Γ.Β Αριθμός 601/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ρ. Ζ. του Ε., κατοίκου Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Κλεισιάρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ) και ήδη "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (e-ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Οργανισμού με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ), 4) Π. Σ. του Γ., κατοίκου Θεσσαλονίκης και 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και δ.τ. "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ" (πρώην "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και δ.τ. "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΑΕΔΑΔΠ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας ως μη δικαιούχου διαδίκου και ως διαχειρίστριας, (κατ' εξαίρεση) νομιμοποιούμενης ως προς τις απαιτήσεις των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 2ο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το 3ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Ζωγράφου, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ., η 5η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κικιλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 1η και ο 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η δικηγόρος του 3ου των αναιρεσιβλήτων, αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το λόγο στη συνέχεια έλαβε ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, ο οποίος αντέλεξε στο αίτημα του αντιδίκου του. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά της Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6705/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9123/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και το 2ο, το 3ο και η 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και η πληρεξούσια του 3ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση, δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 238/30-03-2022 και 3341/05-04-2022 εκθέσεις επίδοσης των Δικαστικών Επιμελητών του Εφετείου Αθηνών Λεωνίδα Μωρόπουλου και του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ευφροσύνης Χατζούδη αντίστοιχα, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 20-12-2021, με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 2180/21-12-2021, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 769 εδ. β' και 762 ΚΠολΔ, στους 1η και 4ο αναιρεσίβλητους. Συνεπώς, εφόσον οι τελευταίοι δεν παραστάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων αυτών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 Ν 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά από την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της παραγράφου Β' του άρθρου 3 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ορίζεται ότι "1. Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής... 2. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου εμπίπτει το σύνολο των οφειλών των προσώπων της παραγράφου 1 προς τους ιδιώτες. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου περιλαμβάνονται επίσης: α) οι βεβαιωμένες οφειλές στην Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, β) οι βεβαιωμένες οφειλές προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α' και β' βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, συμπεριλαμβανομένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήμα ή την μετατροπή εισφοράς γης σε χρήμα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγμένων ιδιοκτησιών, σύμφωνα με το ν. 1337/1983 από φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και γ) ασφαλιστικές οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής. Τα αναφερόμενα στα στοιχεία α', β' και γ' πρόσωπα, δεν επιτρέπεται να συνιστούν το σύνολο των πιστωτών του αιτούντος και οι οφειλές του προς αυτά υποβάλλονται σε ρύθμιση κατά τον παρόντα νόμο μαζί με τις οφειλές του προς τους ιδιώτες πιστωτές". Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 77/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Στην περίπτωση του Ν 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του Ν 3869/2010 προκύπτει, ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει, ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει, ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (ΑΠ 400/2020, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 1446/2018). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3). Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας, από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015). Η εξουσία όμως αυτή του δικαστηρίου, δεν εξικνείται μέχρι του σημείου να αναλύει αυτεπαγγέλτως τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την πληρότητα της ιστορικής βάσης ένστασης, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως αλλά μόνο κατά πρόταση του διαδίκου και τα οποία αναγκαία πραγματικά περιστατικά δεν αναφέρονται σαφώς και ορισμένα ως περιεχόμενο αυτής (ένστασης). Ειδικότερα σε περίπτωση αίτησης οφειλέτη περί υπαγωγής του στις διατάξεις του N 3869/2010, κατά την εκδίκαση της οποίας υποβάλλεται από τον πιστωτή αορίστως ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, η εξουσία του δικαστηρίου δεν εξικνείται μέχρι του σημείου να δύναται αυτό να αναλύει αυτεπαγγέλτως τα ποσά του δανεισμού και τα εισοδήματα του αιτούντος, αφού έτσι ουσιαστικά υποκαθιστά τον διάδικο (πιστωτή) προς το συμφέρον του οποίου έχει ταχθεί η σχετική νομοθετική ρύθμιση και ο οποίος κατά το νόμο οφείλει να προτείνει ορισμένα την αντίστοιχη ένσταση, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 166/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔικ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν πρέπει, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 3/2014, ΟΛΑΠ 1/2013, ΟλΑΠ 8/2006). