συμβαλλομένου αλλά υπέρ του καλυπτομένου αληθινού. Έτσι, και η σύμβαση δωρεάς ή η σύμβαση περί γονικής παροχής που καταρτίζονται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και στην οποία δωρεοδόχος ή εκείνος προς τον οποίο γίνεται η γονική παροχή, δεν είναι το φαινόμενο αλλ' έτερο υποκρυπτόμενο πρόσωπο είναι έγκυρη και ισχύει υπέρ του καλυπτομένου προσώπου, η δε μεταγραφή του δωρητηρίου συμβολαίου ή της γονικής παροχής μετάγει την κυριότητα του ακινήτου στον δεύτερο ο οποίος δύναται να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητάς του κατά του μεταβιβάσαντος και του φαινομένου ως δωρεοδόχου ή και του ενός από αυτούς. Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απεγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελλάσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του οποίου τα πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρων από της παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες .Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρων και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ 19ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ως "ζητήματα" τέλος των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό , στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την προταθείσα ένσταση εικονικότητας από τον αναιρεσείοντα -εναγόμενο τα εξής πραγματικά περιστατικά με την υπ' αριθ. 8774/2006 συμβαλλόμενη κατ' άρθρο 553 παρ. 2 ΚΠολΔ μη οριστική απόφασή του: Το επίκοινο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο επιφανείας 1.111.02 τ.μ. με την ισόγεια οικία που είναι χτισμένη πάνω σ' αυτό, η οποία αποτελείται από το ισόγειο επιφάνειας 121,33 τ.μ. και το υπόγειο επιφανείας 87,29 τ.μ. Αυτό βρίσκεται στο Δήμο …και στην οδό ... αριθμ… και φαίνεται στο από 14-10-1986 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα-μηχανικού Ε. Γ. , το οποίο είναι προσαρτημένο στο με αριθμό ... /1986 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Π. Κουρνέτα. Το ακίνητο ανήκε στους γονείς του πρώτου ενάγοντος και του εναγομένου, που είναι αδέλφια, κατά ποσοστό ι/ζ εξ αδιαιρέτου. Ο δεύτερος ενάγων είναι γιος του πρώτου από αυτούς και εγγονός των προαναφερόμενων ιδιοκτητών. Στις 11-9-1986 πέθανε ο πατέρας και παππούς των διαδίκων, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Έτσι κληρονομήθηκε από την σύζυγο του Σ. Γ. , κατά ποσοστό 1/4, στο 1/2 του κληρονομούμενου, δηλαδή 2/16 και από τον πρώτο ενάγοντα και τον εναγόμενο, κατά ποσοστό 3/16 ο καθένας εξ αδιαιρέτου, στο ίδιο ποσοστό. Οι κληρονόμοι και μάλιστα η Σ. Γ. και ο πρώτος ενάγων αποδέχθηκαν την κληρονομιά, με την με αριθμό ... /1-12-1986 πράξη αποδοχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Κουρνέτα, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα. Στη συνέχεια η Σ. Γ. με το με αριθμό ... /17-10-1986 συμβόλαιο του πιο πάνω Συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγίας Παρασκευής (τόμο … και αρ. ..), μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα, στον πρώτο ενάγοντα και μάλιστα το 1/2 ή 8/16 του μεριδίου της επί του πιο πάνω ακινήτου. Επίσης, με το με αριθμό ... /1-12-1986 συμβόλαιο δωρεάς, η προαναφερόμενη μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα, στον εγγονό της (δεύτερο ενάγοντα) του ποσοστού (1/8 ή 2/16) που απέκτησε από τον σύζυγό της. Το συμβόλαιο αυτό μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του πιο πάνω Υποθηκοφυλακείου (τόμο … και αρ…). Η μεταβίβαση του ποσοστού αυτού, λόγω δωρεάς, προς τον δεύτερο ενάγοντα έγινε και προς εκπλήρωση της βούλησης του αποβιώσαντος Γ. Ν. Γ. , διότι έφερε το όνομα του. Οι μεταβιβάσεις αυτές ήταν πραγματικές και δεν έγιναν κατά το φαινόμενο μόνον. Για το λόγο αυτό η μητέρα και γιαγιά των διαδίκων, αν και