Αριθμός 1400/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Λάρισα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Φώτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1)Ε. Μ. του Γ., 2) Γ. Ζ. του Η., 3) α) Μ. Π. του Κ. και β) Β. Π. του Κ., ως καθολικών κληρονόμων του αποβιώσαντος την 6-2-2021, Δ. Π. του Α., σύμφωνα με το από 16-9-2021 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του γραφείου Δημοτικής κατάστασης του Δ. Κ. και 4) Β. Κ. του Χ., ως καθολικού κληρονόμου της αποβιώσασας την 11-4-2020, Α. Μ. του Ε., σύμφωνα με το 1515/22-4-2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του δήμου ..., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ΜΕΙΜΠ164/12-10-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν η 23/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 64/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με τον θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ). Εξάλλου κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου προς τον αντίδικο (ΑΠ 1437/2021), μόνο αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι αν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και, συνεπώς, δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης, πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρο 558 ΚΠολΔ, διαφορετικά αν, κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης (κατάθεσης κατ' άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) ο αναιρεσίβλητος έχει αποβιώσει, η αίτηση που ασκήθηκε εναντίον του απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ. α', 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, οπότε η αναίρεση παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτησή της όμως, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, θα είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σ' αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΑΠ 98/2022, ΑΠ 11/2021, ΑΠ 717/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων φέρεται προς συζήτηση η από 7-4-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 13/7-4-2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 64/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, ασκηθείσα από το δεύτερο των εναγομένων και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ" και στρεφόμενη κατά των αρχικώς εναγόντων α) Ε. Μ. του Γ., β) Γ. Ζ. του Η., γ) Δ. Π. του Α. και δ) Α. Μ. του Ε.. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, εμφανίστηκαν μαζί με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσούλα Βούζα οι 1) πρώτη των αναιρεσιβλήτων Ε. Μ. του Γ., 2) δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Γ. Ζ. του Η., 3) Μ. Π. του Κ. και Β. Π. του Κ., οι οποίοι δήλωσαν ότι έχουν υπεισέλθει στη θέση του αποβιώσαντος στις 6-2-2021 τρίτου των αναιρεσιβλήτων Δ. Π. του Α., ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, και συνεχίζουν τη δίκη και 4) Β. Κ. του Χ., ο οποίος δήλωσε ότι έχει υπεισέλθει στη θέση της αποβιώσασας στις 11-4-2020 τετάρτης των αναιρεσιβλήτων, ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της, και συνεχίζει τη δίκη. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα κατωτέρω έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 6-2-2021, ήτοι πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε στις 7-4-2021, απεβίωσε ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων Δ. Π. του Α., ο οποίος άφησε πλησιέστερες κατά τον χρόνο του θανάτου του συγγενείς και μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους του α) τη μητέρα του Α. Π. το γένος Α. Χ. β) και την αδελφή του Β. Π. του Α. (βλ. από 7-2-2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου εκδοθέν από τον Ληξίαρχο του Δ. Κ., υπ' αριθ. 184/18-2-2022 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ... περί μη δημοσίευσης διαθήκης του ως άνω αποβιώσαντος και υπ' αριθ. πρωτ. 2193/16-9-2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δ. Κ.). Οι τελευταίες αποποιήθηκαν την κληρονομία του με τις αντίστοιχες υπ' αριθ. 94/15-4-2021 και 95/15-4-2021 δηλώσεις τους ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ..., οπότε κλήθηκαν στην κληρονομία του τα τρία τέκνα της αδελφής του Β. Π., ήτοι οι α) Ε. Π. του Κ., β) Μ. Π. του Κ. και γ) Β. Π. του Κ., από τους οποίους ο Ε. Π. αποποιήθηκε την κληρονομία του ως άνω αποβιώσαντος με την υπ' αριθ. 96/15-4-2021 δήλωσή του ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ..., κατόπιν αυτού δε, κλήθηκαν στην κληρονομία τα δύο τέκνα του τελευταίου α) Α. Π. του Ε. και β) Λ. Π. του Ε., τα οποία αποποιήθηκαν την κληρονομία του αποβιώσαντος Δ. Π. με τις αντίστοιχες υπ' αριθ. 444/2-7-2021 και 885/8-11-2021 δηλώσεις τους ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ..., από τις οποίες η δεύτερη αφορούσε την ανήλικη Λ. Π. (γενν. 12-12-2008) και έλαβε χώρα κατόπιν σχετικής αδείας, που χορηγήθηκε στους γονείς της ανήλικης με την υπ' αριθ. 115/2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θηβών. Μετά