Αριθμός 524/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία - Μαρία Μασσαλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τους Προϊστάμενους των Δ.Ο.Υ. Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ. και Δ.Ο.Υ. Ιωαννίνων, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Βερροπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/10/2017 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 493/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6931/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/5/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 20.5.2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αριθμό 6931/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (αρθ. 979 παρ.2, 933 επ., 937 παρ.3, 614 επ. ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τη τροποποίησή τους με το ν. 4335/2015), η οποία απέρριψε την έφεση του ασκήσαντος ανακοπή, ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης ( e-ΕΦΚΑ)" (ήδη αναιρεσείοντος) κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσιβλήτου) με αίτημα τη μεταρρύθμιση του με αριθμό ... πίνακα κατατάξεως δανειστών της συμβολαιογράφου Μελπομένης Μπαρλαμά του Αθανασίου, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου. Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετίας από την στις 14.12.2020 δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δεδομένου ότι δεν προέκυψε επίδοση της τελευταίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Σημειωτέον, ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως δεν απαιτείται από το αναιρεσείον e-ΕΦΚΑ η κατάθεση παραβόλου κατ' άρθρο 495 ΚΠολΔ, καθώς με το άρθρο 62 παρ.3 περ. Θ' του ν. 4387/2016 τούτο εξαιρείται από τη σχετική υποχρέωση. Με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.3 του ν. 4335/2015 "Μεταβατικές και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020, το οποίο φέρει τον τίτλο "Ερμηνευτική διάταξη ως προς το χρόνο εφαρμογής των νόμων 4335/2015 και 4336/2015 σε εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη κηρυχθείσες πτωχεύσεις", ορίζεται στο εδ. α` αυτού ότι κατά την αληθή τους έννοια οι διατάξεις του άρθρου ογδόου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (δηλαδή οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος αυτός στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης) δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, στο δε εδ. β` ότι για την κατάταξη των πιστωτών στην παραπάνω πρώτη περίπτωση λαμβάνεται υπόψη το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020, που είναι γνήσια ερμηνευτική και ως εκ τούτου έχει αναδρομική δύναμη, το προϊσχύσαν δίκαιο εφαρμόζεται σε όλα τα ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης, περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάταξης των δανειστών στο σχετικό πίνακα, όταν η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η εκτέλεση, είχε επιδοθεί πριν την 1.1.2016. Ως επιταγή δε νοείται εκείνη που στηρίζει την περαιτέρω κύρια εκτελεστική διαδικασία, η οποία αρχίζει με την επιβολή κατάσχεσης επί χρηματικών απαιτήσεων, όχι δε τυχόν προηγούμενες επιταγές, κατόπιν των οποίων δεν επακολούθησε κατάσχεση εντός έτους ή και άλλες περαιτέρω πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των δικονομικών τους συνεπειών (άρθρο 926 παρ. 2 ΚΠολΔ), ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εκείνες από τις οποίες εγκύρως παραιτήθηκε ο επισπεύδων ( ΑΠ 224/2022, ΑΠ 1151/2021). Από τα άρθρα 974-980, 1006 παρ.3 και 1007 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για τη σύνταξη του πίνακα κατατάξεως ισχύει το σύστημα της σύμμετρης κατάταξης, όταν το πλειστηρίασμα δεν επαρκεί για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθεισών απαιτήσεων, η οποία δεν έχει την έννοια της κατά κεφαλήν κατάταξης, αλλά την ικανοποίηση ανάλογα με το μέγεθος εκάστης απαίτησης, σε συνάρτηση με το υπό διανομή γι' αυτήν πλειστηρίασμα. Το σύστημα της σύμμετρης κατάταξης εφαρμόζεται μεν, όταν έχουν αναγγελθεί και συρρέουν αποκλειστικά μη προνομιούχες (εγχειρόγραφες) απαιτήσεις, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο στην πράξη, καθώς και όταν συρρέουν απαιτήσεις που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και τάξη, οπότε αυτές κατατάσσονται συμμέτρως, διασπάται δε, στη περίπτωση απαιτήσεων εξοπλισμένων με γενικά ή ειδικά προνόμια που προβλέπουν την προνομιακή ικανοποίηση των απαιτήσεων από το πλειστηρίασμα (αρθ. 975,976,977 ΚΠολΔ).