Αριθμός 935/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «M. - Π. Τ. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "M.", που εδρεύει στην Παλλήνη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λουκία Καλογεροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Π. Σ. Π. Δ. Σ.. Π..Ε..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαραγκουδάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-5-2012, 31-7-2012 και 3-8-2012 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 998/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6826/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-7-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης τα ακόλουθα: Ο ενάγων "Π. Σ. Π. Δ. Σ..Π..Ε.. (ήδη αναιρεσίβλητος), με τις από 31.5.2012, 31.7.2012 και 3.8.2012 αγωγές του κατά της εταιρίας "M..-Π. Τ. Α..Ε." (ήδη αναιρεσείουσας) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλέσθηκε: α) ότι δυνάμει της από 28.11.2001 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας που κατάρτισε με την εναγόμενη εταιρία, όπως αυτή (σύμβαση) μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και επεκτάθηκε χρονικά, η τελευταία ανέλαβε την εν γένει διαχείριση των συνδέσεων των μελών του με τις εταιρίες κινητής τηλεφωνίας "……", "……" και "……" (πρώην "…….."), διαμεσολαβώντας μεταξύ αυτού και των ως άνω τριών εταιριών, β) ότι στο πλαίσιο της εν λόγω εμπορικής συνεργασίας τα μέλη του, εργαζόμενοι και συνταξιούχοι της ΔΕΗ, είχαν τη δυνατότητα προμήθειας, με τη διαμεσολάβηση της εναγομένης, συνδέσεων και συσκευών κινητής τηλεφωνίας από τις προαναφερόμενες τρεις εταιρίες με προνομιακούς όρους και με αποπληρωμή των λογαριασμών τους μέσω της μισθοδοσίας ή των συντάξεων τους, ενώ έναντι των εν λόγω εταιριών κινητής τηλεφωνίας υπόχρεος, βάσει της σύμβασης, για την εξόφληση των λογαριασμών, ήταν μόνο αυτός (ενάγων) γ) ότι, με την χρονικά τελευταία τροποποίηση της σύμβασης, χορηγήθηκε στην εναγομένη η δυνατότητα επέκτασης των παρεχομένων στον ίδιο από τις εταιρίες κινητής τηλεφωνίας συνδέσεων με προνομιακούς όρους και σε μεγάλο αριθμό πελατών αυτής - μη μελών του, τους οποίους η εναγομένη θα εύρισκε στην αγορά, θα τους τιμολογούσε και θα εισέπραττε από αυτούς τα ποσά των λογαριασμών τους, τα οποία θα απέδιδε αμέσως στον ίδιο, προκειμένου, στη συνέχεια, αυτός να αποδώσει τα εν λόγω ποσά στις τρεις εταιρίες κινητής τηλεφωνίας, όπως είχε υποχρέωση με βάση την μεταξύ τους σύμβαση, ενώ, επιπλέον, συμφωνήθηκε να εισπράττει αυτός από την εναγομένη, για την ως άνω αιτία, προμήθεια ποσοστού 2% επί της καθαρής αξίας των σχετικών λογαριασμών των πελατών της τελευταίας - μη μελών του, οι οποίοι θα επωφελούνταν των προνομιακών εταιρικών προγραμμάτων κινητής τηλεφωνίας και δ) ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης το λογιστήριο αυτού (ενάγοντος) κατά τη διάρκεια της εμπορικής συνεργασίας του με την εναγομένη από το έτος 2001 έως και το έτος 2008, κάθε μήνα και ύστερα από συμφωνία των μερών, εξέδιδε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (διαφορετικά για κάθε εταιρία κινητής τηλεφωνίας) προς την εναγομένη με την αξία των λογαριασμών για τις παραχωρηθείσες στους πελάτες της τελευταίας - μη μέλη του, συνδέσεις, ενώ στο τέλος κάθε έτους συνεργασίας και μετά από συμφωνία των μερών, το λογιστήριό του εξέδιδε και τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών προς την εναγομένη για την είσπραξη της μεταξύ τους συμφωνηθείσας προμήθειας ύψους 2%. Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ο ενάγων συνεταιρισμός ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρία, με βάση την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να του καταβάλει νομιμοτόκως: Α) με την πρώτη ως άνω (από 31.5.2012) αγωγή του: α) το συνολικό ποσό των 1.140.226,59 ευρώ ως υπόλοιπο αξίας των λογαριασμών των πελατών της εναγομένης-μη μελών του κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2007 μέχρι 31.7.2008, που αφορούσαν την εταιρία κινητής τηλεφωνίας "…….." και β) το συνολικό ποσό των 130.712,09 ευρώ για συμφωνηθείσα προμήθεια ύψους 2% επί της καθαρής αξίας των πελατών της εναγομένης-μη μελών του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, που αφορούσαν την ίδια ως άνω εταιρία κινητής τηλεφωνίας, Β) με τη δεύτερη ως άνω (από 31.7.2012) αγωγή του: α) το συνολικό ποσό των 2.248.950,25 ευρώ ως υπόλοιπο αξίας των λογαριασμών των πελατών της εναγομένης-μη μελών του κατά το χρονικό διάστημα από 31.7.2007 μέχρι 31.7.2008, που αφορούσαν την εταιρία κινητής τηλεφωνίας "….." και β) το συνολικό ποσό των 169.424,85 ευρώ για συμφωνηθείσα προμήθεια ύψους 2% επί της καθαρής αξίας των πελατών της εναγομένης-μη μελών του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, που αφορούσαν την ίδια ως άνω εταιρία κινητής τηλεφωνίας και Γ) με την τρίτη ως