τις ως άνω δηλώσεις αποποίησης, μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος τρίτου των αναιρεσιβλήτων, Δ. Π. του Α., είναι οι α) Μ. Π. του Κ. και β) Β. Π. του Κ. (τέκνα της ως άνω αποποιηθείσας την κληρονομία αδελφής του, Β. Π.), οι οποίοι υπεισήλθαν στη θέση του και παραδεκτά συνεχίζουν τη δίκη, εφόσον δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον η ιδιότητά τους ως κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντος, ενώ δεν τίθεται θέμα απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται σε βάρος του αποβιώσαντος τρίτου αναιρεσιβλήτου, εφόσον οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του δεν επικαλούνται ούτε άλλωστε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας ότι το γεγονός του θανάτου του είχε περιέλθει σε γνώση του αναιρεσείοντος πριν από την άσκηση του υπό κρίση ενδίκου μέσου. Περαιτέρω, στις 11-4-2020, ήτοι πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η οποία, όπως προελέχθη, ασκήθηκε στις 7-4-2021, απεβίωσε η τετάρτη των αναιρεσιβλήτων Α. Μ. του Ε., συζ. Β. Κ., η οποία άφησε πλησιέστερους κατά τον χρόνο του θανάτου της συγγενείς α) τον σύζυγό της Β. Κ. του Χ. και β) τα δύο τέκνα της, Χ. Κ. του Β. και Ε. Κ. του Β. (βλ. από 20-11-2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου εκδοθέν από τον Ληξίαρχο του Δ. Λ. Π. και υπ' αριθ. πρωτ. 1515/22-4-2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δ. Λ. Π.). Η ως άνω αποβιώσασα, με την από 28-2-2020 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 208/2020 πρακτικό του Ειρηνοδικείου ..., εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της τον σύζυγό της, Β. Κ. του Χ.. Ο τελευταίος αποδέχθηκε την κληρονομία της με σχετική δήλωσή του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Νεβροπόλεως Αγγελικής Βασίλογλου, συντάχθηκε δε προς τούτο η υπ' αριθ. ... πράξη αποδοχής κληρονομίας, η οποία καταχωρίστηκε στο βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλίας με ΚΑΕΚ .... Άλλη διαθήκη της ως άνω αποβιώσασας δεν έχει δημοσιευθεί από το Ειρηνοδικείο Καρδίτσας ούτε έχει περιέλθει σ' αυτό αντίγραφο πρακτικού δημοσίευσης από άλλο ειρηνοδικείο ή προξενική αρχή (βλ. υπ' αριθ. 4600/30-11-2021 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας). Κατ' αυτόν τον τρόπο, ο σύζυγος της αποβιώσασας τετάρτης των αναιρεσιβλήτων υπεισήλθε στη θέση της και παραδεκτά συνεχίζει τη δίκη, εφόσον δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον η ιδιότητά του ως κληρονόμου της ως άνω αποβιώσασας, ενώ δεν τίθεται θέμα απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται σε βάρος της αποβιώσασας τετάρτης αναιρεσίβλητης, εφόσον ο προαναφερόμενος κληρονόμος της δεν επικαλείται ότι το γεγονός του θανάτου της είχε περιέλθει σε γνώση του αναιρεσείοντος πριν από την άσκηση του υπό κρίση ενδίκου μέσου. Με την κρινόμενη από 7-4-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 13/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 64/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία α) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση του δευτέρου εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας ερήμην της πρώτης εναγομένης (και μη διαδίκου στην κατ' έφεση και στην αναιρετική δίκη) υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ενιαίο Κ.Ε.Κ. Αυτοδιοίκησης ... Α.Ε." και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 23/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 8-10-2016 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 164/2016) αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και β) αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το δεύτερο εναγόμενο - εκκαλούν ΝΠΔΔ, έγινε εν μέρει δεκτή ως προς αυτό η αγωγή και υποχρεώθηκε τούτο να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα αναφερόμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ποσά. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... την από 8-10-2016 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 164/2016) αγωγή κατά των 1) υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ενιαίο Κ.Ε.Κ. Αυτοδιοίκησης ... Α.Ε." και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ", ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες προσελήφθησαν με αντίστοιχες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη εναγομένη, της οποίας καθολικός διάδοχος τυγχάνει το δεύτερο εναγόμενο ΝΠΔΔ, καθόσον η πρώτη εναγομένη λύθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 19/6-6-2011 απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων της και με την υπ' αριθ. 167/15-9-2011 απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου του δευτέρου εναγομένου αποφασίστηκε η μεταφορά τους σε αυτό και η κατάταξή τους σε προσωποπαγείς θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία υλοποιήθηκε για τους πρώτη, δεύτερη και τρίτο, Ε. Μ., Γ. Ζ. και Δ. Π. αντίστοιχα, στις 6-5-2014 και για την τέταρτη, Α. Μ., στις 12-5-2014, ενώ κατά το διάστημα που μεσολάβησε από τη λύση της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας έως την τοποθέτησή τους στις ως άνω προσωποπαγείς θέσεις παρείχαν τις υπηρεσίες τους οι πρώτη και δεύτερη στη γραμματεία του Αντιπεριφερειάρχη Περιφερειακής Ενότητας ..., ο τρίτος στο τηλεφωνικό κέντρο του Καταστήματος της ως άνω Περιφερειακής Ενότητας και η τετάρτη στη Διεύθυνση Υγιεινής της ιδίας Περιφερειακής Ενότητας. Ότι η πρώτη εναγομένη έπαυσε να καταβάλλει τις αποδοχές τους από την 1-7-2011, ωστόσο το δεύτερο εναγόμενο, παρά το γεγονός ότι υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της δυνάμει των σχετικών διατάξεων του άρθρου 198 του Ν. 3852/2010 και της υπ' αριθ. 167/15-9-2011 απόφασης του Περιφερειακού Συμβουλίου του, δεν τους κατέβαλε τις οφειλόμενες από την ως άνω ημερομηνία αποδοχές τους και για τον λόγο αυτό άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας οι μεν πρώτη, δεύτερη και τρίτος στις 28-2-3013, ενώ η τετάρτη την 1-3-2012. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για το διάστημα από 1-7-2011 έως 30-4-2013, τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή και αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές υπερημερίας, επιδόματα αδείας και δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, ανερχόμενα συνολικά α) για την πρώτη ενάγουσα στο ποσό των 53.687,04 ευρώ, β) για τη δεύτερη στο ποσό των 41.174,88 ευρώ, γ) για τον τρίτο στο ποσό των 32.059,08 ευρώ και δ) για την τετάρτη στο ποσό των 56.084,06 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην της πρώτης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, με την υπ' αριθ. 23/2018 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 53.687,04 ευρώ, στη δεύτερη το ποσό των 41.174,88 ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 32.059,08 ευρώ και στην τετάρτη το ποσό των 56.084,06 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης διακρίσεις. Κατά της απόφασης αυτής το δεύτερο εναγόμενο ΝΠΔΔ και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 2-5-2018 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 64/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το δεύτερο εναγόμενο - εκκαλούν, έγινε ως προς αυτό εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε τούτο να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 25.875 ευρώ, στη δεύτερη το ποσό των 24.081 ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 23.106 ευρώ και στην τετάρτη το ποσό των 32.466 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης διακρίσεις. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Ι) Κατά τις διατάξεις των άρθρων 198 και 199 παρ. 1 και 5 του Ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης", "Οι περιφέρειες που συνιστώνται με τον παρόντα νόμο υπεισέρχονται αυτοδικαίως από την έναρξη της λειτουργίας τους, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των καταργούμενων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και νομαρχιακών διαμερισμάτων, ως προς τις επιχειρήσεις αυτών. Σε αυτά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις περιλαμβάνονται, μέχρι τη λήξη τους, και οι συμβάσεις μίσθωσης έργου, καθώς και οι συμβάσεις εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου" (άρθρο 198). "1. Από την έναρξη λειτουργίας των περιφερειών, υφιστάμενες αμιγείς επιχειρήσεις των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και διαμερισμάτων που καταργούνται, λύονται και τίθενται σε εκκαθάριση. Η εκπλήρωση των σκοπών των επιχειρήσεων που λύονται γίνεται είτε από επιχειρήσεις στις οποίες μετέχει η περιφέρεια είτε από την ίδια την περιφέρεια με αντίστοιχη αναδοχή των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους.... 5. Τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.) που έχουν συσταθεί από τις καταργούμενες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και έχουν πιστοποιηθεί ως τέτοια κατά την οικεία νομοθεσία, περιέρχονται αυτοδικαίως στις οικείες περιφέρειες, από την έναρξη της λειτουργίας τους. Τα ανωτέρω Κ.Ε.Κ. συνεχίζουν να λειτουργούν με τη μορφή σύμφωνα με την οποία ιδρύθηκαν, μέχρι τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται στη συστατική τους πράξη, χωρίς δυνατότητα ανανέωσης. Εξακολουθούν να διέπονται από τις ιδρυτικές τους διατάξεις, τους όρους του καταστατικού τους και τις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου..." (άρθρο 199 παρ. 1 και 5). Η σύσταση των αμιγών επιχειρήσεων των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων είχε προβλεφθεί από τη διάταξη του άρθρου 76 του π.δ/τος 30/1996 "Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης", το οποίο ορίζει τα εξής: "1. Η σύσταση αμιγούς επιχείρησης από Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ή η συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση γίνεται μετά από πλήρη οικονομοτεχνική μελέτη και απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αποτελεί το καταστατικό της επιχείρησης και σε περίπτωση συστάσεως εμπράγματων δικαιωμάτων μεταγραπτέο τίτλο στο υποθηκοφυλακείο. 