Η έμμεση αυτή παράκαμψη της αρχής της σύμμετρης κατάταξης έχει οδηγήσει στην άτυπη καθιέρωση των προνομίων ως κανόνα, με αποτέλεσμα την ερμηνευτική αδρανοποίηση της εν λόγω αρχής, αφού στη πράξη δεν ακολουθείται αυτή ως ερμηνευτική λύση επί ζητημάτων κατάταξης που ανακύπτουν. Η εφαρμογή όμως της σύμμετρης κατάταξης επανέρχεται επί συρροής απαιτήσεων της ίδιας κατηγορίας και τάξης, οπότε αυτές κατατάσσονται συμμέτρως, εκτός από τις ενυπόθηκες ή ασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης απαιτήσεις για τις οποίες ακολουθείται, κατά κανόνα, η κατά το ουσιαστικό δίκαιο οριζόμενη σειρά. Περαιτέρω, όταν αναγγέλλονται μετά τον πλειστηριασμό προς ικανοποίηση από το πλειστηρίασμα απαιτήσεις, που μερικές από αυτές είναι εγχειρόγραφες και άλλες είναι εξοπλισμένες με γενικό και άλλες με ειδικό προνόμιο, ανακύπτει, επί ανεπαρκείας του πλειστηριάσματος, πρόβλημα σχετικά με τη σειρά ικανοποίησής τους. Το ζήτημα αυτό επιλύεται με τις ρυθμίσεις του άρθρου 977 ΚΠολΔ, αλλά και με ειδικές διατάξεις (όπως αρθ. 61 ΚΕΔΕ). Ειδικότερα, σύμφωνα με την τρίτη (3) παράγραφο του άρθρου 977 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και ισχύει, αφορά δε, στις περιπτώσεις που η επιταγή στην οποία στηρίζεται η εκτέλεση επιδόθηκε μετά τις 1.1.2016, ως προεκτέθηκε, " Αν εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 υπάρχουν και απαιτήσεις του άρθρου 976, καθώς και μη προνομιούχες απαιτήσεις, τότε οι απαιτήσεις του άρθρου 976 ικανοποιούνται έως το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%), οι απαιτήσεις του άρθρου 975 έως το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και οι μη προνομιούχες απαιτήσεις έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως...". Με τα άρθρα 975 και 977 ΚΠολΔ όπως ισχύουν, καταργήθηκε το υπερπρονόμιο των απαιτήσεων της τρίτης τάξης των γενικών προνομίων και αποδυναμώθηκαν με ποικίλους τρόπους τα γενικά προνόμια συνολικώς, ενώ καθιερώθηκε και ειδικό, εξ υπαρχής καθορισμένο, ποσοστό του πλειστηριάσματος διατιθέμενο για την ικανοποίηση των μη προνομιούχων (εγχειρόγραφων) δανειστών. Η κατάταξη των μη προνομιούχων απαιτήσεων σε ποσοστό 10% όταν αυτές συντρέχουν με απαιτήσεις εξοπλισμένες με γενικά και ειδικά προνόμια, συνιστά σημαντική τομή στο σύστημα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η δε ρύθμιση αυτή, προβλέφθηκε από τον νομοθέτη με τον σκοπό να ενθαρρύνονται και οι μη προνομιούχοι δανειστές να επιχειρήσουν αναγκαστική εκτέλεση, ώστε ακόμα και αν υπάρχουν προνομιούχοι δανειστές, να λάβουν και αυτοί ποσοστό, έστω μικρό, του πλειστηριάσματος (σχετ. αιτιολογική έκθεση ν. 4335/2015, σελ. 23, άρθρο 977). Περαιτέρω, στη δεύτερη (2) παράγραφο του ιδίου ως άνω άρθρου ρυθμίζεται η σειρά ικανοποίησης των προνομιούχων δανειστών, όταν υπάρχουν περισσότερα γενικά και ειδικά προνόμια, ορίζεται δε, ότι αν υπάρχουν περισσότερες απαιτήσεις από αυτές των άνω άρθρων η κατάταξή τους καθορίζεται από τη σειρά των τάξεων, ώστε προτιμάται η απαίτηση της προηγούμενης τάξης έναντι αυτής της επόμενης τάξης (ΑΠ 1331/2003), αν δε, πρόκειται να καταταγούν απαιτήσεις που ανήκουν στην ίδια τάξη, εφόσον δεν αρκεί το μερίδιό τους προς πλήρη κάλυψή τους, αυτές ικανοποιούνται συμμέτρως, υπό την προεκτεθείσα έννοια της ανάλογης με το μέγεθός τους κατάταξής τους. Από τον συνδυασμό των παραπάνω άρθρων συνάγεται, ότι σε