είχε μεταβιβάσει το μερίδιό της στον πρώτο ενάγοντα μεταβίβασε το κληρονομικό της μερίδιο από τον σύζυγο της στο δεύτερο ενάγοντα, αλλιώς θα μεταβίβαζε όλα τα ποσοστά της σε έναν από αυτούς και μάλιστα στον πρώτο, ώστε να αναμεταβιβάσει το 1/5τ του επικοίνου ακινήτου, στον εναγόμενο, ούτε υπήρχε λόγος να τεθεί ο όρος στο συμβόλαιο γονικής παροχής να καταλογισθεί το ποσοστό αυτό στη νόμιμη μοίρα, ο δε πρώτος ενάγων δεν θα πλήρωνε εξ ολοκλήρου το φόρο κληρονομιάς. Έτσι ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι συμβάσεις αυτές (γονική παροχή και δωρεά) είναι εικονικές, αφού η μητέρα και γιαγιά αυτών (διαδίκων) μεταβίβασε τα προαναφερόμενα ποσοστά στους ενάγοντες, με τη συμφωνία αυτοί να του μεταβιβάσουν στο μέλλον το 1/2 εξ αδιαιρέτου, διότι κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων βρίσκονταν σε εξέλιξη δίκες του τελευταίου (εναγομένου) με δανειστές του, οι οποίοι του ζητούσαν σημαντικά χρηματικά ποσά, με κίνδυνο να χάσει το μερίδιο του, δεν αποδείχθηκε από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ανατραπεί από την από 31-8-1986 επιστολή του πατέρα και παππού τους, προς τον εναγόμενο, κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Αμερική, διότι σ' αυτήν ο προαναφερόμενος διατυπώνει ορισμένες σκέψεις του ως προς τον τρόπο διανομής του επικοίνου ακινήτου στα δύο παιδιά του, δηλαδή τον πρώτο ενάγοντα και τον εναγόμενο, τις οποίες δεν υλοποίησε στη ζωή, οι δε μεταβιβάσεις (γονική παροχή και δωρεά) έγιναν από την σύζυγο του Σ. Γ. και μετά το θάνατο του, επί πλέον δε έρχεται και σε αντίθεση με το από 21-11-1985 έγγραφο, που είχαν καταρτίσει οι γονείς και παππούδες των διαδίκων, πριν από την επιστολή αυτή (31-8-1986) και είχαν εκδηλώσει την πρόθεση τους να περιέλθει το ίδιο ακίνητο στα εγγόνια τους, δηλαδή τα τέκνα του πρώτου ενάγοντος, μεταξύ των οποίων και ο δεύτερος από αυτούς, αφού τότε ο εναγόμενος δεν είχε τέκνα. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι όπως έκρινε, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως ως προς την αποφατική του κρίση περί της βασιμότητας της ανωτέρω ενστάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα όλα εκείνα τα περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις από τα οποία σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση περί του ότι η στα υπ' αριθμ. ... /1986 και ... /1986 συμβόλαια γονικής παροχής και δωρεάς, αντιστοίχως, του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Τριαντάφυλλου Τσαγκανά περιεχόμενη δήλωση βουλήσεως περί της μεταβιβάσεως από τη μητέρα των διαδίκων Σ. χήρα Γ. Γ. των στα συμβόλαια αυτά αναφερομένων ιδανικών μεριδίων επί του επιδίκου, έγινε σπουδαίως και όχι κατά φαινόμενο ως προς το πρόσωπο των συμβαλλομένων. Επομένως, η περί του αντιθέτου αιτίαση που περιέχεται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Κατά τα λοιπά ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του πλήττει, υπό το πρόσχημα παραβιάσεως των κανόνων δικαίου του Αστικού Κώδικα περί εικονικότητας των δικαιοπραξιών, την απόφαση κατά την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά τη διάταξη των άρθρων 561 παρ 1ΚΠολΔ. Επειδή ως "πράγματα" κατά την έννοια του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον υπό της διατάξεως αυτής προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως των, θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (Ολ ΑΠ 11/1996). Ως "πράγματα" νοούνται και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, εφόσον σ' αυτούς περιέχεται ισχυρισμός παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος. Δεν συνιστούν όμως πράγματα κατά την ανωτέρω έννοια οι ισχυρισμοί των διαδίκων που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως κλπ ή πραγματικά ή νομικά αυτών επιχειρήματα που αντλούν από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή από το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του υπ' αυτού προταθέντα ισχυρισμό ότι "προς αποφυγή των εναντίον του διώξεων από τους τότε ενάγοντες αναιρεσιβλήτους τα 6/24 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου του στην Πυλαία Θεσσαλονίκης". Ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προαναφερόμενη έννοια αλλά πραγματικό επιχείρημα προς ενίσχυση του περί εικονικότητας ισχυρισμό του. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 10ΚΠολΔπου ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση, ένστασή ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί καμία απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, οδηγήθηκε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) από τα οποία σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση περί του ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις δεν ήσαν εικονικές. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ "αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, ο όρκος του διαδίκου και τα δικαστικά τεκμήρια". Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270 παρ. 2 ΚΠολΔ όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 ν. 2915/2001 και 524 παρ. 1 του ιδίου Κώδικος προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου, ακόμα και άκυρα για οποιοδήποτε λόγο έγγραφα. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και ένα πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι οι μαρτυρίες των τρίτων δίδονται είτε με εξέταση αυτών ενώπιον του δικαστηρίου, είτε με ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου με την τήρηση της ανωτέρω προθεσμίας. Μαρτυρία τρίτου που δόθηκε κατ' άλλο τρόπο, συνιστά ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δηλαδή η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, οδηγήθηκε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα ( μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) από τα οποία σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση περί του ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις δεν ήσαν εικονικές. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ "αποδεικτά μέσα είναι η ομολογία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, ο όρκος του διαδίκου και τα δικαστικά τεκμήρια". Εξάλλου , από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 ν. 2915/2001 και 524 παρ. 1 ιδίου κώδικος προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου, ακόμα και άκυρα για οποιοδήποτε λόγο έγγραφα. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου ή Προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και εάν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι οι μαρτυρίες των τρίτων δίδονται είτε με εξέταση αυτών ενώπιον του δικαστηρίου, είτε με ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου με την τήρηση της ανωτέρω προθεσμίας. Μαρτυρία τρίτου που δόθηκε κατ' άλλο τρόπο, συνιστά ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δηλαδή ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Αυτό ισχύει και για τις δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων που αποτελούν μαρτυρίες αυτών εφόσον έγιναν για να χρησιμοποιηθούν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας , ως αποδεικτικό μέσο στην ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη χωρίς να τηρηθούν οι δικονομικές διατάξεις ( Ολ.ΑΠ 8/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ανωτέρω συμπροσβαλλομένη υπ' αριθμ. 