2. Στην απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου για τη σύσταση αμιγούς επιχείρησης αναφέρονται η επωνυμία, ο σκοπός, η διάρκεια και η έδρα της επιχείρησης, η διοίκηση, το κεφάλαιο, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο αναγκαίο κατά την κρίση του νομαρχιακού συμβουλίου. 3. Οι παραπάνω Επιχειρήσεις των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από αυτό το νόμο. 4. Η ευθύνη Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, που συνιστά ή συμμετέχει σε αμιγή επιχείρηση, περιορίζεται στο ποσό της συμμετοχής της στο κεφάλαιο της επιχείρησης....", το δε άρθρο 15 του π.δ/τος 331/1996 "Σύσταση και λειτουργία αμιγών νομαρχιακών και διανομαρχιακών επιχειρήσεων από τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και τα Νομαρχιακά Διαμερίσματα" προβλέπει για τη διάλυσή τους τα εξής: "1. Οι επιχειρήσεις διαλύονται: α) με τη συμπλήρωση του χρόνου για τον οποίο είχαν συσταθεί, εφόσον δεν έχει παραταθεί. β) σε περίπτωση πτώχευσης της επιχείρησης και γ) σε κάθε άλλη περίπτωση που προβλέπεται από τη συστατική πράξη. Η διάλυση γίνεται με τον ίδιο τρόπο και διαδικασία που συστήθηκε η επιχείρηση. 2. Τη διάλυση της επιχείρησης ακολουθεί η εκκαθάριση. Εκτός από την περίπτωση της πτώχευσης, η εκκαθάριση γίνεται από εκκαθαριστές που ορίζονται από το νομαρχιακό συμβούλιο, αν η πράξη σύστασης της επιχείρησης δεν προβλέπει τον ορισμό ειδικών εκκαθαριστών. 3. Με τον ορισμό των εκκαθαριστών παύει αυτοδικαίως η εξουσία των μελών του διοικητικού συμβουλίου και τις αρμοδιότητές του ασκούν οι εκκαθαριστές, εκτός από τις αρμοδιότητές του διοικητικού συμβουλίου που θα κρατήσει το ίδιο το νομαρχιακό συμβούλιο. Επίσης, με τον ορισμό των εκκαθαριστών παύει αυτοδικαίως η εξουσία των ελεγκτών. Οι διοριζόμενοι εκκαθαριστές οφείλουν, μόλις αναλάβουν τα καθήκοντά τους, να ενεργήσουν απογραφή της περιουσίας της επιχείρησης. 4. Στην εκκαθάριση διεκπεραιώνονται οι εκκρεμείς υποθέσεις, εισπράττονται οι απαιτήσεις, ρευστοποιείται η περιουσία και πληρώνονται τα χρέη της επιχείρησης. Τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία που απομένουν περιέχονται στη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση ή στο νομαρχιακό διαμέρισμα που έχει συστήσει την επιχείρηση. Οι λογαριασμοί της εκκαθάρισης εγκρίνονται από το νομαρχιακό συμβούλιο, το οποίο επίσης αποφασίζει για την απαλλαγή των εκκαθαριστών, από κάθε ευθύνη." Αντιθέτως, η σύσταση των μη αμιγών επιχειρήσεων προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 77 του ως άνω π.δ/τος 30/1996, όπου ορίζονταν τα εξής: "Η σύσταση ή η συμμετοχή, σε επιχείρηση που δεν είναι αμιγής, της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, γίνεται ύστερα από πλήρη οικονομοτεχνική μελέτη, με απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται η επωνυμία, ο σκοπός, η διάρκεια και η έδρα της επιχείρησης, τα περιουσιακά στοιχεία που εισφέρονται, το ποσό συμμετοχής στο κεφάλαιο της επιχείρησης και η εκπροσώπηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης στα όργανα της επιχείρησης. Οι επιχειρήσεις αυτής της παραγράφου λειτουργούν με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας ή της εταιρείας μικτής οικονομίας ή της αστικής εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Με την ίδια διαδικασία είναι δυνατή η συμμετοχή Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης σε κοινοπραξία." Ο νόμος, δηλαδή, διακρίνει μεταξύ αμιγών επιχειρήσεων, που λύονται αυτοδικαίως από την έναρξη λειτουργίας των Περιφερειών, οπότε και τίθενται αυτές σε εκκαθάριση, οι δε Περιφέρειες, είτε οι ίδιες είτε δια των επιχειρήσεων στις οποίες μετέχουν, αναλαμβάνουν την εκπλήρωση των σκοπών τους με αντίστοιχη αναδοχή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, και μη αμιγών, όπου οι Περιφέρειες δεν υπεισέρχονται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις αυτές αλλά, εφόσον αποφασιστεί η λύση τους, ακολουθείται η συνήθης διαδικασία της εκκαθάρισης, στην οποία η υπό εκκαθάριση επιχείρηση εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές και όχι από την Περιφέρεια. Μεταξύ του κειμένου του νόμου, όπως αυτό εκτέθηκε παραπάνω, και της οικείας αιτιολογικής έκθεσης, που αναφέρει ότι "στο άρθρο 198 προβλέπεται η ομαλή διαδοχή της περιφέρειας ως προς τις υφιστάμενες επιχειρήσεις των καταργουμένων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και νομαρχιακών διαμερισμάτων, με ρητή πρόβλεψη για την αυτοδίκαιη υπεισέλευση των περιφερειών σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ανωτέρω επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων και των συμβάσεων μίσθωσης έργου και συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου...", υπάρχει αντίφαση, γιατί, ενώ το κείμενο του νόμου αναφέρει ότι οι περιφέρειες υπεισέρχονται από την έναρξη της λειτουργίας τους σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των