περίπτωση που αναγγέλθηκαν μη προνομιούχες απαιτήσεις (εγχειρόγραφες) ομού με απαιτήσεις με γενικά και ειδικά προνόμια, οι μη προνομιούχες απαιτήσεις ικανοποιούνται έως το 10% του ποσού του πλειστηριάσματος, διανεμητέου στους πιστωτές συμμέτρως, ενώ οι λοιπές προνομιούχες απαιτήσεις, οι μεν έχουσες προνόμιο επάνω σε ορισμένο πράγμα (ειδικό προνόμιο) έως το 65%, οι δε έχουσες γενικό προνόμιο έως το 25% του ποσού του πλειστηριάσματος, κατά την τάξη και σειρά που κατέχουν, συμμέτρως δε εφόσον εντάσσονται στην ίδια κατηγορία προνομιούχων απαιτήσεων. Mε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 42/2022, ΑΠ 1151/2021, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 2913/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, δεκτά τα ακόλουθα: " Σύμφωνα με τη με αριθμό 46973/6.9.2017 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου Μελπομένης Αθανασίου Μπαρλαμά, εκπλειστηριάστηκαν την 6.9.2017 ενώπιόν της, με επίσπευση της δανείστριας Τράπεζας Πειραιώς, δυνάμει του πρώτου απογράφου εκτελεστού της με αριθμό 21/24.6.2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα αναφερόμενα και λεπτομερώς περιγραφόμενα στην ανωτέρω έκθεση καθώς και στη με αριθμό 31/3.2.2017 κατασχετήρια έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Φ. Α.. Σ., ακίνητα, ιδιοκτησίας της οφειλέτιδος ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...". Τα ανωτέρω ακίνητα κατακυρώθηκαν στην επισπεύδουσα τράπεζα αντί συνολικού επιτευχθέντος πλειστηριάσματος 1.602.200 ευρώ. Στην ανωτέρω συμβολαιογράφο ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλο αναγγέλθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, μεταξύ άλλων δανειστών, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου διά του προϊσταμένου του ΚΕΜΕΕΠ για απαιτήσεις κατά της οφειλέτιδος καθής ο πλειστηριασμός συνολικού ποσού 1.133.703,22 ευρώ πλέον προσαυξήσεων και διά του προϊσταμένου της ΔΟΥ Ιωαννίνων για όμοιες ποσού 1.322.261,10 ευρώ πλέον προσαυξήσεων. ...Η ΑΑΔΕ ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου αναγγέλθηκε ως γενικός προνομιούχος δανειστής, σύμφωνα με το άρθρο 61 ΚΕΔΕ και 975 ΚΠολΔ. Οι ανωτέρω απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου είναι προνομιακές ως ληξιπρόθεσμες και εκτελέσιμες κατά τα άρθρα 5 και 6 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) διότι περιήλθαν στο ΚΕΜΕΕΠ και στην αρμόδια ΔΟΥ, βεβαιώθηκαν ταμειακώς και παρήλθε η προθεσμία του άρθρου 5 ΚΕΔΕ από την ταμειακή βεβαίωσή τους έως την ημέρα του πλειστηριασμού... Επειδή το επιτευχθέν πλειστηρίασμα (1.602.200 Ευρώ) δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της επισπεύδουσας εταιρείας και όλων των αναγγελθέντων δανειστών, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε τον προσβαλλόμενο με αριθμό ... πίνακα κατάταξης δανειστών, με τον οποίο προαφαίρεσε ως έξοδα αναγκαστικής εκτέλεσης συνολικώς το ποσό των 29.130,19 ευρώ...Μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης στο εναπομείναν προς διανομή υπόλοιπο (1,573.069,81 ευρώ) κατετάγησαν: Α. Προνομιακά και οριστικά, αναλογικά και συμμέτρως: Στο 25% του διανεμητέου ποσού, ήτοι στο ποσό των 393.267,45 ευρώ: 1. Για τη με αριθμ.πρωτ. 18925/2017 αναγγελία του, το ΚΕΜΕΕΠ στο ποσό των 43.442,05 ευρώ, 2. Για τη με αριθμ.πρωτ. 60254/2017 αναγγελία η ΔΟΥ Ιωαννίνων στο ποσό των 50.667,35 ευρώ, 3. Για την με αριθμ.πρωτ.131776/2017 αναγγελία του το ΝΠΔΔ ΕΤΕΑΕΠ στο ποσό των 3.156,77 ευρώ, 4. Για τη με αριθμό 113/2017 αναγγελία του το ΕΦΚΑ Ιωαννίνων στο ποσό των 11.367,64 ευρώ, 5. Για τη με αριθμό 114/2017 αναγγελία του το ΕΦΚΑ Ιωαννίνων στο ποσό των 185.477,04 ευρώ και 6. Για τους αναφερομένους 94 στον προσβαλλόμενο πίνακα εργαζομένους της καθής η αναγκαστική εκτέλεση, για το ποσό των 99.156,72 ευρώ. Β. Προνομιακά και τυχαία, ως προσημειούχος: Στο 65% του διανεμητέου ποσού, ήτοι στο ποσό των 1.022.495,38 ευρώ η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" στο ποσό των 1.022.495,38 ευρώ, Γ. Τυχαία: Στο 10% του διανεμητέου ποσού ως εγχειρόγραφοι, ήτοι στο ποσό των 157.306,98 ευρώ, οι....