8774/2006 απόφαση το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως την από 3.1.1994 έγγραφη δήλωση της μητέρας των διαδίκων Σ. χήρας Γ. Γ. περί της εικονικότητας των άνω συμβολαίων, γιατί η δήλωση αυτή, κατά τα γενόμενα δεκτά από το εν λόγω δικαστήριο συνταγή με σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη ως αποδεικτικό μέσο ως προς το επίμαχο ζήτημα της εικονικότητας των ως άνω συμβάσεων. Επομένως, το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη του την ανωτέρω δήλωση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αφού επρόκειτο περί μη νομίμου αποδεικτικού μέσου, για το λόγο δε αυτό ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 2 ΚΠολΔ κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται , αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση ήτοι μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ ΚΠολ δ, εγγράφου, εδέχθη ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο εν λόγω έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον ως άνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται οσάκις το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου όπως αυτό πραμγατι έχει, άγεται εξ' αυτού, συνεκτιμώντας και το περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών μέσων σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο προβάλλων ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου. Τούτο δε , διότι η τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εξαχθείσα από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου είναι κατά τη διάταξη, του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην υπό του Εφετείου Παραμόρφωση του περιεχομένου της από 31.8.1986 επιστολής του πατέρα των διαδίκων Γ. Γ. δια της παραλείψεως του δικαστηρίου να αναγνώσει κρίσιμα σημεία της εν λόγω επιστολής που αφορούσαν στη μεταξύ των διαδίκων διανομή της περιουσίας της μητέρας τους. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, αναγιγνώσκοντας το εν λόγω έγγραφο χωρίς να υποπέσει σε διαγνωστικό σφάλμα και μη στηριζόμενο κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, το συνεξετίμησε ως δικαστικό τεκμήριο με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού του ορίσματος περί της μη εικονικότητας των ανωτέρω συμβάσεων. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή , από τη διάταξη του άρθρου 480Α ΚΠολΔ που προστέθηκε με το άρθρο 11 ν-1562/1985 , προβλέπεται η αυτούσια διανομή κοινού οικοπέδου επί του οποίου υπάρχει οικοδομή με την κατά το πρώτο σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στο οποίο όμως, έχουν ανεγερθεί οι χωριστές ιδιοκτησίες με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων. Σύμφωνα δε με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ιδίου ως άνω άρθρου, είναι δυνατή η διανομή του κοινού οικοπέδου δια συστάσεως καθέτου ιδιοκτησίας κατά την έννοια του ν.δ 1024/1971, μόνον αν πρόκειται περί ακαλύπτου οικοπέδου και ο τρόπος της διανομής αυτής δεν κρίνεται ασύμφορος για τους κοινωνούς. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου καίτοι ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του ή εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Κατά την έννοια δε του εδαφίου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγινα δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ( Ολ ΑΠ 12-13/1995, Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως μετά από εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικώς με το εφικτό ή μη της αυτουσίας διανομής του κοινού επιδίκου ακινήτου τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, κατά ποσοστά, 11/16 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος ενάγων, 2/16 εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος ενάγων και 3/16 εξ αδιαιρέτου ο εναγόμενος, όπως έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του, η σχετική διάταξη της οποίας επικυρώθηκε με την 8774/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τα προεκτιθέμενα. Το ακίνητο αυτό βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του δήμου ..