Αριθμός 709/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Χαρτοκόλλη, περί αναιρέσεως της 1722/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαρτίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 665/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ λόγω παραγραφής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά αποφάσεως είναι δέκα ημέρες, εκτός αν ο δικαιούμενος διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Η επίδοση δε αυτή πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ΚΠΔ, διαφορετικά, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 154, είναι άκυρη και επομένως δεν αρχίζει η πιο πάνω προθεσμία. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 156 KΠΔ, το οποίο ρυθμίζει τον τρόπο επιδόσεως αποφάσεως ή άλλου εγγράφου της ποινικής διαδικασίας σε πρόσωπο με άγνωστη διαμονή, ως τέτοιο πρόσωπο θεωρείται εκείνο που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το έγγραφο αυτό ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη της παραγράφου 3 εδ. α του άρθρου 155 ΚΠΔ, κατά την οποία, αν ο ενδιαφερόμενος κρατείται στη φυλακή ή σε άλλον καθορισμένο για την κράτηση τόπο, η επίδοση γίνεται στον τόπο αυτόν με κάποιον από τους υπαλλήλους του καταστήματος κράτησης, η επίδοση προς τον κρατούμενο στις φυλακές, γίνεται υποχρεωτικά σε κάθε περίπτωση, στις φυλακές όπου κρατείται. Επομένως, δεν δύναται να θεωρηθεί το πρόσωπο αυτό ως άγνωστης διαμονής, ώστε η προς αυτόν επίδοση να γίνει σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από το Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας ή μη του λόγου αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής. Με την 2114/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων .... καταδικάστηκε, ερήμην, για έκδοση ακαλύπτων επιταγών, κατ΄εξακολούθηση, σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, που μετατράπηκε σε χρηματική, προς 1500 δραχμές ημερησίως, και σε χρηματική ποινή 200.000 δραχμών. Κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 28/9/2001 ως άγνωστης διαμονής, ο αναιρεσείων άσκησε στις 23/8/2005 την 3319/2005 έφεσή του, στην οποία ανέφερε ότι αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα, διότι, κατά το χρόνο επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, αλλά και κατά το χρόνο επιδόσεως της αποφάσεως αυτής, δεν ήταν άγνωστης διαμονής, καθόσον ήταν κρατούμενος στις φυλακές, γεγονός που ήταν γνωστό στις Αρχές. Προέβαλε, δηλαδή, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με την έφεσή του, πλην άλλων, ακυρότητα της γενομένης προς αυτόν επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως. Η έφεση αυτή απορρίφθηκε, με την προσβαλλόμενη 1722/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, με την αιτιολογία ότι ασκήθηκε εκπροθέσμως στις 23-8-2005, δηλαδή μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ προθεσμίας, δεδομένου ότι, από το αποδεικτικό επιδόσεως που ανέφερε, προέκυπτε ότι η εκκαλούμενη πρωτοβάθμια απόφαση επιδόθηκε νομίμως στον εκκαλούντα- αναιρεσείοντα στις 28-9-2001, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 156 ΚΠΔ, ως άγνωστης διαμονής, διότι αυτός αναζητήθηκε στην γνωστή μέχρι τότε διεύθυνσή του στη .... , όπου, όπως διαπιστώθηκε, ήταν άγνωστος. Επίσης στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνονται και τα εξής. "Πρέπει να σημειωθεί ότι ο λόγος της εκπρόθεσμης άσκησης που προβάλλεται από τον εκκαλούντα, ότι δηλαδή δεν έλαβε γνώση της επίδοσης της πιο πάνω απόφασης, διότι κρατείτο στις φυλακές το επίδικο διάστημα, δεν αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου για την εγκυρότητα της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, σ' αυτόν ως αγνώστου διαμονής, διότι αναζητήθηκε στην τελευταία γνωστή στις αρχές κατοικία του, δεν προέβη σε καμία δήλωση μεταβολής αυτής και συνεπώς, εφόσον δεν ανευρέθη στην οδό .... , επακολούθησε η επίδοσή της σ' αυτόν ως αγνώστου διαμονής". Όπως, όμως, προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας και ειδικότερα από τα μνημονευόμενα στα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση έγγραφα. α) τις .... υπηρεσιακές βεβαιώσεις του Πρεβαντορίου Κρατουμένων Άμφισσας, β) το ..... πιστοποιητικό κράτησης του Πρεβαντορίου Κρατουμένων Άμφισσας, γ) το ..... πιστοποιητικό κράτησης του Αγροτικού Σωφρονιστικού Καταστήματος Ανηλίκων Κασσαβετείας, δ) το από ..... αποφυλακιστήριο του Αγροτικού Σωφρονιστικού Καταστήματος Ανηλίκων Κασσαβετείας, και ε) το ..... πιστοποιητικό του Αγροτικού Σωφρονιστικού Καταστήματος Ανηλίκων Κασσαβετείας, ο αναιρεσείων ήταν έγκλειστος στις φυλακές κατά το διάστημα από 28-11-2000 μέχρι 20-12-2004. Συνεπώς, κατά το χρόνο της επιδόσεως προς αυτόν της πιο πάνω αποφάσεως, δεν ήταν άγνωστης διαμονής και η γενόμενη σ' αυτόν επίδοση, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, ήταν άκυρη, με αποτέλεσμα να μη αρχίσει η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου της εφέσεως, η οποία, κατόπιν τούτου, ασκήθηκε παραδεκτώς. Με το να αποφανθεί τα αντίθετα το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η ΚΠΔ, κατά τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί και να κριθεί αν η έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς και, σε καταφατική περίπτωση, να κριθεί η παραγραφή ή όχι του αξιοποίνου της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα πράξεως, δεδομένου ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να αποφανθεί περί του παραδεκτού ή όχι του ενδίκου μέσου της εφέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1722/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2007. Ο AΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