Αριθμός 1530 /2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολακόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Σπουρλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28734/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1915/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-12-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 20-1-2004 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Ζώη, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Από τις διατάξεις των αρθρ. 713 και 714 ΑΚ συνάγεται σαφώς, ότι ο εντολοδόχος οφείλει να διεξαγάγει την ανατεθείσα σ' αυτόν υπόθεση, κατά τις οδηγίες του εντολέα του, σε περίπτωση δε έλλειψης ιδιαιτέρων οδηγιών, να πράξει κάθε τι που επιβάλλει η φύση της υπόθεσης και το συμφέρον του εντολέα του. Κατά την εκτέλεση δε των υποχρεώσεων του αυτών, ο εντολοδόχος, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια την οποίαν καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως η κατά το αρθρ. 914 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση, τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεων του εντολοδόχου προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 1115/03). Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 3 ν. 5960/1933 "Περί επιταγής", με την οποία ορίζεται, ότι " η επιταγή εκδίδεται επί τραπεζίτου έχοντος κεφάλαια εις την διάθεσιν του εκδότου και επί τη βάσει συμφωνίας, ρητής ή σιωπηρός, καθ' ην ο εκδότης έχει το δικαίωμα διαθέσεως των κεφαλαίων τούτων δι' επιταγής " σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και του περιεχομένου αυτών, προκύπτει ότι, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, η έννομη σχέση μεταξύ τράπεζας και πελάτη της, δυνάμει της οποίας, συνήθως επ' αμοιβή, η τράπεζα χορηγεί σ' αυτόν βιβλιάριο επιταγών, πληρωτέων στο νόμιμο κομιστή τους από την πληρώτρια τράπεζα και από τα διαθέσιμα προς τούτο κεφάλαια του εκδότη της επιταγής, είναι σχέση εντολής, από την σύμβαση δε αυτή ουδεμία απαίτηση έναντι της πληρώτριας τράπεζας έχει ο τρίτος νόμιμος κομιστής της επιταγής που εκδόθηκε από τον πελάτη της τράπεζας και δεν ανακύπτει υποχρέωση έναντι αυτού (τρίτου κομιστή της επιταγής) της τράπεζας να προβαίνει σε πληρωμή της επιταγής την οποία εξέδωσε ο πελάτης της εντολέας (ΑΠ 658/91). Η εγκυρότητα δε της επιταγής δεν εξαρτάται από την σύμβαση επιταγής που καταρτίζεται μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη της και σύμφωνα με την οποία ο πελάτης (εκδότης επιταγής) έχει δικαίωμα διάθεσης των προς τούτο διαθέσιμων κεφαλαίων του στην Τράπεζα και η τελευταία υποχρεούται, έναντι αυτού να πληρώσει την επιταγή, κατά τους όρους της σύμβασης και τις τραπεζικές συνήθειες. Η ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της σύμβασης επιταγής, όπως και η ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων, δεν επιδρούν στο κύρος της επιταγής και δεν επηρεάζουν το δικαίωμα του κομιστή να στραφεί κατά του εκδότη και των υπόλοιπων υπόχρεων (ΑΠ 1512/06). Εξάλλου, κατά το άρθρο 32 παρ. 1 ν. 5960/1933, η ανάκληση της επιταγής ισχύει μόνο μετά την εκπνοή της προθεσμίας εμφανίσεως. Από τη δημοσίας τάξεως αυτή διάταξη, που αποσκοπεί στην ασφάλεια και εμπιστοσύνη που πρέπει να διέπει το σύστημα της επιταγής, η οποία αποτελεί μέσο πληρωμής, και στην προστασία του λήπτη της επιταγής και των νομίμων αυτής κομιστών, μέχρι του χρόνου εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, και με την οποία διάταξη, καθιερώνεται το σύστημα της σχετικής αδυναμίας ανάκλησης της επιταγής από τον εκδότη αυτής, συνάγεται ότι η ανάκληση της επιταγής από τον εκδότη της, εγκύρως γίνεται και πριν την παρέλευση της προθεσμίας προς εμφάνιση αυτής για πληρωμή (υπολογιζόμενη με αφετηρία την αναγραφόμενη στην επιταγή χρονολογία έκδοσης αυτής) ισχύει όμως μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας προς εμφάνιση για πληρωμή της επιταγής. Επομένως, μέχρι πέρατος της προς εμφάνιση προθεσμίας (οκτώ ημερών από της αναγραφόμενης στο σώμα της επιταγής ως ημερομηνία έκδοσης αυτής, εφόσον η επιταγή εκδόθηκε και είναι πληρωτέα στην ίδια χώρα) η τυχόν γενομένη από τον εκδότη αυτής ανάκληση της επιταγής, με εντολή προς την πληρώτρια τράπεζα να μη πληρώσει αυτή, είναι ανίσχυρη, έναντι του εκ της επιταγής δικαιούχου, ως αντιβαίνουσα στον άνω δημοσίας τάξεως κανόνα του άρθρου 32 παρ.1 ν. 5960/33 και η ανακληθείσα επιταγή νομίμως εμφανίζεται προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα από τον νόμιμο αυτής κομιστή, η οποία όμως τράπεζα, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, δικαιούται και δεν υποχρεούται, έναντι αυτού (κομιστή) στην πληρωμή της, ο οποίος δικαιούται να στραφεί κατά του εκδότη της επιταγής προς είσπραξη αυτής, με βάση την μεταξύ αυτού και του εκδότη της σχέση από τη σύμβαση της επιταγής. Από αυτά συνάγεται περαιτέρω, ότι, η