στο ... Οικοδομικό τετράγωνο, επί της οδού ... έχει εμβαδόν 1111, 02 τετρ. μέτρων (κατά τον πραγματογνώμονα Κ. Σ. , το εμβαδόν του ανέρχεται σε 1116 τετρ. μέτρα), εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από 14-10-1986 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Ε. Γ. , το οποίο είναι προσαρτημένο στο ... /1986 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Κουρνέτα και συνορεύει νοτιοδυτικά, σε πρόσωπο Α-Β, μήκους 22,94 μ., με την οδό ... νοτιοανατολικά, σε πλευρά Β-Γ, μήκους 49,64 μ., βορειοανατολικά, σε πλευρά Γ-Δ μήκους 23,35μ και βορειοδυτικά, σε πλευρά Α-Δ, μήκους 46,44 μ. με ιδιοκτησίες αγνώστων. Το ακίνητο αυτό έχει στενόμακρο σχήμα (οι πλευρικές του διαστάσεις είναι, όπως προαναφέρθηκε, υπερδιπλάσιες της πρόσοψης ) και μέσα σ' αυτό, στην πρόσοψη του επί της οδού ... υπάρχει παλιά οικία, αποτελούμενη από ισόγειο εμβαδού 121,33 τετρ. μέτρων και υπόγειο, εμβαδού 87,29 τετρ. μέτρων, που έχει ανεγερθεί με βάση την 5336/1950 άδεια οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Αθηνών-Προαστίων. Η οικία αυτή κατοικείται από τον εναγόμενο και την οικογένεια του όπως συνομολογείται. Επομένως η οικία αυτή, παρά την παλαιότητα της, είναι βιώσιμη και κατάλληλη για να χρησιμοποιείται ως κατοικία, έχοντας πραγματική - αγοραία αξία, κατά τον πραγματογνώμονα Κ. Σ. , 140.000 ευρώ (με κρίσιμο χρόνο το μήνα Ιούλιο 2008), με συνέπεια η συνολική πραγματική - αγοραία αξία του όλου ακινήτου (με το κτίσμα αυτό) να υπερτερεί σημαντικά σε σχέση με την αξία αυτού ως οικοπέδου και μόνο (που ανέρχεται, κατά τον εν λόγω πραγματογνώμονα, σε 1.574.118 ευρώ), δηλαδή η συνολική πραγματική-αγοραία αξία ολοκλήρου του ακινήτου (με το κτίσμα) ανέρχεται σε 1.715.000 ευρώ κατά στρογγυλοποίηση (1.574.118 +140.000). Κατά συνέπεια, σε καμία περίπτωση , το υπόψη ακίνητο δεν μπορεί να εκληφθεί ως οικόπεδο ακάλυπτο και να αγνοηθεί το κτίσμα, γιατί αυτό δεν είναι ασήμαντο και επηρεάζει την αξία του ακινήτου. To ακίνητο αυτό είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, αφού, σύμφωνα με τους όρους δόμησης της περιοχής (από 10-4-1928 και 17-6-1952 διατάγματα που έχουν δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης - ΦΕΚ 85/Α/20-5-1928 και 167/Δ/1952, αντίστοιχα), το ελάχιστο εμβαδόν είναι 1000 τετρ. μέτρα: (κατά παρέκκλιση, 500 τετρ. μέτρα) και το ελάχιστο πρόσωπο 18 μ. (κατά παρέκκλιση, 15μ). Ο συντελεστής δόμησης είναι 1,20, με σύστημα δόμησης (προ του ΓΟΚ 1985) πανταχόθεν ελεύθερο και με συνολική κάλυψη του οικοπέδου 40%. Οι διάδικοι δεν συμφωνούν στην εξώδικη διανομή του παραπάνω κοινού ακινήτου, γι' αυτό οι ενάγοντες άσκησαν την ένδικη αγωγή τους, ζητώντας, ως τρόπο λύσης της κοινωνίας, την πώληση του επικοίνου με πλειστηριασμό, με την επίκληση ότι δεν είναι δυνατή, αλλιώς συμφέρουσα, η αυτούσια διανομή του κατά τις διατάξεις των άρθρων 480 και 480 Α Κ.Πολ.Δ. Από το άλλο μέρος, ο εναγόμενος, αρνούμενος, κυρίως, την αγωγή με τους ισχυρισμούς που προπαρατέθηκαν στη σκέψη II της παρούσας , υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι, σε κάθε περίπτωση, είναι δυνατή και συμφέρουσα η αυτούσια διανομή του κοινού ακινήτου , σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 480Α Κ.Πολ.Δ, όπως λεπτομερώς εκτίθεται παρακάτω . Κατ' αρχάς, η αυτούσια διανομή του επικοίνου σε τρία ανεξάρτητα και αυτοτελή τμήματα, ανάλογα με τις μερίδες των διαδίκων, είναι νομικά ανέφικτη, δεδομένου ότι, με βάση τους πιο πάνω όρους δόμησης που ισχύουν στη περιοχή, οδηγεί στη δημιουργία μη άρτιων και οικοδομήσιμων οικοπέδων (763,83τ.μ, 138,88τ.μ και 208,32τ.μ, αντίστοιχα), δηλαδή τα δύο απ' αυτά δεν πληρούν, τουλάχιστον, το ελάχιστο όριο εμβαδού (αρθρ. 2 παρ. 1 ν.