Αριθμός 188/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη-Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Ζ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Στάθη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1798/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. .... . Και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 , που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 143/2005. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα στα οποία θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων την 1.40΄ ώρα της 25.3.1994, ενεργώντας από κοινού με τους υπόλοιπους συγκατηγορουμένους του Χ1, Χ2 και .... , που έχει αποβιώσει, αφού πλησίασαν τον πεζοπορούντα στη συμβολή των οδών .... και .... Ψ1 , επιτέθηκαν κατ' αυτού και με σωματική βία, όπως σπρωξιές, αλλά και απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, που όλοι χρησιμοποίησαν και εκτόξευσαν αντιστοίχως εναντίον του τελευταίου, έκαμψαν την αντίσταση αυτού και εξουδετέρωσαν τη βούλησή του και στη συνέχεια αφαίρεσαν από την κατοχή εκείνου ένα ρολόι χειρός τύπου ROLEX, αξίας 500.000 δραχμών, ένα μπουφάν που φορούσε, το πορτοφόλι του που περιείχε 9.000 δραχμές και διάφορα άλλα ατομικά του έγγραφα, όπως το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας και απόδειξη πληρωμής για να ιδιοποιηθούν παράνομα όλα αυτά. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ληστείας, τελεσθείσας κατά συναυτουργία. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ουσιαστικές διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως να εκτίθεται σ' αυτή τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί να αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους. Ούτε περαιτέρω ελλείπει η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκ του ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς, αφού αρκούσε η αναφορά ότι καθένας απ' αυτούς με τη σύμπραξή του στην εκτέλεση πραγμάτωσε την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ληστείας. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. μοναδικός λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, ψέγεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20.12.2004 αίτηση του Ζ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1798/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