ΑΡΙΘΜΟΣ 1043/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Τζωρτζάκη, περί αναιρέσεως της 5810/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουλίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 890/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του αρ.501 παρ.1 του ΚΠΔ, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ.2 του αρ.340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και κατά της απόφασης αυτής μπορεί από αυτόν να ασκηθεί μόνο αναίρεση. Ως λόγος αναίρεσής της μπορεί να προβληθεί οποιοσδήποτε από τους περιλαμβανόμενους περιοριστικώς στο αρ. 510 του ΚΠΔ, ο οποίος, όμως, πρέπει να αναφέρεται σε πλημμέλεια της απόφασης αυτής του εφετείου που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη και όχι σε πλημμέλειες της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των αρ. 154 παρ.2, 161 αρ. 1, 166 παρ.1 και 500 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση της απορρίψεως της έφεσης ως ανυποστήρικτης είναι η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Συνεπώς στην περίπτωση που ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε, το δικαστήριο πρέπει να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση και να μην απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη γιατί διαφορετικά υπερβαίνει την εξουσία του και καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, κατά το αρ.510 παρ.1 στοιχ.Η' (κατά τη νέα αρίθμηση) του ΚΠΔ. Εξάλλου, κατά το αρ. 155 παρ. 1 ΚΠΔ, η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου. Αν αυτός που κάνει την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διανομής ή κατοικίας του εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιο από εκείνους, που έστω και προσωρινά, διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς ή στον θυρωρό της κατοικίας που μένει. Κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, αν αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο ένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην προηγούμενη παρ.1, καθώς και στην περίπτωση που "δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή ο θυρωρός", αυτός που κάνει την επίδοση "επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας" και αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου επιδίδεται στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερομένου. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του αρ. 154 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι η επίδοση ή η κοινοποίηση είναι άκυρες αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις των αρ. 155-159 και 165, καθώς και με εκείνη του αρ. 161 παρ.1 του ΚΠΔ, που επιτάσσει να αναφέρονται στο αποδεικτικό επίδοσης, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης, τα ειδικώς σημειούμενα σ' αυτή στοιχεία, μεταξύ των οποίων και τα μνημονευόμενα γεγονότα του αρ. 155 παρ. 2, προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση επίδοσης εγγράφου με θυροκόλληση πρέπει στο αποδεικτικό επίδοσης να αναφέρονται οι προϋποθέσεις της δια θυροκολλήσεως επίδοσης, δηλαδή άρνηση ή μη ανεύρεση, στον τόπο της επίδοσης, των προσώπων που σημειώνονται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου, διαφορετικά η επίδοση είναι άκυρη. Η τήρηση της διατύπωσης αυτής επιβάλλεται και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το αρ. 273 ΚΠΔ είχε προβεί κατά την προδικασία στον ανακριτή ή στον εισαγγελέα ή στον πταισματοδίκη, ή σε άλλον γενικό ή ειδικό ανακριτικό υπάλληλο που ενεργεί την προανάκριση, σε δήλωση της διεύθυνσης της κατοικίας ή διαμονής του, οπότε η δηλωθείσα αυτή διεύθυνση, κατά πλάσμα νόμου, θεωρείται ως η γνωστή διεύθυνσή του και "ωσότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του, που δηλώθηκε αρχικά", εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε νομίμως δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση που γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί κατά τον χρόνο της δήλωσης και με την τήρηση των λοιπών διατυπώσεων που ορίζονται στη διάταξη αυτή. Τέτοια δε δήλωση, κατ' εξαίρεση θεωρείται και εκείνη που αναγράφεται στην έκθεση άσκησης του ενδίκου μέσου. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των αρ. 154 παρ.2, 155 παρ.2, 489 και 500 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος καταδικάστηκε πρωτοδίκως και άσκησε έφεση κατά της δικαστικής απόφασης, κλητεύεται για τη δίκη ενώπιον του Εφετείου στη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής που αναφέρεται στην έκθεση έφεσης και, σε περίπτωση μεταβολής της, στη νέα διεύθυνση, εφόσον δήλωσε αυτή νομίμως στον εισαγγελέα του εφετείου, που εκκρεμούσε η υπόθεση, με ιδιαίτερο έγγραφο πάνω στο οποίο και συντάσσεται έκθεση για την παράδοσή του. Αν αυτός απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του, έστω και αν η διαμονή του πραγματικά είναι άγνωστη, λόγω της ως άνω πλασματικής γνωστής διεύθυνσης της κατοικίας, δεν μπορεί να γίνει επίδοση κατ' αρ. 156 ΚΠΔ που εφαρμόζεται σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής, αλλά θα τηρηθούν για την επίδοση αυτή οι διατυπώσεις του αρ. 155 παρ.2 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 