δ 690/1948 που καταργήθηκε με το αρθρ.3 παρ. 1 αν.ν 625/1968, επανήλθε , όμως, σε ισχύ με το αρθρ. 6 ν. 651/1977). Ο εναγόμενος με τις πρωτόδικες, από 24-12-2002 προτάσεις του, που κατέθεσε, παραδεκτά και νόμιμα, κατά την αρχική συζήτηση (της 14-1-2003) της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι είναι δυνατή και συμφέρουσα η αυτούσια διανομή του κοινού ακινήτου, α) είτε με τη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας σε δύο διακεκριμένα μέρη του ακινήτου, ώστε στο μεν ίδιο (εναγόμενο) να περιέλθει η μονοκατοικία που υπάρχει στην πρόσοψη (με δυνατότητα μελλοντικής προσθήκης ορόφου), στους δε ενάγοντες να περιέλθει η πολυώροφη οικοδομή που μπορεί ν' ανεγερθεί στο πίσω μέρος του οικοπέδου, οι οποίοι , ακολούθως, θα λάβουν οριζόντιες ιδιοκτησίες που θα συσταθούν, ανάλογα με τα ιδανικά τους μερίδια, β) είτε με την κατεδάφιση της μονοκατοικίας και την ανέγερση νέας πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, στην οποία θα συσταθούν οριζόντιες ιδιοκτησίες που θα περιέλθουν στην κυριότητα των διαδίκων, ανάλογα με τα ιδανικά τους μερίδια . Το αίτημα, όμως, αυτό του εναγομένου είναι απορριπτέο. Ειδικότερα, α) ο ισχυρισμός του ότι το επίδικο ακίνητο μπορεί να διανεμηθεί αυτούσια με τη σύσταση δύο κάθετων ιδιοκτησιών, από τις οποίες η μία, με την παραπάνω μονοκατοικία, να περιέλθει σ' αυτόν και η δεύτερη στους ενάγοντες, είναι απορριπτέος, πρωτίστως, γιατί οι ενάγοντες δεν επιθυμούν (και δε ζητούν) να λάβουν κοινή μερίδα κατ' άρθρο 480 παρ. 3 και 480 Α παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, χωρίς να είναι δυνατή η δημιουργία κοινής μερίδας για τους ενάγοντες με την υποβολή τέτοιου αιτήματος από μέρους του εναγομένου (με την επίκληση και του ότι οι ενάγοντες είναι συγγενείς εξ αίματος πρώτου βαθμού - πατέρας και γιος) ή με αυτεπάγγελτη ενέργεια του δικαστηρίου. Πέραν τούτου, η δικαστική διανομή, κατ' αρθρ. 480 Α παρ. 2 Κ.Πολ.Δ είναι δυνατή μόνο με τη σύσταση κάθετων ιδιοκτησιών, όχι, όμως, παράλληλα, και οριζόντιων ιδιοκτησιών στις μέλλουσες να ανεγερθούν οικοδομές, ενώ β) ο άλλος ισχυρισμός του, για αυτούσια διανομή του επικοίνου, με την κατεδάφιση της μονοκατοικίας και την ανέγερση νέας πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής ή τη σύσταση, έστω, κάθετων ιδιοκτησιών, επί των οποίων θα ανεγερθούν δύο ή τρεις νέες οικοδομές, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως μη νόμιμος, γιατί δεν προβλέπεται στο νόμο τέτοιος τρόπος αυτούσιας διανομής (με την κατεδάφιση βιώσιμου και κατάλληλου να χρησιμοποιείται ως κατοικία κτίσματος), ούτε, βέβαια, είναι δυνατό οι κοινωνοί (και στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγοντες) να υποστούν σημαντική οικονομική επιβάρυνση από τη μελλοντική ανέγερση οικοδομών (ή ορόφων αυτών) ή να υποχρεωθούν να συνάψουν εργολαβικές συμβάσεις με τρίτους κατασκευαστές κλπ. Περαιτέρω, δεν είναι δυνατό να συσταθεί κάθετη ιδιοκτησία σε (τρία ) διακεκριμένα μέρη του οικοπέδου , έτσι ώστε η υπάρχουσα οικοδομή - μονοκατοικία να περιέλθει , ως αυτοτελής ιδιοκτησία, σε έναν από τους συγκυρίους και στους λοιπούς να περιέλθουν οι άλλες δύο ιδιοκτησίες (από μία στον καθέναν) που θα ανεγερθούν στα διακεκριμένα μέρη που θα ορίσει το δικαστήριο, με ενδεχόμενη εφαρμογή και του άρθρου 481 αριθμ. 2 Κ.Πολ.