άνω (από 3.8.2012) αγωγή του: α) το συνολικό ποσό των 471.259,91 ευρώ ως υπόλοιπο αξίας των λογαριασμών των πελατών της εναγομένης-μη μελών του κατά το χρονικό διάστημα από 30.6.2008 μέχρι 29.8.2008, που αφορούσαν την εταιρία κινητής τηλεφωνίας "…..", β) το συνολικό ποσό των 160.974 ευρώ για συμφωνηθείσα προμήθεια ύψους 2% επί της καθαρής αξίας των πελατών της εναγομένης-μη μελών του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, που αφορούσαν την ίδια ως άνω εταιρία κινητής τηλεφωνίας, γ) το ποσό των 20.438,25 ευρώ για συμφωνηθείσα αμοιβή της εκ πέντε (5) ευρώ ανά νέα σύνδεση και δ) το ποσό των 18.439,77 ευρώ για μη αποσβεσθείσες κατά τη διακοπή τους επιδοτήσεις πελατών της εναγομένης-μη μελών του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), με την υπ' αριθ. 998/2018 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω τρεις αγωγές, α) δέχθηκε, στο σύνολό τους, ως ουσιαστικά βάσιμες, κατά την κύρια βάση τους, τις πρώτη και δεύτερη από αυτές και β) δέχθηκε εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμη, την τρίτη αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως προς τα υπό στοιχ. α' και β' αιτούμενα ποσά (που αφορούν το υπόλοιπο αξίας των λογαριασμών και την συμφωνηθείσα προμήθεια), απορρίπτοντας αυτήν, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τα λοιπά αιτούμενα ποσά. Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη εταιρία άσκησε την από 19.7.2018 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθ. 6826/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ως άνω έφεση και επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης η εναγόμενη-εκκαλούσα εταιρία άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την κρινόμενη από 17.7.2020 αίτηση αναίρεσης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, με το άρθρο 74 του Ν. 4690/2020 ορίστηκε ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, ότι, μετά τη λήξη της ανωτέρω αναστολής, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία και ότι, μεταξύ άλλων, οι προθεσμίες άσκησης ένδικων μέσων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 40/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε νομίμως στην αναιρεσείουσα, με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, την 5.3.2020 (όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 5576/5.3.2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Στεφανίας Τσαμούρη) και λαμβανομένου υπόψη ότι, από την 13.3.2020 μέχρι την 31.5.2020, είχε ανασταλεί η λειτουργία των δικαστηρίων για λόγους δημόσιας υγείας, η 30νθήμερη προθεσμία άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης θα έληγε μεν την 23.6.2020 (7 ημέρες από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι την αναστολή και 23 ημέρες = 30 ημέρες), πλην όμως αυτή συμπληρώθηκε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, την 23.7.2020. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε την 20.7.2020, είναι εμπρόθεσμη και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙ. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2012). Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, η οποία δημιουργήθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα ανωτέρω κριτήρια, είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 52/2022, ΑΠ 805/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα ως μη νόμιμη την προβληθείσα πρωτοδίκως (και επαναφερόμενη με λόγο έφεσης) ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης από τον αναιρεσίβλητο του επίδικου, με την (πρώτη) από 31.5.2012 αγωγή του, δικαιώματος (αξίωσης) για τις προς αυτόν χρηματικές οφειλές της που αφορούσαν τους λογαριασμούς της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας "…….". Από το περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεων της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), που κατατέθηκαν επί της ως άνω αγωγής και παραδεκτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή πρότεινε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου), επικαλούμενη προς τούτο ότι "ο τελευταίος, εκμεταλλευόμενος την μεταξύ τους πολυετή συνεργασία και προβαίνοντας σε αυθαίρετους υπολογισμούς με αοριστίες και γενικότητες, επιδιώκει να αποσπάσει από αυτήν υπέρογκα χρηματικά ποσά, προκειμένου δήθεν να εκπληρώσει τυχόν υποχρεώσεις του προς τις εταιρίες κινητής τηλεφωνίας, δεδομένου, μάλιστα, ότι η σχετική από 22.12.2010 αγωγή (με ΓΑΚ 227007/2010 και ΑΚΔ 13039/2010) της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας "…….." κατά του ενάγοντος συνεταιρισμού ασκήθηκε προσχηματικώς και η συζήτησή της τελικώς ματαιώθηκε κατόπιν δύο αναβολών την 16.5.2013 και την 11.2.2016, καθόσον ουδέποτε υπήρξε πραγματική πρόθεση συζήτησης αυτής". Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως προς την ανωτέρω ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, τα εξής: "Ωστόσο, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν προφανή υπέρβαση των τιθεμένων από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος του εφεσιβλήτου συνεταιρισμού ορίων, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αμέσως προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ενώ πρέπει να επισημανθεί ότι μόνη η ματαίωση της συζητήσεως της ως άνω αγωγής της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας "…….." κατά του εφεσίβλητου συνεταιρισμού δεν καταργεί την εκκρεμοδικία αυτής, περαιτέρω δε εν πάση περιπτώσει δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν τον προσχηματικό χαρακτήρα της ασκήσεως της ως άνω αγωγής προς βλάβη της, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με τις αυτές αιτιολογίες απέρριψε προεχόντως ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος αναφορικώς με την από 31.5.2012 αγωγή, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης από τον αναιρεσίβλητο του ως άνω επίδικου δικαιώματος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή μόνον τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση της ως άνω ένστασής της, δεν συγκροτούν τη νομική έννοια της κατάχρησης δικαιώματος και, για το λόγο αυτό, απέρριψε την εν λόγω ένσταση, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα ανωτέρω περιστατικά, εν συνόλω λαμβανόμενα υπόψη και αληθή υποτιθέμενα, δεν περιάγουν την άσκηση του ένδικου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου σε προφανή αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού, ενώ και η επίκληση της ματαίωσης της συζήτησης της ασκηθείσας από την εταιρία κινητής τηλεφωνίας "…….." αγωγής κατά του αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού, δεν κρίνεται ικανή να δημιουργήσει ευλόγως στην αναιρεσείουσα την πεποίθηση ότι ο αναιρεσίβλητος δεν επρόκειτο να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά του. Επομένως, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. ΙΙΙ. Σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση εκάστης εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019). Ως εκ τούτου, και ο λόγος έφεσης αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, ΑΠ 1588/2017). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 50/2020). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Επίσης, για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη και ο τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο (ΑΠ 555/2019) και, αν προτάθηκε για πρώτη φορά από τον εκκαλούντα με λόγο έφεσης, πρέπει να αναφέρεται ότι συνέτρεχε κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 αριθ. 2-6 ΚΠολΔ (ΑΠ 354/2011). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ (όπως το άρθρο 527 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015), οι ενστάσεις του εκκαλούντος - εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως, ως προς αυτές, λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων αυτής και όχι με τις προτάσεις της κατ' έφεση δίκης (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 678/2018). Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο εφετείο με λόγο έφεσης (ΑΠ 463/2022, ΑΠ 1741/2017, ΑΠ 312/2016). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (όπως η περ. β' του εδ. γ' του ως άνω άρθρου αντικαταστάθηκε από το άρθρο 36 Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1.1.2022, τυγχάνοντας εφαρμογής και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων κατ' άρθρο 116 παρ. 2β' του ως άνω νόμου) για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000). Όπως δε προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 64/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε προς θεμελίωση της ένστασής της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, σε σχέση με την με την (πρώτη) από 31.5.2012 αγωγή αυτού και δη ότι οι αξιώσεις της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας "……." που αναφέρονταν στην από 22.12.2010 αγωγή της κατά του τελευταίου, αφορούσαν λογαριασμούς έκδοσης 2007 και 2008 και, επομένως, έχουν παραγραφεί ήδη από τις 1.1.2013 και 1.1.2014, με αποτέλεσμα ο αναιρεσίβλητος να στρέφεται καταχρηστικά εναντίον αυτής (αναιρεσείουσας), ζητώντας χρηματικό ποσό που ουδέποτε θα αποδώσει στην ως άνω εταιρία κινητής τηλεφωνίας. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ανωτέρω προβαλλόμενος ισχυρισμός είχε προταθεί νομίμως από την αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα, ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη. Επιπλέον, ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, γιατί προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου από την αναιρεσείουσα χωρίς να συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις της ανωτέρω διάταξης, αφού από την επισκόπηση της έφεσης της τελευταίας, προκύπτει ότι αυτή στην κατ' έφεση δίκη σε σχέση με την (πρώτη) από 31.5.2012 αγωγή, δεν προέβαλε με λόγο έφεσης τον ανωτέρω ισχυρισμό της, επί του οποίου στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης. ΙV. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνο προκειμένου για ευθεία παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις και δη την κτήση, αλλοίωση ή κατάργηση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους, όχι όμως και κανόνων του δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν την διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της έννομης προστασίας (ΑΠ 887/2019, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 1687/2013). Τέτοιος κανόνας δικονομικού δικαίου είναι και η διάταξη του άρθρου 260 παρ. 2 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 και πριν την εκ νέου αντικατάστασή της με το άρθρο 16 του Ν. 4842/2021), σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ, αν ματαιωθεί η συζήτηση της υπόθεσης και παρέλθουν 60 ημέρες από την ματαίωση χωρίς να ζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο και η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο της έφεσής της που αφορούσε την προβληθείσα από αυτήν ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος σε σχέση με την (πρώτη) από 31.5.2012 αγωγή, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 260 παρ. 2 ΚΠολΔ, με το να μη λάβει υπόψη ότι η από 22.12.2010 αγωγή της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας "…." κατά του αναιρεσίβλητου θεωρείται μη ασκηθείσα, αφού η συζήτηση αυτής ματαιώθηκε την 19.4.2018 και παρήλθαν 60 ημέρες χωρίς να ζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης, με αποτέλεσμα να έχει παραγραφεί κάθε σχετική αξίωση της εν λόγω εταιρίας (…..) κατ' αυτού και έτσι ο τελευταίος να ασκεί καταχρηστικά το επίδικο δικαίωμά του. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, όμως, είναι πρωτίστως απαράδεκτος γιατί η προαναφερόμενη διάταξη θεσπίζει κανόνα δικονομικού δικαίου και η παραβίασή της δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, ενώ, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, γιατί προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου από την αναιρεσείουσα χωρίς να συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις της ανωτέρω διάταξης, αφού από την επισκόπηση της έφεσης της τελευταίας, προκύπτει ότι αυτή στην κατ' έφεση δίκη σε σχέση με την (πρώτη) από 31.5.2012 αγωγή, δεν προέβαλε με λόγο έφεσης τον ανωτέρω ισχυρισμό της, επί του οποίου στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης. V. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την προβληθείσα πρωτοδίκως (και επαναφερόμενη με λόγο έφεσης) ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης από τον αναιρεσίβλητο του επίδικου, με την (τρίτη) από 3.8.2012 αγωγή, δικαιώματος (αξίωσης) για τις προς αυτόν χρηματικές οφειλές της αναιρεσείουσας που αφορούσαν τους λογαριασμούς της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας "…..". Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τέλος, καθ' όσον αφορά στην από 3.8.2012 με Γ.Α.Κ. 138438/7.8.2012 και Α.Κ.Δ. 4534/7.8.2012 αγωγή αναφορικώς με την οφειλή προς την εταιρία κινητής τηλεφωνίας "….", η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία ισχυρίζεται ότι η ως άνω αγωγή έχει ασκηθεί καταχρηστικώς εναντίον της, διότι οι αντίστοιχες αξιώσεις της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας "…." κατά του εφεσιβλήτου συνεταιρισμού έχουν ομοίως υποκύψει σε παραγραφή. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι ο εφεσίβλητος συνεταιρισμός, επιδιώκοντας την εξακολούθηση της συνεργασίας του με την ως άνω εταιρία κινητής τηλεφωνίας, προέβη σε έμπρακτη αναγνώριση της εν λόγω οφειλής με τμηματική αποπληρωμή της (άρθρο 260 ΑΚ), καθ' όσον παραλλήλως προς τον εκάστοτε τρέχοντα λογαριασμό των μελών του, η αξία του οποίου παρακρατείται από τη μισθοδοσία ή τη σύνταξη αυτών, κατέβαλλε στην ως άνω εταιρία κινητής τηλεφωνίας επιπλέον ποσά ανά μήνα (και δη το ποσόν των 2.500 €), ανάλογα των ταμειακών του διαθεσίμων, προς μερική αποπληρωμή της επίδικης οφειλής, όπως έπραξε και με την ομοειδή οφειλή προς την εταιρία κινητής τηλεφωνίας "…….", τούτο δε αποδεικνύεται προεχόντως από τους προσκομιζομένους μετ' επικλήσεως εξοφληθέντες λογαριασμούς, ήτοι: α) τον από 22.4.2016 λογαριασμό, ποσού 5.058,10€ και την από 2.8.2016 ισόποση εξόφληση αυτού μέσω συστήματος ηλεκτρονικών τραπεζικών πληρωμών, β) τον από 22.5.2016 λογαριασμό, ποσού 5.067,61 € και την από 9.9.2016 ισόποση εξόφληση αυτού μέσω συστήματος ηλεκτρονικών τραπεζικών πληρωμών και γ ) τον από 22.6.2016 λογαριασμό, ποσού 4.981,29 € και την από 7.10.2016 ισόποση εξόφληση αυτού μέσω συστήματος ηλεκτρονικών τραπεζικών πληρωμών, ως και τα αποδεικτικά έγγραφα οκτώ (8) καταβολών, ποσού 2.500 € εκάστης, μέσω συστήματος ηλεκτρονικών τραπεζικών πληρωμών, οι οποίες έλαβαν χώρα προς τμηματική εξόφληση της συνολικής οφειλής προς την ως άνω εταιρία κινητής τηλεφωνίας, παραλλήλως προς την εξόφληση των τρεχόντων μηνιαίων λογαριασμών. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με τις αυτές αιτιολογίες δέχθηκε ότι έχει διακοπεί η παραγραφή της απαιτήσεως της ως άνω εταιρίας κινητής τηλεφωνίας λόγω αναγνωρίσεως αυτής (κατ' άρθρο 260 ΑΚ) και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος αναφορικώς με την από 3.8.2012 με Γ.Α.Κ. 138438/7.8.2012 και Α.Κ.Δ. 4534/7.8.2012 αγωγή, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και την εκτίμηση των αποδείξεων". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης από τον αναιρεσίβλητο του ως άνω επίδικου δικαιώματος. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας δεν συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι σχετικές αξιώσεις της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας "WIND" κατά του αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού δεν υπέκυψαν σε παραγραφή, αφού ο τελευταίος, επιδιώκοντας την εξακολούθηση της συνεργασίας του με την εν λόγω εταιρία κινητής τηλεφωνίας, προέβη σε έμπρακτη αναγνώριση της αντίστοιχης προς αυτήν οφειλής του με τμηματική αποπληρωμή της και, ως εκ τούτου, επήλθε διακοπή της παραγραφής κατ' άρθρο 260 ΑΚ, με συνέπεια, να μην καταφάσκεται η καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματός του και να μη δικαιολογείται έτσι η απόρριψη της αγωγής του. Επομένως, ο τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. VΙ. Με τους δεύτερο λόγο (κατά το πρώτο σκέλος του) και τρίτο λόγο (κατά το δεύτερο σκέλος του) της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση ότι το Εφετείο, ερευνώντας την έφεσή της σε σχέση με τις (δεύτερη) από 31.7.2012 και (τρίτη) από 3.8.2012 αγωγές του αναιρεσίβλητου (που αφορούσαν τους λογαριασμούς των εταιριών κινητής τηλεφωνίας …. και …), υπέπεσε στην από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα, επί εκάστης των ως άνω αγωγών, ισχυρισμό της περί αοριστίας της "αντένστασης" (όπως η ίδια την χαρακτηρίζει) περί διακοπής της παραγραφής με έμπρακτη αναγνώριση της οφειλής του προς τις ως άνω εταιρίες κινητής τηλεφωνίας, που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος με την προσθήκη των προτάσεών του (προς αντίκρουση της ένστασης της ίδιας περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος) ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου λόγω μη αναφοράς του χρόνου αναγνώρισης της οφειλής του προς τις εταιρίες αυτές. Οι ανωτέρω λόγοι, όμως, είναι πρωτίστως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, γιατί ο επικαλούμενος από την αναιρεσείουσα περί αοριστίας ισχυρισμός της - ανεξαρτήτως του ότι δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αφού δεν συνιστά αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που συγκροτεί την ιστορική βάση και, συνακόλουθα, στηρίζει το αίτημα αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, αλλά αποτελεί απάντηση στην αιτιολογημένη άρνηση που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος στην ένσταση της αναιρεσείουσας από το άρθρο 281 ΑΚ - δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι είχε προταθεί νομίμως από αυτήν (αναιρεσείουσα) ως εκκαλούσα, ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης. Επιπλέον, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, γιατί από την επισκόπηση της έφεσης της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι η τελευταία στην κατ' έφεση δίκη σε σχέση με τις ανωτέρω αγωγές, δεν προέβαλε με λόγο έφεσης τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της, επί του οποίου στηρίζει τους συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης, χωρίς να αρκεί, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, η προβολή του ισχυρισμού αυτού με τις προτάσεις της κατ' έφεση δίκης, ενώ δεν συντρέχουν και οι εξαιρετικές περιπτώσεις της τελευταίας ως άνω διάταξης για την παραδεκτή προβολή του το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. VΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά. Δεν απαιτείται, όμως, η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 81/2022, ΑΠ 451/2014). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΠ 753/2020), ούτε οι ισχυρισμοί που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 719/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο λόγο (κατά το δεύτερο σκέλος του) και τρίτο λόγο (κατά το τρίτο σκέλος του) της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση ότι το Εφετείο, ερευνώντας την έφεσή της σε σχέση με τις (δεύτερη) από 31.7.2012 και (τρίτη) από 3.8.2012 αγωγές του αναιρεσίβλητου, υπέπεσε στην από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός προέβη σε έμπρακτη αναγνώριση των οφειλών του προς τις εταιρίες κινητής τηλεφωνίας …… και ….. με τμηματική αποπληρωμή τους, καταβάλλοντας σ' αυτές κάθε μήνα χρηματικά ποσά επιπλέον του εκάστοτε τρέχοντος λογαριασμού με συνέπεια να κριθεί βάσιμη κατ' ουσίαν η "αντένστασή" του (όπως η ίδια την χαρακτηρίζει) περί διακοπής της παραγραφής και να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένσταση αυτής περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, αν και ουδόλως αποδείχθηκε τέτοια έμπρακτη αναγνώριση από τον αναιρεσίβλητο των εν λόγω οφειλών του. Οι ανωτέρω λόγοι, όμως, είναι πρωτίστως απαράδεκτοι, γιατί η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί έμπρακτης αναγνώρισης από τον αναιρεσίβλητο των οφειλών του προς τις ανωτέρω εταιρίες κινητής τηλεφωνίας, δεν συνιστά παραδοχή "πράγματος" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ (που είναι ταυτόσημη με αυτήν του αριθ. 8 του ίδιου ως άνω άρθρου), δηλαδή αυτοτελούς ισχυρισμού που συγκροτεί την ιστορική βάση αντένστασης, αλλά συνιστά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου, αρνητικού της ένστασης της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ο οποίος (αρνητικός ισχυρισμός) δεν αποτελεί "πράγμα" κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη. Οι ίδιοι, εξάλλου, λόγοι είναι απαράδεκτοι και γιατί, με την κατ' επίφαση επίκλησή τους, η αναιρεσείουσα (η οποία, στο πλαίσιο των λόγων αυτών, αναλύει και σχολιάζει το αποδεικτικό υλικό, επιχειρώντας την επανάκριση της υπόθεσης) πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου ως προς τις ανωτέρω αγωγές του αναιρεσίβλητου (ΑΠ 431/2019) . VΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 346 και 453 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 433/2019, ΑΠ 1193/2018). Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν οι αποδείξεις προσκομίστηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο (ΑΠ 1193/2018), ενώ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε ή δεν στηρίχθηκε κυρίως στο μη νομίμως επικληθέν και προσκομισθέν έγγραφο (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 706/2021, ΑΠ 83/2020, ΑΠ 595/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, γιατί, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 204/2017). Η επίκληση αυτή των νέων αποδείξεων ενώπιον του Εφετείου γίνεται με τις προτάσεις του διαδίκου και όχι με την προσθήκη αυτών που κατατίθεται έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση (άρθρο 524 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ). Επίσης εκτός από την επίκληση, τα αποδεικτικά αυτά μέσα πρέπει να προσκομίζονται στο Εφετείο το αργότερο μέχρι την συζήτηση, ενώ αν προσκομισθούν μετά τη συζήτηση, με την προσθήκη των προτάσεων, είναι απαράδεκτα, εκτός αν αποδεικνύουν ισχυρισμό που αποσκοπεί να εξουδετερώσει ισχυρισμό του αντιδίκου προβληθέντα για πρώτη φορά με τις προτάσεις της συζήτησης (ΑΠ 1461/2013, ΑΠ 1032/2009, ΑΠ 570/2003). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν απαραδέκτως με την προσθήκη των προτάσεων, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, εκτός αν αυτά προσκομίσθηκαν προς αντίκρουση ισχυρισμού που προτάθηκε το πρώτον με τις προτάσεις του αντιδίκου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πέμπτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προβάλλει την από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, ερευνώντας την έφεσή της σε σχέση με την (δεύτερη) από 31.7.2012 αγωγή του αναιρεσίβλητου, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριό του και ειδικότερα έλαβε υπόψη τους σχετικούς λογαριασμούς της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας COSMOTE με τα συνημμένα σ' αυτούς αντίγραφα επιταγών και καταθετήριων, από τα οποία προέκυπτε, κατά τον αναιρεσίβλητο συνεταιρισμό, η καταβολή από αυτόν προς την ως άνω εταιρία ποσών υπέρτερων των τρεχόντων λογαριασμών και συγκεκριμένα η καταβολή συνολικού ποσού 1.356.758,798 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2009 έως και 2018 έναντι της προς την εταιρία αυτήν οφειλής του και τους οποίους (λογαριασμούς μετά των συνημμένων εγγράφων) ο αναιρεσίβλητος για πρώτη φορά επικαλέστηκε και προσκόμισε με την προσθήκη των προτάσεών του, με αριθμούς σχετικών ΙΕ-1 έως και ΙΕ-9, ως στοιχεία ενισχυτικά και αποδεικτικά του ισχυρισμού του ότι αναγνώρισε εμπράκτως την οφειλή του προς την εν λόγω εταιρία κινητής τηλεφωνίας με τμηματική αποπληρωμή της, με συνέπεια να έχει επέλθει διακοπή της παραγραφής της αξίωσης της εταιρίας αυτής κατά του ιδίου, ο οποίος (ισχυρισμός) και έγινε δεκτός με αποτέλεσμα την απόρριψη, ως αβάσιμης κατ' ουσίαν, της προβληθείσας από αυτήν (αναιρεσείουσα) ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του επίδικου δικαιώματος, συνιστάμενης στο ότι η εν λόγω αξίωση έχει παραγραφεί. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 18.9.2019 προτάσεων του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο τελευταίος δεν αναφέρει σ' αυτές ότι επικαλείται και προσκομίζει τους ανωτέρω λογαριασμούς της εταιρίας ….. (μετά των συνημμένων σ' αυτούς αντιγράφων επιταγών και καταθετήριων), αλλά για πρώτη φορά επικαλέστηκε και προσκόμισε αυτά με την από 24.9.2019 προσθήκη των προτάσεών του (στη σελίδα 10), που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση (την 19.9.2019) της υπόθεσης στο ακροατήριο και συγκεκριμένα την 25.9.2019, χωρίς μάλιστα να επικαλείται ότι τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν από τον ίδιο προς αντίκρουση ισχυρισμού που προτάθηκε το πρώτον με τις προτάσεις της αντιδίκου του. Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο) δεν στήριξε κυρίως στα έγγραφα αυτά την κρίση του ότι, μετά την προς τον αναιρεσίβλητο συνεταιρισμό επίδοση, την 14.11.2008, της από 13.11.2008 εξώδικης πρόσκλησης της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας …… να της καταβάλει το σύνολο της προς αυτήν οφειλής του, συνολικού ποσού 2.285.566,09 ευρώ πλέον νομίμων τόκων, ο τελευταίος "επιδιώκοντας την εξακολούθηση της συνεργασίας του με την ως άνω εταιρία κινητής τηλεφωνίας, προέβη σε έμπρακτη αναγνώριση της ως άνω οφειλής με τμηματική αποπληρωμή της (άρθρο 260 ΑΚ), καθ' όσον παραλλήλως προς τον εκάστοτε τρέχοντα λογαριασμό των μελών του, η αξία του οποίου παρακρατείται από τη μισθοδοσία ή τη σύνταξη αυτών, κατέβαλλε στην ως άνω εταιρία κινητής τηλεφωνίας επιπλέον ποσά ανά μήνα, ανάλογα των ταμειακών του διαθεσίμων, προς μερική αποπληρωμή της επίδικης οφειλής... Είναι γεγονός ότι η πρακτική αυτή τηρήθηκε καθ' όλο το χρονικό διάστημα από του έτους 2009 έως και το έτος 2018...", αλλά τα συνεκτίμησε επικουρικά με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, στα οποία κυρίως στηρίχθηκε. Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την ως άνω κρίση του σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν παραδεκτώς με επίκληση από τον αναιρεσίβλητο και αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα: 1) στους τρεις από 20.7.2016, 20.8.2016 και 20.9.2016 λογαριασμούς της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας "……" προς τον αναιρεσίβλητο συνεταιρισμό, στους οποίους εμφανίζονται: α) στον από 20.7.2016 λογαριασμό, ύψος τρέχουσας κατανάλωσης 64.080,99 ευρώ με προηγούμενο υπόλοιπο ποσού 2.734.585,07 ευρώ, β) στον από 20.8.2016 λογαριασμό, ύψος τρέχουσας κατανάλωσης 59.250,47 ευρώ με προηγούμενο υπόλοιπο ποσού 2.673.086,19 ευρώ και γ) στον από 20.9.2016 λογαριασμό, ύψος τρέχουσας κατανάλωσης 59.379,57 ευρώ με προηγούμενο υπόλοιπο ποσού 2.732.336,67 ευρώ, από τους οποίους (λογαριασμούς) προκύπτει ότι σε έκαστο αυτών καταγράφεται το σύνολο της απαίτησης της ως άνω εταιρίας κινητής τηλεφωνίας κατά κεφάλαιο και τόκους, καθώς και ότι ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε προς εξόφληση των οφειλών του τα ποσά των 67.577,45 ευρώ την 31.10.2016 (δια της υπ' αριθ. 38969771-1 επιταγής της Εθνικής Τράπεζας), των 62.000 ευρώ την 30.11.2016 (δια της υπ' αριθ. 38969772-9 επιταγής της Εθνικής Τράπεζας) και των 62.488,71 ευρώ την 31.12.2016 (δια της απ' αριθ. 38969782-6 επιταγής της Εθνικής Τράπεζας), δηλαδή κατέβαλε επιπλέον των ως άνω λογαριασμών τρέχουσας κατανάλωσης των αντιστοίχων χρονικών περιόδων, τα ποσά των 3.496,46 ευρώ, των 2.949,53 ευρώ και των 3.109,14 ευρώ, αντιστοίχως, οι δε καταβολές αυτές πραγματοποιήθηκαν προς μερική εξόφληση προϋφισταμένης οφειλής του προς την εταιρία κινητής τηλεφωνίας "…..", παραλλήλως προς την εξόφληση των τρεχόντων λογαριασμών, 2) στην από 28.11.2017 εξώδικη απάντηση μετά διαμαρτυρίας, δήλωσης και πρόσκλησης της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας "…..", στην οποία επιβεβαιώνεται η πρακτική της καταβολής από τον αναιρεσίβλητο ποσών πλέον των τρεχουσών οφειλών προς κάλυψη της οφειλής του προς την εν λόγω εταιρία, αφού αναφέρεται σ' αυτήν ότι " ... Όπως ευχερώς αποδεικνύεται μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις, ακόμα και εντός του έτους 2017 έχετε προβεί σε πληρωμές προς κάλυψη των παλαιότερων λογαριασμών σας καθ' υπέρβαση των μηνιαίων λογαριασμών..." και ζητείται η άμεση καταβολή του συνολικού, κατά το χρόνο αυτό, οφειλομένου ποσού των 2.436.609,71 ευρώ και 3) στο αποδειχθέν γεγονός ότι για τα έτη 2010, 2011 και 2014 τα λογιστήρια του αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού και της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας "……." προέβησαν, κατά το έτος 2014, σε ανταλλαγή λογιστικών καρτελών και επιβεβαίωση του υπολοίπου