καταργούμενων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και νομαρχιακών διαμερισμάτων, ως προς τις επιχειρήσεις αυτών, η αιτιολογική έκθεση αναφέρεται σε υπεισέλευση των περιφερειών στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι συνιστώμενες περιφέρειες ευθύνονται εις ολόκληρον με τις επιχειρήσεις, που είχαν συστήσει οι καταργούμενες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις. Μια τέτοια όμως ερμηνεία είναι εσφαλμένη, όχι μόνο γιατί στην προκειμένη περίπτωση υπερισχύει το κείμενο του νόμου, αλλά και γιατί οι συσταθείσες από τις καταργούμενες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και νομαρχιακά διαμερίσματα επιχειρήσεις δεν καταργούνται συλλήβδην όλες. Εκείνες που καταργούνται είναι οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και όχι οι επιχειρήσεις που αυτές είχαν συστήσει. Επομένως ζήτημα διαδοχής και κατ' ακολουθία ανάγκη ρύθμισης υπάρχει μόνο για τις καταργούμενες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και όχι για τις επιχειρήσεις αυτών. Οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις δεν ευθύνονταν εις ολόκληρον με τις επιχειρήσεις τις οποίες είχαν συστήσει. Αντιθέτως, η συμμετοχή τους στις επιχειρήσεις αυτές, είτε ήταν αμιγείς είτε όχι, περιοριζόταν στο ποσό της εισφοράς τους στο μετοχικό κεφάλαιο. Αφού λοιπόν οι καταργούμενες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις δεν ευθύνονταν εις ολόκληρον με τις νομαρχιακές επιχειρήσεις, οι συνιστώμενες περιφέρειες, που διαδέχονται τις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, δεν υπάρχει λόγος να ευθύνονται εις ολόκληρον με τις επιχειρήσεις, εκτός και αν ο νόμος το όριζε ρητά. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Ο νόμος δεν ορίζει ότι οι περιφέρειες ευθύνονται εις ολόκληρον με τις νομαρχιακές επιχειρήσεις. Μια τέτοια ρύθμιση, αν ήταν αυτή η βούληση του νομοθέτη, θα ήταν πιο εύκολο να διατυπωθεί με την πρόταση: "οι περιφέρειες ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι τρίτων, με τις επιχειρήσεις των καταργούμενων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων" και όχι με την προαναφερόμενη, χρήζουσα ερμηνείας, διάταξη. Εξάλλου, όπου ο νόμος ήθελε οι περιφέρειες να αναλάβουν υποχρεώσεις νομαρχιακών επιχειρήσεων το όρισε ρητά και λεπτομερειακά, όπως συμβαίνει στο επόμενο άρθρο 199, που αφορά στις αμιγείς επιχειρήσεις των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, για τις οποίες προβλέπεται ότι από την έναρξη λειτουργίας των περιφερειών λύονται αυτές και τίθενται σε εκκαθάριση, η εκπλήρωση δε των σκοπών των καταργούμενων αυτών επιχειρήσεων γίνεται είτε από τις επιχειρήσεις στις οποίες μετέχει η Περιφέρεια, είτε από την ίδια την Περιφέρεια με αντίστοιχη αναδοχή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους. Συνακόλουθα τούτων, το πρώτο εδάφιο της διάταξης του άρθρου 198 αποκτά νόημα, γιατί με την κατάργηση των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και των νομαρχιακών διαμερισμάτων οι επιχειρήσεις που είχαν συστήσει οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις θα ευρίσκονταν πλέον χωρίς να υπάρχουν τα νομικά πρόσωπα που τις ίδρυσαν, στην έγκριση των οποίων υπέκειντο ορισμένες πράξεις τους. Περαιτέρω, στο δεύτερο εδάφιο ορίζεται ειδικότερα, ότι στα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνονται μέχρι τη λήξη τους και οι συμβάσεις μίσθωσης έργου, καθώς και οι συμβάσεις εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου. Δεν ορίζονται τα υποκείμενα των συμβάσεων αυτών, δηλαδή ποιες συμβάσεις μίσθωσης έργου - μεταξύ τίνων - της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και της επιχείρησης ή μεταξύ της επιχείρησης και τρίτων, και ποιες συμβάσεις εργασίας, δηλαδή συμβάσεις εργασίας μεταξύ της επιχείρησης και τρίτων ή συμβάσεις εργασίας της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης. Εναρμονισμένη με το πρώτο εδάφιο ερμηνεία επιβάλλει να γίνει δεκτό ότι η ρύθμιση αυτή είναι ειδική, αφορά τις επιχειρήσεις των καταργούμενων αυτοδιοικήσεων, αναφέροντας δε ο νόμος τις συμβάσεις αυτές εννοεί τις συμβάσεις μεταξύ της επιχείρησης και τρίτων. Πράγματι, η αντίθετη άποψη, ότι ο νόμος εννοεί τις συμβάσεις μεταξύ της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης, η οποία καταργείται, και της επιχείρησης, καλύπτεται πλήρως από τη γενική ρύθμιση στο ακροτελεύτιο άρθρο 283 παρ. 2 του Ν. 3852/2010, που ορίζει ότι "Από την έναρξη λειτουργίας των περιφερειών καταργούνται οι ενιαίες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και τα νομαρχιακά διαμερίσματα. Οι περιφέρειες υπεισέρχονται, αυτοδικαίως, μετά την έναρξη ασκήσεως των αρμοδιοτήτων τους, σε όλα τα δικαιώματα, περιλαμβανομένων και των εμπραγμάτων, καθώς και στις υποχρεώσεις των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων" (ΑΠ 647/2021, ΑΠ 1094/2021, ΑΠ 198 και 199/2019). ΙΙ) Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 199 παρ. 3, 4 και 6 του Ν. 3852/2010 ορίζεται ότι "3. Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των αμιγών επιχειρήσεων που λύονται, μεταφέρεται στην επιχείρηση που αναλαμβάνει τους σκοπούς της ή στην περιφέρεια και κατατάσσεται σε αντίστοιχες θέσεις με απόφαση του περιφερειακού συμβουλίου μετά από εισήγηση της εκτελεστικής επιτροπής. 4. Το μεταφερόμενο προσωπικό κατατάσσεται σε προσωποπαγείς θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αντίστοιχης εκπαιδευτικής βαθμίδας και αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας, διέπεται δε, ως προς τους όρους και το ύψος της αμοιβής της εργασίας του, από τα ισχύοντα εκάστοτε για το προσωπικό των φορέων, στους οποίους μεταφέρονται. Η πράξη κατάταξης του προσωπικού εκδίδεται από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο χρόνος υπηρεσίας του προσωπικού στις επιχειρήσεις από τις οποίες μεταφέρεται λαμβάνεται υπόψη για όλες τις μισθολογικές και ασφαλιστικές συνέπειες. 5.... 6. Για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των Κ.Ε.Κ., που έχουν συνταθεί από τη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση ή στα οποία συμμετέχουν, κατά πλειοψηφία, φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης και τα οποία συγχωνεύονται, λύονται ή εξαντλείται ο χρόνος λειτουργίας τους κατά τη συστατική τους πράξη, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου." Τέλος, με το άρθρο 15 του Ν. 4225/2014 ορίζεται ότι "Αποφάσεις μεταφοράς προσωπικού με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και κατάταξής τους σε προσωποπαγείς θέσεις σύμφωνα με το άρθρο 44 του Ν. 3979/2011 (Α' 138) και του άρθρου 199 του Ν. 3852/2010 (Α' 87), οι οποίες δεν δημοσιεύθηκαν για οποιονδήποτε λόγο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δημοσιεύονται με αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία υπογραφής της σχετικής απόφασης του περιφερειακού συμβουλίου." Με τις ανωτέρω διατάξεις ρυθμίζονται κατά τρόπο εναίο τα θέματα της κατάταξης και της μισθολογικής κατάστασης του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των Κ.Ε.Κ., τα οποία είτε έχουν συσταθεί από τη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση και λειτουργούν υπό τη μορφή αμιγών επιχειρήσεων είτε συμμετέχουν σ' αυτά, κατά πλειοψηφία, φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης και λειτουργούν υπό τη μορφή μη αμιγών επιχειρήσεων. Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές ορίζεται ότι το προσωπικό των αναφερομένων στο άρθρο 199 παρ. 6 του Ν. 3852/2010 Κ.Ε.Κ., τα οποία συγχωνεύονται, λύονται ή εξαντλείται ο χρόνος λειτουργίας τους κατά τη συστατική τους πράξη, μεταφέρεται στην περιφέρεια και, κατόπιν απόφασης του περιφερειακού συμβουλίου μετά από εισήγηση της εκτελεστικής επιτροπής, κατατάσσεται σε προσωποπαγείς θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αντίστοιχης εκπαιδευτικής βαθμίδας και αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας, και διέπεται, ως προς τους όρους και το ύψος της αμοιβής της εργασίας του, από τα ισχύοντα εκάστοτε για το προσωπικό των φορέων στους οποίους μεταφέρεται, ότι η πράξη κατάταξης του προσωπικού εκδίδεται από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία υπογραφής της σχετικής απόφασης του περιφερειακού συμβουλίου και ότι ο χρόνος υπηρεσίας του προσωπικού στις επιχειρήσεις από τις οποίες μεταφέρεται λαμβάνεται υπόψη για όλες τις μισθολογικές και ασφαλιστικές συνέπειες. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες που αναφέρονται στην υπό στοιχ. Ι μείζονα σκέψη συνάγεται ότι οι συσταθείσες με τον Ν. 3852/2010 περιφέρειες δεν υπεισέρχονται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις των μη αμιγών νομαρχιακών επιχειρήσεων, για τις οποίες, εφόσον αποφασιστεί η λύση τους, ακολουθείται η συνήθης διαδικασία της εκκαθάρισης, κατά τη διάρκεια της οποίας η υπό εκκαθάριση επιχείρηση εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές και όχι από την Περιφέρεια. Η τελευταία όμως, όσον αφορά το μεταφερόμενο σ' αυτήν προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των αμιγών νομαρχιακών επιχειρήσεων, καθώς και των Κ.Ε.Κ. που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 199 του ανωτέρω νόμου, καθίσταται εργοδότης από την ημερομηνία υπογραφής της απόφασης του περιφερειακού συμβουλίου για τη μεταφορά του εν λόγω προσωπικού, ασχέτως του χρόνου δημοσίευσης αυτής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπως προκύπτει από την αδιάστικτη διατύπωση του άρθρου 15 του Ν. 4225/2014. Συνεπώς, η Περιφέρεια υπεισέρχεται από την ως άνω ημερομηνία στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των προαναφερόμενων Κ.Ε.Κ. από τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που είχαν συναφθεί μεταξύ αυτών και του μεταφερόμενου προσωπικού τους. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022). Η εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση του διαδίκου συνιστά παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 152/2022, ΑΠ 1072/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 198 και 199 του Ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης" και 15 του Π.