Δ Και τούτο, διότι η ανέγερση στο επίκοινο ακίνητο δύο αυτοτελών (διώροφων ) οικοδομών, στο πίσω μέρος του οικοπέδου, διαστάσεων 14, 05X5,9 5μ. και 21,1 IX 5,94μ., αντίστοιχα (όπως υποστηρίζει ο εναγόμενος) αντίκειται πλήρως στους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης,διότι δεν εξασφαλίζει στοιχειώδεις συνθήκες φωτισμού,αερισμού και ηλιασμού των δύο αυτών οικοδομών, όπωςκαι ο ίδιος, άλλωστε, ο εναγόμενος αναφέρει με την από 18-2-2005 "προσθήκη και αξιολόγηση του αποδεικτικού μέσου της πραγματογνωμοσύνης" των από 8-2-2005 πρωτόδικων προτάσεων του (βλ. σελ. 57) και θα έχει ως συνέπεια, σε κάθε περίπτωση, τη μείωση της αξίας του επίκοινου ακινήτου (βλ., επίσης, για το ανέφικτο, αλλιώς το ασύμφορο, και αυτού του τρόπου λύσης της κοινωνίας, ιδίως τις δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των πολιτικών μηχανικών Κ. Μ. και Κ. Σ. ). Τέλος, δεν είναι δυνατή η αυτούσια διανομή του επικοίνου ούτε με σύσταση οριζόντιας χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους η μέρη ορόφων κατ' άρθρο 480 Α παρ. 1 εδαφ. α' Κ.Πολ.Δ, και με την εκδοχή ότι υποβλήθηκε από τον εναγόμενο τέτοιο, σαφές και συγκεκριμένο, αίτημα κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 480 Α παρ.1, 216 παρ. 1 , 219 παρ. 1 και 2, 223 , 224 και 269 Κ.Πολ.Δ . Συγκεκριμένα, όπως έχει το διανεμητέο ακίνητο με τη μονοκατοικία που υπάρχει σ' αυτό, είναι φανερά αδύνατη (και ασύμφορη) η αυτούσια διανομή του με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη ορόφων, ενόψει των ποσοστών συγκυριότητας των διαδίκων, της έκτασης και του είδους του κτίσματος. Το ισόγειο - κατοικία, εμβαδού όπως έχει προαναφερθεί, 121,33τετρ. μέτρων, αποτελείται από πέντε κύρια δωμάτια, κουζίνα, λουτρό και ένα εσωτερικό χώρο προσβάσεων . έχοντας δύο ανεξάρτητες εισόδους, κύρια και βοηθητική, από τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου με τη βοηθητική είσοδο να έχει πρόσβαση από μία εξωτερική ελεύθερη σκάλα, ενώ το υπόγειο αποτελείται από δύο κλειστούς-βοηθητικούς χώρους, εμβαδού 44,20 τ. μ και 43,10 τ. μ αντίστοιχα και έχει δύο ανεξάρτητες εισόδους, μία ανά χώρο, από τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου. Η κατοικία, από τη μελέτη κατασκευής της, προορίζεται να λειτουργεί (και πράγματι λειτουργεί) ως ενιαίο σύνολο των χώρων της, οι οποίοι είναι συνδεδεμένοι γι' αυτό με τις υπάρχουσες εγκαταστάσεις (θέρμανση, αποχέτευση κλπ). Περαιτέρω διαίρεση της κατοικίας κατά δωμάτια ή άλλους χώρους για τη δημιουργία χωριστών ιδιοκτησιών, ανάλογων με τα ποσοστά συγκυριότητας των διαδίκων, είναι φανερά ανέφικτη, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν, ούτε είναι δυνατό να δημιουργηθούν στο οικοδόμημα, διακριτοί χώροι κύριας χρήσης και σε κάθε περίπτωση, ασύμφορη. Εξάλλου, δεν είναι δυνατή η αυτούσια διανομή του επικοίνου, κατ' άρθρο 480 Α παρ. 1 εδαφ. α' Κ.Πολ.Δ, με την κατεδάφιση της υπάρχουσας μονοκατοικίας και την κατασκευή μιας μόνο πολυώροφης οικοδομής, όπου θα συσταθούν οριζόντιες ιδιοκτησίες, ώστε κάθε διάδικος- συγκύριος να λάβει, αυτοτελείς και ανεξάρτητες, χωριστές - οριζόντιες ιδιοκτησίες, ανάλογα με το ποσοστό συγκυριότητας του (και με τυχόν εξίσωση των μερίδων με την καταβολή ανάλογου χρηματικού ποσού, κατ' αρθρ. 481 αριθμ. 2 Κ.Πολ.Δ), γιατί, όπως έχει προεκτεθεί , δεν προβλέπεται στο νόμο τέτοιος τρόπος αυτούσιας διανομής (με κατεδάφιση δηλαδή βιώσιμοι/και κατάλληλου να χρησιμοποιείται ως κατοικία κτίσματος). Άλλωστε, σε μία τέτοια περίπτωση, όπως και στην περίπτωση προσθήκης μελλοντικών ορόφων στη ήδη υπάρχουσα μονοκατοικία, θα επρόκειτο για διανομή μελλόκτητων διαιρεμένων ιδιοκτησιών που κατά νόμο δεν είναι δυνατή, γιατί, ναι μεν παρέχεται από το νόμο η δυνατότητα να αποκτήσει κάποιος αποκλειστική κυριότητα σε διαιρεμένη ιδιοκτησία που δεν έχει ανεγερθεί, αλλά μέλλει να ανεγερθεί, δεν του παρέχεται, όμως, η δυνατότητα να ζητήσει τη διανομή μελλόκτητων διαιρεμένων ιδιοκτησιών, ελλείψει αντικειμένου προς διανομή, αφού αυτή έχει ως αναγκαία προϋπόθεση, κατ' αρθρ. 480 Α' παρ. 1 εδαφ. α Κ.Πολ.