Αριθμός 1599/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Θ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Τσαχτσαρλή. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" και το διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 668/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1190/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-6-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 16-3-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το ν.2533/1997 "Χρηματιστηριακή αγορά παραγώγων και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού:.. Ως "εντολέας" νοείται κάθε πρόσωπο προς το οποίο μέλος παρέχει οποιαδήποτε από τις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες..." (άρθρο 1 παρ.6). "Ως "εντολή" νοείται η εντολή παροχής από Ε.Π.Ε.Υ. προς εντολέα καλυπτόμενης επενδυτικής υπηρεσίας" (άρθρο 1 παρ.7). "Ως Ε.Π.Ε.Υ. νοείται η επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (συμπεριλαμβανομένων των πιστωτικών ιδρυμάτων) κατά την έννοια του ν.2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α)" (άρθρο 1 παρ.9). "Ως "χρηματιστηριακά πράγματα" νοούνται οι πάσης φύσης κινητές αξίες, οι οποίες εκάστοτε αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο Χ.Α.Α." (άρθρο 1 παρ.25). "Ως "χρηματιστηριακές συναλλαγές" νοούνται οι συμβάσεις επί χρηματιστηριακών πραγμάτων που καταρτίζονται στο Χ.Α.Α. σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους και κανονιστικές διατάξεις" (άρθρο 1 παρ.26). "Με τον παρόντα νόμο αναδιαρθρώνεται το υφιστάμενο "Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" του ν.δ/τος 3078 της 7/11 Οκτωβρίου 1954, όπως ισχύει, και μετονομάζεται σε "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" με διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό" με σκοπό την καλύτερη ανταπόκριση του Συνεγγυητικού στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της υπ' αριθμ. 97/9/ΕΚ Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3.3.1997, σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών" (άρθρο 61 παρ.1 εδ.α). "Σκοπός του Συνεγγυητικού είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέλη σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη ανατρέψιμης αδυναμίας Ε.Π.Ε.Υ. να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την παροχή των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, και την υποστήριξη, με τον τρόπο αυτόν, της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών" (άρθρο 63). "Η αποζημίωση εντολέα (συμπεριλαμβανομένου και αντισυμβαλλόμενου μέλους ως προς χρηματιστηριακές συναλλαγές, τις οποίες αμέσως ή εμμέσως κατήρτισε για δικό του λογαριασμό) για το σύνολο των απαιτήσεών του κατά Ε.Π.Ε.Υ. που απορρέουν από πράξεις ή από παραλείψεις Ε.Π.Ε.Υ. να πράξει όπως όφειλε, θα ισούται προς το μικρότερο των εξής ποσών: (α) του ύψους της συνολικής απαίτησης του εντολέα όπως θα προσδιορισθεί με την απόφαση του Συνεγγυητικού, ή (β) των ΕCU 20.000 ή ανώτερου ποσού που θα ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς" (άρθρο 66 παρ.1). "Η αποτίμηση των απαιτήσεων εντολέα από χρηματιστηριακές συναλλαγές θα γίνεται βάσει των ακόλουθων κανόνων: (α) απαιτήσεις που συνδέονται με την μη παράδοση χρηματιστηριακών πραγμάτων θα αποτιμώνται με βάση την τιμή κλεισίματος των χρηματιστηριακών πραγμάτων την ημερομηνία σύναψης της χρηματιστηριακής σύμβασης ή την ημερομηνία κατά την οποία κατά τους όρους της εντολής όφειλε να συναφθεί η συναλλαγή επί των χρηματιστηριακών πραγμάτων. Σε περίπτωση που η εντολή δεν ορίζει την ημερομηνία σύναψης αλλά σχετική προθεσμία, τότε ως βάση αποτίμησης λαμβάνεται η τιμή κλεισίματος (στην αντίστοιχη χρηματιστηριακή αγορά) του αντίστοιχου χρηματιστηριακού πράγματος την τελευταία εργάσιμη ημέρα της προθεσμίας. Εάν η εντολή δεν ορίζει ημερομηνία σύναψης ή προθεσμία σύναψης, τότε η αποτίμηση γίνεται με βάση την τιμή κλεισίματος της ημέρας παραλαβής από το Συνεγγυητικό της αίτησης αποζημίωσης του εντολέα. (β) απαιτήσεις που απορρέουν από τη μη απόδοση μετρητών θα αποτιμώνται στο ποσό οφειλής του μέλους την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του εντολέα η της λήψης σχετικής γνωστοποίησης της Α.Ε.ΑΠΟΘ..." (άρθρο 66 παρ.3). "Σε κάθε περίπτωση, η ύπαρξη απαίτησης κατά Ε.Π.Ε.Υ. ως προς την οποία εξετάζεται η αποζημίωση από το Συνεγγυητικό θα αποδεικνύεται από τα στοιχεία τα οποία εκδίδει η Ε.Π.Ε.Υ. σύμφωνα με τις κείμενες χρηματιστηριακές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, ενώ αποκλείεται οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, συμπεριλαμβανομένου και του όρκου" (άρθρο 66 παρ.5). Περαιτέρω με την 14082/Β809/4-4-2000 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας το ποσό αποζημιώσεως των 20.000 ECU ανά επενδυτή που ορίζεται στο άρθρο 66 παρ.1 ν.2533/1997 ανήλθε στα 30.000 ευρώ από 6-4-2000. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 4-12-2003 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι με διαδοχικές συμβάσεις χρηματιστηριακής παραγγελίας που καταρτίστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 27-8-1993 μέχρι 5-5-1997 μεταξύ αυτού και της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "..." που ήταν μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, ανέθεσε σ' αυτήν εντολές για αγορά των αναφερόμενων μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες στη συνέχεια παρέμειναν στα χέρια της προς φύλαξη. Ότι με την 108/27-5-1977 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ανακλήθηκε η άδεια της ανωτέρω ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας και η τελευταία τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση. Ότι με την από 12-6-1999 αναγγελία του προς τη δεύτερη εναγομένη και ήδη μη διάδικο Κ. Σ., επόπτρια εκκαθαρίσεως της προαναφερθείσης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας, η οποία παρελήφθη από αυτήν στις 30-7-1999, αναγγέλθηκε στα αρμόδια όργανα εκκαθαρίσεως της ανωτέρω εταιρείας για την απόδοση 1.600 μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Επενδύσεις Εργασίας" και 1.050 μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", τις οποίες αγόρασε μέσω της πιο πάνω τεθείσης υπό ειδική εκκαθάριση χρηματιστηριακής εταιρείας, και για την απόδοση 1.000 μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Επενδύσεις Εργασίας", τις οποίες αγόρασε μέσω της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "Index Α.Χ.Ε." και είχαν ανατεθεί προς φύλαξη στην πιο πάνω τεθείσα υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία. Ότι οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του δεν ικανοποιήθηκαν με την προβλεπόμενη διαδικασία αυτούσιας αποδόσεως περιουσιακών στοιχείων και γι' αυτό το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" του κατέβαλε ως αποζημίωση το ποσό των 12.610,42 ευρώ. Ότι η αξία των πιο πάνω μετοχών που του οφείλονταν από την ανωτέρω τεθείσα υπό εκκαθάριση χρηματιστηριακή εταιρεία, αποτιμώμενη με βάση την τιμή κλεισίματος κατά την ημέρα αναγγελίας των απαιτήσεών του (12-6-1999), διαφορετικά με βάση την τιμή κλεισίματος κατά την ημέρα παραλαβής της αναγγελίας (30-7-1999), ανερχόταν στο ποσό των 42.471,02 ευρώ, δηλαδή υπερέβαινε την ανώτερη προβλεπόμενη αποζημίωση των 30.000 ευρώ. Ζήτησε δε, κατά το μέρος της αγωγής που ενδιαφέρει εν προκειμένω, να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 17.389,58 ευρώ (που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσης σ' αυτόν αποζημιώσεως ποσού 12.610,42 ευρώ και του ανωτάτου προβλεπομένου ποσού αποζημιώσεως των 30.000 ευρώ) νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες σ' αυτήν διακρίσεις. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή ήταν μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα δεδομένου ότι, ενώ ο αναιρεσείων επικαλέστηκε με αυτήν τη μη παράδοση χρηματιστηριακών πραγμάτων (μετοχών), ζήτησε αποζημίωση υπολογιζόμενη με βάση την τιμή κλεισίματος των μετοχών κατά την ημέρα αναγγελίας των απαιτήσεών του, διαφορετικά κατά την ημέρα παραλαβής της αναγγελίας του από την επόπτρια εκκαθαρίσεως της ανωτέρω τεθείσης υπό εκκαθάριση ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας και όχι, όπως θα έπρεπε με βάση τις προπαρατεθείσες διατάξεις (και ειδικότερα εκείνη του άρθρου 66 παρ.3 περ.α ν.2533/1997), αποζημίωση υπολογιζόμενη με βάση την τιμή κλεισίματος των μετοχών κατά τις ημερομηνίες συνάψεως των χρηματιστηριακών συμβάσεων, που δεν αμφισβητεί με αυτήν (την αγωγή) ότι ανερχόταν στο ποσό των 12.610,42 ευρώ το οποίο του καταβλήθηκε. Συνεπώς το εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή υπαγωγή τη διάταξη του άρθρου 66 παρ.3 εδ.α ν.2533/1997 και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ. Α.Π.44/1990, Α.Π.39/2010). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της τελευταίας διατάξεως προκύπτει ότι ως έγγραφα κατ' αυτήν νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα που προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Α.Π.1009/2010), όπως είναι το δικόγραφο της αγωγής, ακόμα και όταν ενσωματώνονται σ' αυτό αποδεικτικά έγγραφα. Επίσης κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο ιδρυόμενος με αυτήν λόγος αναιρέσεως έχει εφαρμογή μόνο όταν ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο ερευνήθηκε κατ' ουσίαν, ενώ δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής του όταν ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αόριστος ή μη νόμιμος, οπότε δεν υπήρξε στάδιο έρευνας των αποδεικτικών μέσων και συνακόλουθα των εγγράφων. Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.19 και 20 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι στερείται νόμιμης βάσεως διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και συγκεκριμένα ότι απέρριψε την αγωγή του ως μη νόμιμη με τις αναφερόμενες στην αίτηση αντιφατικές αιτιολογίες και ότι παραμόρφωσε τις ενσωματωμένες στο δικόγραφο της αγωγής του σύμβαση χρηματιστηριακής εντολής και αναγγελία. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 και αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. ιδρύονται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως με βάση τα εκτιθέμενα στην αίτηση συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, επί πλέον δε ο δεύτερος διότι ως έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. δεν νοείται το δικόγραφο της αγωγής, ακόμα και όταν ενσωματώνονται σ' αυτό αποδεικτικά έγγραφα. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-6-2010 αίτηση του Ν. Θ. για αναίρεση της 1190/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