Δ. 331/1996 "Σύσταση και λειτουργία αμιγών νομαρχιακών και διανομαρχιακών επιχειρήσεων από τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και τα Νομαρχιακά Διαμερίσματα", η οποία είχε ως συνέπεια την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμου του (αρνητικού της βάσης της αγωγής) ισχυρισμού του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτού. Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Στις 29.1.1998 καταχωρίστηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ενιαίο Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης της Αυτοδιοίκησης Νομού ... (ΕΝ.Κ.Ε.Κ.Α. Α.Ε.)", περίληψη δε του καταστατικού της δημοσιεύτηκε νόμιμα στο Φ.Ε.Κ. Α.Ε. Ε.Π.Ε. με αριθμό 584/3.2.1998. Το διοικητικό της συμβούλιο, δυνάμει του υπ' αριθ. ... πρακτικού συνεδρίασης, προέβη σε ρυθμίσεις σχετικές με το προσωπικό, ενόψει του ότι στην προσεχή Γενική Συνέλευση επρόκειτο να τεθεί θέμα λύσης της (άρθρο 199 ν. 3852/2010) και προκειμένου να ληφθεί μέριμνα για τους εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 199 παρ. 6 ν. 3852/2010, αποφασίστηκε ομόφωνα ότι το προσωπικό της εταιρίας που θα μεταφερόταν στην Περιφέρεια βάσει του ως άνω άρθρου λογίζεται ως προσωπικό αυτής (της εταιρίας) και μετά τη λύση της και μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταφοράς του στην Περιφέρεια, χωρίς να διακόπτεται η υφιστάμενη εργασιακή σχέση ούτε η μισθοδοσία και η ασφαλιστική του κάλυψη. Στο ίδιο πρακτικό αναφέρεται ότι μετά τη λύση της εταιρίας η εταιρία συνεχίζει να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης και ως το πέρας αυτής και ότι μετά τη λύση παύει η εξουσία του ΔΣ και την εκπροσώπηση της εταιρίας έχουν οι εκκαθαριστές (όχι η Περιφέρεια), χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε μη αμιγή επιχείρηση, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Στις 16.6.2011 καταχωρίστηκε στο Μ.Α.Ε. το υπ' αριθ. 19/6.6.2011 πρακτικό της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της ΑΕ, βάσει του οποίου η γενική συνέλευση αποφάσισε τη λύση της εταιρίας και προχώρησε στο διορισμό εκκαθαριστών, η σχετική δε ανακοίνωση καταχώρισης δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. Α.Ε.-.Ε.Π.Ε.-Γ.Ε.ΜΗ. με αριθμό 4939/27.6.2011. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το μετοχολόγιο της πρώτης εναγομένης κατά τον χρόνο λύσης της μέτοχοι είναι η Περιφέρεια Θεσσαλίας ως καθολική διάδοχος της καταργηθείσας ΝΑ με ποσοστό επί του μετοχικού κεφαλαίου 43,25%, η ΤΕΔΚ Ν. ... με ποσοστό επί του μετοχικού κεφαλαίου 28,58%, ο Δήμος ... με ποσοστό επί του μετοχικού κεφαλαίου 4,94% , η ΑΝ.ΚΑ ΑΕ με ποσοστό επί του μετοχικού κεφαλαίου 8,90%,το Επιμελητήριο ... με ποσοστό επί του μετοχικού κεφαλαίου 8,90%, ο Δ. Μ. με ποσοστό επί του μετοχικού κεφαλαίου 1,48%, ο Δ. Σ. με ποσοστό επί του μετοχικού κεφαλαίου 2,47% και ο Δ. Π. με ποσοστό επί του μετοχικού κεφαλαίου 1,48%. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες εργάστηκαν στο ως άνω Κ.Ε.Κ., η πρώτη ως βοηθός λογιστή, με χρονολογία πρόσληψης την 29.1.1998, η δεύτερη ως υπάλληλος γραφείου, με χρονολογία πρόσληψης την 8.3.1999, ο τρίτος ως υπάλληλος γραφείου, με χρονολογία πρόσληψης την 8.11.1999 και η τέταρτη ως διευθύντρια του Κ.Ε.Κ., με χρονολογία πρόσληψης την 29.1.1998. Εν συνεχεία, το Περιφερειακό Συμβούλιο Θεσσαλίας, με την υπ' αριθ. 167/15.9. 2011 απόφασή του, αποφάσισε ομόφωνα τη μεταφορά στην Περιφέρεια Θεσσαλίας των εναγόντων, οι οποίοι εργάζονταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στο προαναφερθέν Κ.Ε.Κ. και, παράλληλα, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 199 ν. 3852/2010, τη σύσταση τεσσάρων αντίστοιχων προσωποπαγών θέσεων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην Περιφέρεια Θεσσαλίας. Ωστόσο, η απόφαση αυτή, αν και λήφθηκε στις 15.9.2011, δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. (τεύχος Β' με αριθμό 179/31.1.2014), ως εξής: μεταφορά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 ν. 4225/2014, του προσωπικού με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της πρώτης εναγομένης στην Περιφέρεια Θεσσαλίας και σύσταση αντίστοιχων προσωποπαγών θέσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 199 του ν. 3852/2010, ήτοι δημοσιεύθηκε σχεδόν τρία χρόνια μετά από τη λήψη της, με αναδρομική όμως ισχύ. Επίσης, με την υπ' αριθ. 26179/354/10.2.2014 (Φ.Ε.Κ. Β' 394/19-2-2014) απόφαση, ο Περιφερειάρχης Θεσσαλίας αποφάσισε την κατάταξη των εναγόντων σε προσωποπαγείς θέσεις της Περιφέρειας (ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων για τους πρώτη, δεύτερη και τρίτο ενάγοντες και ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού για την τέταρτη ενάγουσα), ως μεταφερόμενου προσωπικού από το Κ.Ε.Κ. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες από τον Ιούλιο του 2011 απασχολούνταν ως υπάλληλοι στην Περιφερειακή Ενότητα .... Συνεπώς, βάσει της υπ' αριθ. 2/2011 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του Κ.Ε.Κ. εξακολούθησαν να θεωρούνται προσωπικό της ανώνυμης εταιρίας μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία μεταφοράς τους στην Περιφέρεια.... Στη συνέχεια το δεύτερο εναγόμενο, μετά τη δημοσίευση στο ΦΕΚ (Φ.Ε.Κ. Β' 394/19-2-2014) της υπ' αριθ. 26179/354/10.2.2014 απόφασης του Περιφερειάρχη Θεσσαλίας, περί κατάταξης των εναγόντων σε προσωποπαγείς θέσεις της Περιφέρειας, προέβη ενώπιον του Τμήματος Κοιν. Επιθεώρησης ... σε αναγγελίες πρόσληψης των εναγόντων, με ημερομηνία (πρόσληψης) για τους μεν πρώτη, δεύτερη και τρίτο την 6.5.2014, για τη δε τέταρτη την 12.5.2014 και με μικτές αποδοχές (μηνιαίες) 1.250 ευρώ, 1.158 ευρώ, 1.108 ευρώ και 1.588 ευρώ αντίστοιχα για κάθε ενάγοντα. Με βάση λοιπόν τα προαναφερόμενα, το δεύτερο εναγόμενο .... κατέστη εργοδότης των εναγόντων, σύμφωνα με τους όρους των παρ. 3 και 4 του άρθρου 199 ν.3852/2010 (ήτοι με τους όρους και το ύψος αμοιβής εργασίας των εναγόντων να διέπονται από τα ισχύοντα εκάστοτε για το προσωπικό του δευτέρου εναγομένου), από την 15.9.2011, δηλαδή ευθύνεται για όσες υποχρεώσεις δημιουργήθηκαν από τη λήψη της υπ' αριθ. 167/15.9.2011 απόφασης, με την οποία αποφασίστηκε από το Περιφερειακό Συμβούλιο Θεσσαλίας η μεταφορά των ανωτέρω προσώπων (εναγόντων) στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, η οποία (απόφαση) ωστόσο, ναι μεν δημοσιεύθηκε στις 31.1.2014, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 4225/2014 (ΦΕΚ Α' 2/7/1/2014), οι αποφάσεις μεταφοράς προσωπικού με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και κατάταξής τους σε προσωποπαγείς θέσεις σύμφωνα με το άρθρο 44 του ν. 3979/2011 και το άρθρο 199 του ν. 3852/2010, οι οποίες δεν δημοσιεύθηκαν για οποιονδήποτε λόγο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δημοσιεύονται με αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία υπογραφής της σχετικής απόφασης του περιφερειακού συμβουλίου, ήτοι έχει αναδρομική δύναμη από την 15.9.2011. Εξάλλου στο υπ' αριθ. 179/31.1.2014 Φ.Ε.Κ. γίνεται ρητή αναφορά ότι η μεταφορά του προσωπικού γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 4225/2014. Ενόψει τούτων το δεύτερο εναγόμενο ευθύνεται ως εργοδότης των εναγόντων από τις 15.9.2011 (δηλαδή από τη λήψη της ως άνω απόφασης του περιφερειακού συμβουλίου), επιβαρυνόμενο με τα ποσά που οι ενάγοντες θα εισέπρατταν πλέον ως απασχολούμενοι -μετά την ως άνω πρόσληψη τους- σε αυτό (δεύτερο εναγόμενο). Συνεπώς ο ισχυρισμός του δευτέρου εναγομένου περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης για το από 15.9.2011 και μετέπειτα διάστημα, αφού έκτοτε το τελευταίο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 199 παρ. 3 και 4 του ν. 3852/2010, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, ενώ πρέπει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του για το προγενέστερο αγωγικό διάστημα, ήτοι για τις επίδικες αξιώσεις του διαστήματος από 1.7.2011 μέχρι 14.9.2011 (δεδουλευμένα και επίδομα αδείας 2011, για τα οποία ευθύνεται η πρώτη εναγομένη), οι οποίες(αγωγικές αξιώσεις) και πρέπει να απορριφθούν για τον λόγο αυτό, αφού η ευθύνη του δεν στηρίζεται στο άρθρο 198 ν. 3852/2010, όπως έκρινε εσφαλμένα η εκκαλουμένη". Με αυτές τις παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας ότι νομιμοποιείται παθητικά ο δεύτερος εναγόμενος ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 198 και 199 του Ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης" και 15 του Π.Δ. 331/1996 "Σύσταση και λειτουργία αμιγών νομαρχιακών και διανομαρχιακών επιχειρήσεων από τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και τα Νομαρχιακά Διαμερίσματα", συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 19/2022), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 68/2022, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 19/2022). Ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 26/2022, ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1593/2017, ΑΠ 1632/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς που πρότεινε το αναιρεσείον κατά τη συζήτηση της έφεσης και με σαφή τρόπο διατύπωσε στις προτάσεις του, οι οποίοι έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση, ούτε οι αυτοτελείς ισχυρισμοί στους οποίους επιχειρείται να θεμελιωθεί ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης. Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 99 παρ. 2 του Π.Δ. 30/1996 και 283 παρ. 2 εδ. β' του Ν. 3852/2010, σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (ΑΠ 318/2021, ΑΠ 1354/2018, ΑΠ 1858/2017), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-4-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 13/2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 64/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος, Δήμητρα Ζώη Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