Δ, την ύπαρξη οικοδομής, επί της οποίας (με τη διανομή) θα συσταθεί χωριστή ιδιοκτησία και όχι οικόπεδο ακάλυπτο, επί του οποίου θα ανεγερθεί οικοδομή, όπου έχει εφαρμογή η παρ. 2 του πιο πάνω 480 Α άρθρου, ούτε είναι δυνατή η, σύμφωνα με την παρ, 2 εδαφ. τελευταίο του ίδιου άρθρου 480 Α, ανάλογη εφαρμογή της παρ. 1 αυτού, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται αληθινό νομοθετικό κενό που θα μπορούσε να καλυφθεί με την ανάλογη εφαρμογή παρόμοιων νομοθετικών ρυθμίσεων. Κατά συνέπεια, αφού αποδείχθηκε ότι δεν είναι εφικτή, αλλιώς συμφέρουσα, η αυτούσια διανομή του επίκοινου ακινήτου, είναι επιβεβλημένη η πώληση του με πλειστηριασμό. Για το γεγονός αυτό, πέραν των όσων προεκτέθηκαν, αποφάνθηκαν και οι πραγματογνώμονες Κ. Μ. και Κ. Σ. (βλ. τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης τους, καθώς και τις παραπάνω ιδιωτικές τεχνικές εκθέσεις που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες), χωρίς αυτά να αναιρούνται από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν. Ν. , που είναι ασαφής και αναιτιολόγητη, ούτε από τις προπαρατιθέμενες ιδιωτικές τεχνικές εκθέσεις και τα υπόλοιπα, αποδεικτικά μέσα (κατάθεση μάρτυρος, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα κλπ) που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος. Εξάλλου, δεν υπάρχει ανάγκη να διενεργηθεί και νέα ή συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, όπως ζητεί ο εναγόμενος (αρθρ. 388, 254 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), προκειμένου να γνωμοδοτήσει " ..... ειδικά και αιτιολογημένα, αν είναι δυνατή και συμφέρουσα ή όχι η αυτούσια διανομή του επίδικου ακινήτου με την οικοδόμηση αυτού και σύσταση κάθετης ή οριζόντιας ιδιοκτησίας και ιδίως με την κατασκευή μιας μόνο πολυώροφης οικοδομής (μετά την κατεδάφιση του υφισταμένου κτίσματος ) και τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επ' αυτής, ώστε ο κάθε συγκύριος να λάβει αυτοτελείς και διαιρεμένους χώρους (οριζόντιες ιδιοκτησίες ) αυτής, ανάλογους με τη μερίδα του (και με τυχόν εξίσωση των μερίδων με την καταβολή ανάλογου χρηματικού ποσού)....." διότι, ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, οι αποδείξεις που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αναφορικά με το ζήτημα αυτό, είναι επαρκείς για τη δημιουργία δικανικής πεποίθησης στο παρόν Δικαστήριο ότι είναι ανέφικτη, αλλιώς ασύμφορη, η αυτούσια διανομή του κοινού ακινήτου. Τι' αυτό, το πιο πάνω αίτημα του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι, όπως έκρινε, δεν παραβίασε τις ανωτέρω περί διανομής διατάξεις, καθώς και εκείνη του άρθρου 800 ΑΚ, ούτε και στέρησε την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, αφού δέχθηκε ότι η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί του υφισταμένου οικοδομήματος είναι προφανώς ανέφικτη, ενώ η σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, ενόψει της παραδοχής ότι δεν πρόκειται περί ακαλύπτου οικοπέδου, δεν είναι δυνατή. Επομένως, οι περί του αντιθέτου προσβαλλόμενες με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 5.6.2009 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1268/2009 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και των συμπροσβαλλομένων με αυτή υπ' αριθμ. 8774/2006 και 741/2008 μη οριστικών αποφάσεων του αυτού Δικαστηρίου. Ο ηττώμενος αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο ( άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ) αιτήματός τους ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5.6.2009 αίτηση του Π. Γ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1268/2009 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και των συμπροσβαλλομένων υπ' αριθμ. 8774/2006 και 741/2008 μη οριστικών αποφάσεων του αυτού Δικαστηρίου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2013 Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