Το εκκαλούν ΝΠΔΔ ΕΦΚΑ με την κρινόμενη έφεσή του που την στρέφει μόνον κατά του Ελληνικού Δημοσίου επαναφέρει προς εξέτασεη με το μοναδικό λόγο έφεσής του τον πρωτοδίκως προβληθέντα από αυτό λόγο ανακοπής του, επικαλούμενο τη διάταξη του άρθρου 975 παρ.3 ΚΠολΔ ότι δηλαδή, το Ελληνικό Δημόσιο κακώς κατετάγη στον ως άνω προσβαλλόμενο πίνακα που συνέταξε η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος για όλες τις απαιτήσεις του, αφού έπρεπε να καταταγεί μόνον για απαιτήσεις του από ΦΠΑ και παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους με τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που επιβαρύνουν τις απαιτήσεις αυτές. Πλην όμως, ο λόγος αυτός ανακοπής στηρίζεται σε λάθος προϋπόθεση, διότι όπως αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη, στην υπό κρίση περίπτωση, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 975 και 977 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τις διατάξεις του ογδόου βιβλίου του ν. 4335/2015, δοθέντος ότι η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έγινε στην καθής η εκτέλεση μετά την 1.1.2016 (άρθρο ένατο παρ.3 ν. 4335/2015) συγκεκριμένα δε, στις 29.7.2016... Ειδικότερα κατ' εφαρμογή του άρθρου 977 παρ.3 ΚΠολΔ που ορίζει ότι " Αν εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 υπάρχουν και απαιτήσεις του άρθρου 976, καθώς και μη προνομιούχες απαιτήσεις, τότε οι απαιτήσεις του άρθρου 976 ικανοποιούνται έως το 65%, οι απαιτήσεις του άρθρου 975 έως το 25% και οι μη προνομιούχες απαιτήσεις έως το 10%, του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως", ορθώς κατετάγη το Ελληνικό Δημόσιο κατά τα ως άνω στο 25% του ποσού του πλειστηριάσματος συμμέτρως με το εκκαλούν για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του, των περ. 3 και 5 του άρθρου 975 ΚΠολΔ ( ήτοι συμμέτρως και ανεξαρτήτως τάξεως για όλες τις απαιτήσεις του καθού η ανακοπή και ήδη εφεσιβλήτου, και όχι μόνο για τις απαιτήσεις του από φόρο προστιθέμενης αξίας και παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους με τις προσαυξήσεις κάθε φύσεως και τους τόκους που επιβαρύνουν αυτές). Με τα δεδομένα αυτά που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στο ίδιο δικανικό πόρισμα με την παρούσα, ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος ελέγχονται ως αβάσιμοι και κρίνονται απορριπτέοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατ` ουσίαν επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι στη προκειμένη περίπτωση που αναγγέλθηκαν απαιτήσεις των άρθρων 975, 976 του ΚΠολΔ καθώς και μη προνομιούχες απαιτήσεις, αυτές ικανοποιούνται έως το 25%, 65% και 10% αντιστοίχως και άπασες συμμέτρως, παραβλέποντας ότι προηγείται η ικανοποίηση των εχουσών γενικό προνόμιο απαιτήσεων κατά τάξεις, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975 και 977 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον, η σύμμετρη ικανοποίηση αφορά εκτός από τις εγχειρόγραφες απαιτήσεις στο 10% του πλειστηριάσματος, τη περίπτωση που υφίστανται πλείονες προνομιούχες απαιτήσεις του άρθρου 975 της ίδιας όμως τάξεως, ως προεκτέθηκε. Κατά συνέπεια ο μοναδικός από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο το αναιρεσείον επικαλείται την εν λόγω πλημμέλεια είναι βάσιμος και πρέπει, κατ'αποδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη με αριθμό 6931/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συγκροτουμένου όμως από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που δίκασε προηγουμένως (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων όμως, κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδ. προς την παρ. 2 της 134423/ 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 6931/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