ΑΡΙΘΜΟΣ 9/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Φ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 449/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Α. του Β.. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 658/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν τα έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο αναφέρονται ιστορικώς μόνον στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχουν ληφθεί υπόψη αμέσως από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και όταν τα περιστατικά αυτά προέκυψαν από άλλα αποδεικτικά μέσα ή αποτελούν στοιχείο της κατηγορίας ή το σώμα του εγκλήματος. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται και στην περίπτωση που ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, χωρίς να αναγνωσθούν στο ακροατήριο, έγγραφα για την απόρριψη (με παρεμπίπτουσα απόφαση) αιτήματος μη εξετάσεως μάρτυρα, η κατάθεση του οποίου στηρίζει τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, διότι και στην περίπτωση αυτή, στηρίζουν και αυτά την κρίση περί ενοχής. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ως αναιρετική πλημμέλεια η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που επήλθε διότι το Εφετείο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και τις υπ' αριθ. 5796/2005 και 19932/2005 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που αφορούσαν καταδίκη του Α. Κ. για φοροδιαφυγή και αφ' ετέρου διότι σε παρεμπίπτουσα απόφασή του, απορριπτική αιτήσεως και του αναιρεσείοντος για την μη εξέταση του Α. Κ. ως μάρτυρα κατηγορίας, έλαβε υπόψη τις από 11.5.2005, 19.5.2005 16.6.2005, 5.7.2005 και 6.7.2005 ένορκες εξετάσεις του Α. Κ. ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος, χωρίς οι ανωτέρω αποφάσεις και ένορκες καταθέσεις να έχουν αναγνωσθεί στο ακροατήριο. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη 449/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά και τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής του αναιρεσείοντος Ν. Φ. και του συγκατηγορουμένου του Α. Α. για παράβαση του νόμου περί μεσαζόντων, έλαβε υπόψη και την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Α. Κ. και, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κήρυξε αυτόν και τον συγκατηγορούμενό του Αλέξανδρο Αλεξόπουλο ενόχους και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών στον καθένα, που ανεστάλη επί τρία (3) έτη. Πριν από την εξέταση του μάρτυρα αυτού αντέλεξε ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Α. Α. δια του συνηγόρου του και ζήτησε να μην εξετασθεί ο μάρτυρας αυτός, λόγω ισχυριζομένης παραβιάσεως της αρχής της δίκαιης δίκης, βάσει του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με τον ισχυρισμό ότι ο Α. Κ. ενήργησε παρανόμως με το να τον παροτρύνει να διαπράξει την αξιόποινη πράξη που χωρίς την παρότρυνση αυτή δεν θα την διέπραττε. Το αίτημα αυτό, μη εξετάσεως, υπέβαλε και ο αναιρεσείων. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης εξήτασε τον άνω μάρτυρα, αφού, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε το αίτημα με την εξής αιτιολογία: "Επειδή, αναφορικά με το δεύτερο σκέλος του αιτήματος του κατηγορουμένου Α. Α. (με το οποίο συμπαρατάχθηκε και ο έτερος κατηγορούμενος Ν. Φ.), δηλαδή να μη ληφθεί υπόψη η ενώπιον του ακροατηρίου μαρτυρική κατάθεση του Α. Κ. και να διαγνωσθεί απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας και της κύριας διαδικασίας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν τίθεται εν προκειμένω ζήτημα "ανακριτικής διείσδυσης" (ώστε η μη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 2713/95 να συνεπάγεται ύπαρξη απαγορευτέου αποδεικτικού μέσου κατ' άρθρο 177 παρ. 2 ΚΠΔ και, περαιτέρω απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρον 171 παρ. 1 στ. δ ΚΠΔ). Ειδικότερα, από τα στοιχεία της ποινικής δικογραφίας, όπως αυτή σχηματίσθηκε κατά τα προηγηθέντα στάδια (προδικασία, εκδίκαση σε πρώτο βαθμό) συνάγεται ότι ο μάρτυς Α. Κ. δεν υπήρξε "πρόσωπο", το οποίο "με εντολή του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων εμφανίστηκε ως συμμέτοχος της πράξης". Ουδεμία τέτοια εντολή υπήρξε από τον Διευθυντή της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος, αντίθετα μάλιστα, με την πρώτη του κιόλας μαρτυρική κατάθεση στις 11-5-2005, ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων της προαναφερόμενης Υπηρεσίας, καταγγέλλει τις σε βάρος του αξιόποινες πράξεις και επιθυμεί την ποινική δίωξη των δραστών, αλλά και στις επακολουθήσασες συμπληρωματικές καταθέσεις συνεχίζει να εκθέτει τα περιστατικά που συνθέτουν την σε βάρος του αξιόποινη συμπεριφορά των καταγγελθέντων υπαλλήλων κατά τρόπο που δείχνει ότι ο ίδιος εμφανίζεται ως "θύμα" (παθών) και όχι ως "κατ' εντολήν συμμέτοχος" των δικών τους αξιόποινων πράξεων (βλ. την από 11-5-2005 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα Α. Κ. και τις από 19-5-2005, 16-6-2005, 5-7-2005 και 6-7-2005 συμπληρωματικές του ιδίου). Συνεπώς, δεν υπήρξε "ανακριτική διείσδυση" του Α. Κ. για να ελεγχθούν τα όρια της επιτρεπόμενης καλυμμένης δράσης του, ούτε, επομένως, απαιτούνταν ενημέρωση και έγκριση (για την ανακριτική διείσδυση) του εποπτεύοντος Εισαγγελέα Εφετών (αρμοδίου κατ' άρθρο 3 παρ. 1 ν. 2713/95). Ύστερα από τα προεκτεθέντα, κρίνεται ότι είναι επιτρεπτή η εξέταση ως μάρτυρα του Α. Κ. και δεν έχει λάβει χώρα οποιαδήποτε δικονομική ακυρότητα ούτε παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης κατ' άρθρον 6 της ΕΣΔΑ. Γι' αυτό το προβληθέν αίτημα - ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί". Στην απορριπτική της άνω αιτήσεως του αναιρεσείοντος παρεμπίπτουσα απόφαση γίνεται μνεία ότι το δικαστήριο εμόρφωσε την κρίση του ότι δεν πρέπει να απαγορευθεί η εξέταση του μάρτυρα και από τις από 11.5.2005, 19.5.2005 16.6.2005, 5.7.2005 και 6.7.2005 ένορκες εξετάσεις τούτου ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος. Εφόσον το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη και την κατάθεση του άνω μάρτυρα και προκειμένου να απορρίψει την άνω αίτηση έλαβε υπ' όψη τις άνω προανακριτικές εκθέσεις ένορκης εξετάσεως αυτού, που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ούτε είχαν αναγνωσθεί πρωτοδίκως, ούτε προκύπτει το περιεχόμενο των εκθέσεων εξετάσεως αυτών από άλλα παραδεκτώς ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε αναφέρονται αυτές ιστορικώς μόνο στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ούτε αποτελούν, επίσης, στοιχείο των εναντίον των κατηγορουμένων κατηγοριών, ούτε το σώμα του εγκλήματος για το οποίο αυτοί καταδικάσθηκαν, έπεται ότι δεν μπόρεσε ο αναιρεσείων να κάνει τις παρατηρήσεις του (εξηγήσεις και δηλώσεις) για τα αποδεικτικά αυτά μέσα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Συνεπώς, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω της οποίας πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε η έρευνα των ετέρων λόγων αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 449/2012 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τον αναιρεσείοντα. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