με αναγνώριση της οφειλής αυτού προς την τελευταία. Κατά συνέπεια, η αιτίαση της αναιρεσείουσας αφορά έγγραφα που δεν υπήρξαν ουσιώδη, αφού δεν καθόρισαν το διατακτικό της απόφασης, ώστε να ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το γεγονός ότι λήφθηκαν υπόψη χωρίς να έχουν προσκομισθεί παραδεκτώς από τον αναιρεσίβλητο (βλ. ΑΠ 83/2020). Συνακόλουθα, ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος παραδεκτώς προτάθηκε, εφόσον πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 περ. α' ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος. Επίσης, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμέλειας από την ίδια ως άνω διάταξη (του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ), μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι το Εφετείο, ερευνώντας την έφεσή της σε σχέση με την (τρίτη) από 3.8.2012 αγωγή του αναιρεσίβλητου, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίστηκε από τον τελευταίο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριό του και συγκεκριμένα τον από 20.6.2019 λογαριασμό κινητής τηλεφωνίας της εταιρίας "……", από τον οποίο προέκυπτε ότι "με τις τμηματικές καταβολές του τελευταίου το οφειλόμενο και πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό ύψους 471.259,91 ευρώ έχει περιορισθεί σε ποσό ύψους 191.969,51 ευρώ" και τον οποίο (λογαριασμό) ο αναιρεσίβλητος για πρώτη φορά απαραδέκτως επικαλέστηκε και προσκόμισε με την προσθήκη των προτάσεών του μετά την, λαβούσα χώρα την 19.9.2019, συζήτηση της υπόθεσης. Ωστόσο, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των από 18.9.2019 προτάσεων του αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο τελευταίος αναφέρει σ' αυτές (συγκεκριμένα στην σελίδα 163) ότι προσκομίζει και επικαλείται τον εν λόγω λογαριασμό. Επομένως, ο ανωτέρω από τον αριθ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. ΙX. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά τα τρίτο και τέταρτο σκέλη αυτού, προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι αντίστοιχες αιτιάσεις ότι το Εφετείο, ερευνώντας την έφεσή της σε σχέση με την (δεύτερη) από 31.7.2012 αγωγή του αναιρεσίβλητου, α) υπέπεσε στην από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2009 έως και 2018, κατέβαλε τμηματικά το συνολικό ποσό των 1.356.758,798 ευρώ στην εταιρία κινητής τηλεφωνίας ….. έναντι της προς αυτήν οφειλής του, αν και ουδόλως αποδείχθηκε το περιστατικό αυτό και β) υπέπεσε στην από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη τον ανωτέρω προβληθέντα απαραδέκτως από τον αναιρεσίβλητο, με την προσθήκη των προτάσεων στο Εφετείο, ουσιώδη ισχυρισμό του προς θεμελίωση της "αντένστασής" του (όπως η ίδια την χαρακτηρίζει) περί διακοπής της παραγραφής, ότι, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2009 έως και 2018, κατέβαλε τμηματικά το προαναφερόμενο συνολικό ποσό στην εν λόγω εταιρία κινητής τηλεφωνίας έναντι της προς αυτήν οφειλής του, με συνέπεια να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένσταση της ίδιας περί καταχρηστικής άσκησης του επίδικου δικαιώματος. Ο ανωτέρω λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, γιατί η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί τμηματικών καταβολών από τον αναιρεσίβλητο του ανωτέρω συνολικού ποσού κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2009 έως και 2018, στην εταιρία κινητής τηλεφωνίας ……, δεν συνιστά παραδοχή "πράγματος" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελούς ισχυρισμού που συγκροτεί την ιστορική βάση αντένστασης, αλλά συνιστά αρνητικό ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου στην προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και γιατί, με την κατ' επίφαση επίκλησή του, η αναιρεσείουσα πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου ως προς την ανωτέρω αγωγή του αναιρεσίβλητου. Επίσης, ο ανωτέρω λόγος, κατά το τέταρτο σκέλος του, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, γιατί ο επικαλούμενος ισχυρισμός (περί τμηματικών καταβολών από τον αναιρεσείοντα, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2009 έως και 2018, στην εταιρία κινητής τηλεφωνίας …….), για τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, αν και προβλήθηκε απαραδέκτως από τον αναιρεσίβλητο, δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που συγκροτεί την ιστορική βάση αντένστασης, αλλά συνιστά, όπως ήδη εκτέθηκε, ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου, αρνητικό της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. X. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αυτής, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17.7.2020 αίτηση της εταιρίας "M..-Π. Τ. Α..Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 6826/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