παρά την γενομένη από τον εκδότη της επιταγής ανάκληση αυτής, και πριν ακόμη την παρέλευση της προς εμφάνιση αυτής προθεσμίας, με σχετική εντολή του προς την πληρώτρια τράπεζα, να μη πληρώσει αυτή κατά την εμφάνιση της, και η πληρωμή της επιταγής από την συνδεόμενη με σύμβαση εντολής τράπεζα, πριν την παρέλευση της άνω προθεσμίας συνιστά υπαίτια παραβίαση της σύμβασης εντολής από την εντολοδόχο τράπεζα, η οποία υποχρεούται να αποζημιώσει τον εντολέα για τη ζημία που αυτός υπέστη και η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την υπαίτια παραβίαση της εντολής. Τέλος, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση, ότι η αγωγή,, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αναίρεση τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχεται και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, και από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εκθέτει σ' αυτή τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ότι με σύμβαση επιταγής που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης τράπεζας, μέσω του υποκαταστήματος της Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, η εναγομένη χορήγησε σ' αυτόν μπλοκ επιταγών και ανέλαβε έναντι αυτού την υποχρέωση να πληρώνει με χρέωση του σχετικού λογαριασμού του που τηρούσε στο ίδιο αυτό κατάστημα, τις εμφανιζόμενες σ' αυτή προς πληρωμή επιταγές εκδόσεως του ... Ότι αυτός, περί το τέλος Μαΐου 2003, στα πλαίσια σύμβασης έργου που είχε συνάψει με τον εργολάβο Μ. Μ., εις πίστωση και εγγύηση της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, εξέδωσε και παρέδωσε σ' αυτόν τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές, εκδόσεως του, πληρωτέες από την εναγομένη τράπεζα εις διαταγήν του εν λόγω λήπτη των επιταγών, μεταξύ των οποίων και η υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία εκδόσεως 15.10.2003 ποσού 73.954,5 ευρώ. Ότι με εξώδικη δήλωση του από 4.9.2003 προς το υποκατάστημα της εναγομένης στο Λαγκαδά, η οποία παραλήφθηκε από τον υπάλληλο της Χ. Α. την 8.9.2003, ανεκάλεσε τις άνω τέσσερις επιταγές, και ζήτησε να μην πληρωθούν αυτές κατά την εμφάνιση τους προς πληρωμή, λόγω ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης έργου που είχε καταρτίσει με τον άνω εργολάβο, από την οποία και υπαναχώρησε την 5.9.2003, ο δε αρμόδιος ως άνω υπάλληλος της εναγομένης που παρέλαβε τις δηλώσεις ανάκλησης, τον διαβεβαίωσε ότι δεν επρόκειτο να πληρωθούν οι επιταγές από τα τηρούμενα στο λογαριασμό του κεφάλαια. Ότι η εναγομένη πληρώτρια των επιταγών τράπεζα, συμμορφούμενη με την ανακλητική των επιταγών δήλωση του, δεν επλήρωσε τις τρεις από τις άνω τέσσερις επιταγές, πλην όμως ενεργώντας υπαιτίως και κατά παράβαση της εντολής του, επλήρωσε στις 16.10.2003 την άνω επιταγή ποσού 73.954,5 ευρώ, στη κομίστρια αυτής Άλφα Τράπεζα Βέροιας, μέσω του ΔΗΣΣΕ από την Alfa Bank Βέροιας. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησε ο ενάγων να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει το άνω ποσό νομιμοτόκως, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την υπαίτια, κατά παράβαση της δοθείσας από αυτόν εντολής για μη πληρωμή της άνω επιταγής, μη εκτέλεση της εντολής του. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δικάζοντας έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, η εναντίον της οποίας αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκρινε ότι με το άνω ιστορικό και αίτημα η αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι από τη^ διάταξη του άρθρου 32 παρ.1 ν. 5960/33, προκύπτει ότι η γενομένη από τον ενάγοντα ανάκληση της άνω επιταγής, πριν την παρέλευση της προθεσμίας προς εμφάνιση για πληρωμή αυτής, είναι ανίσχυρη, και ακολούθως η πληρωμή της την 16.10.2003 έγινε νομίμως και ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει την εντολοδόχο πληρώτρια. Με βάση δε της παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την έφεση της εναγομένης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο εφάρμοσε την μη εφαρμοστέα στην προκειμένη, στις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις, ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 32 παρ.1 ν. 5960/1933, και δεν εφάρμοσε τις εφαρμοστέες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713, 714, 297, 298, 330 και 361 ΑΚ, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βασίμως αιτιάται με τον πρώτο λόγο ο αναιρεσείων, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατά ταύτα πρέπει, κατά τα προαναφερθέντα να αναιρεθεί η απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση αφού είναι εφικτή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Παρέλκει δε, κατόπιν τούτου, η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 1915/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης . Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