ΑΡΙΘΜΟΣ 1107/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γκιουγκή, περί αναιρέσεως της 19052/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1480/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 86 παρ. 1 και 2 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις" που ισχύει από 1.1.1996, καμία χρηματική απαίτηση του δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή, πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια ΔΥΟ ή το αρμόδιο τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία ταύτη βεβαίωση. Η χρηματική απαίτηση του δημοσίου μετά των συμβιβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή έννοια και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. Εξάλλου κατά το άρθρο 23 παρ. 7 του ν. 2523/1997 ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος (του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997) συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με αυτή για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1γ του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 γ του ν. 2523/1997 κατ' εξακολούθηση, ήτοι για χρέη βεβαιωμένα από τη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 215.520,88 ευρώ. Ειδικότερα το ως άνω ποσό που ήταν της Α.Ε. χρέος ΔΕΒΕ της οποίας ο αναιρεσείων ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-8-2001 και βεβαιώθηκε στην παραπάνω ΔΥΟ την 25-7-2001. Συνεπώς, η χρηματική αυτή απαίτηση του Δημοσίου, μετά και το συνυπολογισμό του χρόνου της αναστολής της παραγραφής, που άρχιζε την 6-10-2005, χρόνο υποβολής προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης της σχετικής αιτήσεως του προϊσταμένου της παραπάνω ΔΥΟ για την άσκηση κατά του αναιρεσείοντος ποινικής διώξεως και έληγε την 30-11-2005, χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης τελεσίδικης αποφάσεως, παραγράφεται το έτος 2007. Εντεύθεν η παραγραφή του εν λόγω εγκλήματος, της μη καταβολής χρέους προς το Δημόσιο, συμπληρώνεται το έτος 2012 (2007 + 5). Συνεπώς, κατά την 30.11.2005, που εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η πιο πάνω αξιόποινη πράξη δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή, όπως δέχθηκε και το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1,3, 112 ΠΚ και 25 παρ. 1 Ν 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 7 του Ν. 2523/1997 και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, σημειουμένου εδώ ότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 34 πα. 2 Ν. 3220/2004, γιατί η διάταξη αυτή είναι δυσμενέστερη, σχετικώς με το θέμα της αναστολής της παραγραφής. Από τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, προκύπτει, ότι η ποινική δίωξη του θεσπιζομένου από αυτήν εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, προϋποθέτει απλή αίτηση του προϊσταμένου της οικείας οικονομικής υπηρεσίας ή τον τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικείου της έδρας τους. Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν της από 6-10-2003 αιτήσεως του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε, εις βάρος του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1γ Ν. 1882/1994, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 23 Ν 2523/1997, δηλαδή για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου και καταδικάστηκε με την προσβαλλομένη σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, μετατραπείσα προς 440 ευρώ ημερησίως. Εφόσον, νομίμως είχε υποβληθεί η αίτηση από τον αρμόδιο Προϊστάμενο της οικείας οικονομικής υπηρεσίας, νομίμως ασκήθηκε εις βάρος του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για την παραπάνω πράξη, για την οποία τελικώς καταδικάσθηκε και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1Η ΚΠΔ για υπέρβαση εξουσίας και ειδικότερα γιατί αυτός (αναιρεσείων) καταδικάστηκε για αδίκημα για το οποίο δεν είχε υποβληθεί νομίμως (δηλαδή εντός μηνός από της οριστικοποιήσεως της φορολογικής εγγραφής) η ως άνω αίτηση, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, τόσο μάλλον καθόσον η διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 του Ν. 1591/1986, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την υπ' αριθμ. 1105135/9049/0009/3.10.1989 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 51 του Ν. 1882/1990 και η οποία προβλέπει την, εκ μέρους του Προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς υποχρεωτικώς μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφορά τις παραβάσεις του άρθρου 31 του Ν. 1591/1986, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται η μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ανεξαρτήτως του ότι η ως άνω τασσομένη προθεσμία δεν είναι αποκλειστική, αλλ' ενδεικτική και σε περίπτωση παραβιάσεώς της δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 117 παρ. 1 ΠΚ, κατά το οποίο, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξεως, το αξιόποινο εξαλείφεται, αν ο δικαιούχος δεν υποβάλλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για ένα από τους συμμετόχους. Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του αδικήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ως άνω αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλομένους από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στην μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που εδίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "ΔΕΒΕ - Διαφημιστική Εταιρεία Βορείου Ελλάδος", καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1γ του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 δηλαδή για μη καταβολή βεβαιωμένων την 25-7-2001 χρεών προς το Δημόσιο, το οποίο ήταν εφάπαξ καταβλητέο την 31-8-2001. Εφόσον, το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο, εχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, αναγκαίως θεώρησε ως νομίμως υποβληθείσαν την αίτηση του Προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ Φ ΑΕ Θεσσαλονίκης, απορρίψαν, έτσι, εκ του πράγματος του αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως, "λόγω εκπρόθεσμης υποβολής εγκλήσεως". Επομένως, ο υπό στοιχ. 3α λόγος της αιτήσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, για τη δίωξη του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, δεν απαιτείται η αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του τελωνείου προς τον Εισαγγελέα της έδρας του να συνοδεύεται από κεκυρωμένα αντίγραφα α) Της οικείας εκθέσεως φορολογικού ελέγχου, β) της καταλογιστικής πράξεως του ένδικου φόρου και γ) των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Συνεπώς, το ως Εφετείο δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για παράβαση της προπαρατεθείσης διατάξεως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 Η ΚΠΔ και ο υπό στοιχ. 3γ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, αυτήν, προφανώς, την έννοια έχων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Τέλος, ο από στοιχ. 3β λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο, παρανόμως επιβλήθηκε πρόστιμα στην εταιρεία ΔΕΒΕ ΑΕ, η οποία έπαψε να υφίσταται νομικοί από 1-8-1995, καθώς τα μέλη του Δ.Σ. μειώθηκαν σε δύο και (παρανόμως) ασκήθηκαν ποινικές διώξεις εις βάρος των μελών της, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, γιατί δεν πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση με κάποιο συγκεκριμένο λόγο που προβλέπει το άρθρο 510 ΚΠΔ. Απορριπτομένων όλων των λόγων της αιτήσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 19052/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαϊου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαϊου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