5810/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, που δίκασε ερήμην του εκκαλούντος - κατηγορουμένου σε δεύτερο βαθμό απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η με αριθμό 2354/2011 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 32.176/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε αυτός για συκοφαντική δυσφήμηση σε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί μια (1) τριετία. Κατά το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων και ο διορισθείς με την έφεση αντίκλητός του δικηγόρος, Θεόδωρος Τζωρτζάκης, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να εμφανιστεί (ο πρώτος) ενώπιον του δικαστηρίου (Εφετείου) κατά τη δικάσιμο της 11 Ιουνίου 2012, όπως αυτό προκύπτει από τα αναφερόμενα: 1) Από 10-5-2012 αποδεικτικό επιδόσεως του Υπαρχιφύλακα, ..., προς τον κατηγορούμενο και 2) το από 20-4-2012 αποδεικτικό επιδόσεως του ειδικού φρουρού, ..., προς τον αντίκλητό του δικηγόρο. Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την από 10-5-2012 βεβαίωση του άνω οργάνου, ..., ο κατηγορούμενος μετοίκησε σε άλλη διεύθυνση. Έτσι, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει νόμιμα κλητευθεί για να εμφανιστεί κατά την άνω δικάσιμο στο δικάσαν Εφετείο. 'Όπως δε προκύπτει από το πιο πάνω αποδεικτικό του Υπαρ/κα, ..., η επίδοση προς αυτόν, που απουσίαζε από τη, δηλωθείσα με την έφεση, στην οδό ... 32, στο ..., κατοικία του, έγινε με θυροκόλληση, παρουσία μάρτυρα, διότι κατά τη μετάβαση εκεί του άνω οργάνου, δεν βρέθηκε ο ίδιος προσωπικά ή άλλο πρόσωπο από όσα προβλέπονται στο άρθρο 155 παρ. 1 ΚΠΔ, διότι δεν κατοικεί πλέον εκεί, επειδή άλλαξε κατοικία, χωρίς να δηλώσει νόμιμα τη μεταβολή αυτή κατ' άρθρο 273 παρ. 1 εδ. γ' και 498 του αυτού Κώδικα. Ο αναιρεσείων με την αίτησή του ισχυρίζεται ότι η κατά τα άνω γενόμενη θυροκόλληση ήταν άκυρη και μη νόμιμη, διότι εφόσον δεν αναβρέθηκε στη δηλωθείσα με την έκθεση εφέσεώς του διεύθυνση (δηλ. στην οδό ... 32, στο ...), διότι άλλαξε κατοικία χωρίς να δηλώσει τη μεταβολή αυτής, έπρεπε να κλητευθεί ως γνωστής διαμονής στην αρχικά δηλωθείσα σύμφωνα με το άρθρο 273 ΚΠΔ, με το από 8-6-2006 απολογητικό του υπόμνημα, κατοικία του, στην οδό ... 1 στην ..., στην οποία κατά πλάσμα του νόμου, θεωρείται ότι εξακολουθεί να διαμένει. Κατόπιν δε αυτών, η γενόμενη κατά τα άνω κλήτευσή του στο ακροατήριο του Εφετείου, είναι άκυρη και μη σύννομη και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, που την έκρινε νόμιμη και, από το λόγο αυτό απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, πρέπει να αναιρεθεί κατά το βάσιμο και από τα άρθρα 171 παρ. 1 και 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, σχετικό πρώτο λόγο αναίρεσης. 'Όμως, κατά τα προαναφερόμενα, όταν ο κατηγορούμενος, που στην προανάκριση έχει δηλώσει ορισμένη διεύθυνση και στη συνέχεια, με την έκθεση ασκήσεως ενδίκου μέσου, προέβη σε αλλαγή αυτής και από την οποία μετοίκησε σε άγνωστη διεύθυνση, νόμιμα κλητεύεται με θυροκόλληση στην νεότερη αυτή διεύθυνση και όχι στην αρχική, αφού δεν μένει πλέον σε αυτή (στην οποία και θεωρείται ότι διαμένει, σύμφωνα με την νεότερη άνω δήλωσή του). Το φερόμενο πλάσμα από την πρώτη δήλωση δεν ισχύει στην κρινόμενη περίπτωση, αφού ακολούθησε νέα δήλωση με άλλη διεύθυνση. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως για υπέρβαση εξουσίας, διότι το δικάσαν Εφετείο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της άνω εφέσεώς του, ελλείψει νομίμου κλητεύσεώς του, αφού είχε δηλώσει στην προανάκριση άλλη διεύθυνση (... 1, ...), στην οποία και έπρεπε να κληθεί (αφού, σύμφωνα με την άνω βεβαίωση του παραπάνω επιδόσαντος οργάνου, είχε μετοικήσει σε άγνωστη διεύθυνση, από αυτή που είχε δηλώσει με την έφεση), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η επίδοση σε αυτόν της κλήσεώς του για το Εφετείο πάσχει από ακυρότητα κατά τα άρθρα 161 παρ. 1 και 155 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠΔ, διότι γενομένης αυτής με θυροκόλληση, στο αποδεικτικό που συνέταξε το επιδώσαν όργανο, δεν αναφέρει τα πλήρη στοιχεία, καθώς και το επάγγελμα και την κατοικία του προσληφθέντος κατά την επίδοση μάρτυρα και έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 1 και 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι όπως προκύπτει από το άνω από 10-5-2012 αποδεικτικό επιδόσεως, που υπάρχει στη δικογραφία, αναφέρονται τα στοιχεία του μάρτυρα "αρχιφύλακας ..." (Α.Τ. Χαλανδρίου), έτσι ώστε να μην υπάρχει έλλειψη αναγραφής των στοιχείων του. Επίσης, από το προαναφερόμενο από 20-4-2012 αποδεικτικό επιδόσεως του ειδικού φρουρού ... (που υπάρχει και αυτό στη δικογραφία), προς τον αντίκλητο του εκκαλούντος, προκύπτουν τα πλήρη στοιχεία του συμπράξαντος στην επίδοση αυτή μάρτυρα "..., ειδικού φρουρού". Έτσι, και ο τρίτος, σχετικός, λόγος της αιτήσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Ιουλίου 2012 (υπ' αριθμ. πρωτ. 193/2012 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών) αίτηση του Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 5810/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουλίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