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ και συνακόλουθα κατ' άρθρο 560 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν πρόκειται για αναίρεση κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου, καθώς και απόφασης του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης του Πρωτοδικείου, συντρέχει δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή αντίθετα αρκέσθηκε σε ολιγότερα των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 213/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010 απέρριψε τον προταθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό της περί αοριστίας της ένστασης του δόλου της 1ης αναιρεσίβλητης και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 6705/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου, απέρριψε την αίτησή της για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τους καθ' ων. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ήδη αναιρεσείουσα με την από 28-12-2015 αίτησή της (αριθμ. κατάθ. 99/05-01-2016), ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο χωρίς εμπορική ιδιότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των προς τους καθ' ων ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών της (από τη λήψη δύο δανείων από την 1η καθ' ης Τράπεζας συνολικού ποσού 72.000 ευρώ, από οφειλή προς το 2ο καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο, συνολικού ποσού 2.696,69 ευρώ, και από οφειλή προς το 3ο καθ' ου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΦΚΑ", ύψους 3.552,57 ευρώ), ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο διευθέτησης οφειλών, άλλως να γίνει ρύθμιση από το δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν 3869/2010 και να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η κύρια κατοικία της, καθώς και έτερο διαμέρισμα ιδιοκτησίας της, ώστε με την τήρηση της ρύθμισης να επέλθει απαλλαγή της από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 6705/2017 απόφασή του, αφού δέχθηκε την προβληθείσα από την πρώτη καθ' ης η αίτηση και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη τράπεζα, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", ένσταση, ότι η αιτούσα δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, απέρριψε την αίτηση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ακολούθως, η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης την από 15-01-2018 έφεση, η οποία συνεκδικάσθηκε με την, ασκηθείσα προφορικά και με τις προτάσεις, από 07-07-2020 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της πέμπτης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", υπό την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και διαχειρίστριας, νομιμοποιούμενης κατά τις διατάξεις του Ν 4354/2015 ως προς τις απαιτήσεις της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της πρώτης αναιρεσίβλητης τράπεζας. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Η πρώτη καθ' ης ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ είχε προτείνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την ένσταση της δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, υποστηρίζοντας ότι "Συνάγεται ότι η αντίδικος εμπίπτει στην ως άνω κατηγορία δολίως ενεργούντων οφειλετών, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του ιστορικού της αίτησης υπήρχε ανέκαθεν συγκεκριμένο εισόδημα στην οικογένεια, από την εργασία κυρίως του συζύγου της αιτούσας καθώς αυτή δεν προκύπτει ότι εργαζόταν, το οποίο δεν επέτρεπε την ανάληψη πρόσθετων οικονομικών υποχρεώσεων. Συγκεκριμένα η αιτούσα έλαβε το στεγαστικό δάνειο από την Τράπεζά μας στις 04-09-2008 ύψους 70.000 ευρώ και διάρκειας 20 ετών καθώς και το ανοιχτό προσωπικό δάνειο ποσού 2.000 ευρώ την ίδια ημερομηνία, όταν η ίδια δεν εργαζόταν ήδη από το 1996 (όταν έκλεισε το κυλικείο το οποίο διατηρούσε από το 1993) και έως το 2011, οπότε και εργάστηκε για δύο χρόνια στη Δημοτική Εμπορική Τουριστική Επιχείρηση Καλαμαριάς και έπειτα από το 2013 με συμβάσεις μίσθωσης έργου ως καθαρίστρια έως σήμερα. Επίσης ο σύζυγός της απολύθηκε το 2008 λίγους μόλις μήνες μετά τη σύναψη της σύμβασης, ενώ από την εργασία του έως τότε λάμβανε 900 ευρώ το μήνα ως ιδιωτικός υπάλληλος σε τυπογραφείο. Επίσης προϋπήρχαν ήδη οι οφειλές της προς τον ΟΑΕΕ. Είναι λοιπόν φανερό ότι η αιτούσα είχε πλήρη επίγνωση, ότι δεν θα μπορέσει να καταβάλει τις οφειλές της προς τους πιστωτές της. Συνεπώς το Δικαστήριό σας θα πρέπει να εκτιμήσει και τη συμπεριφορά της αντιδίκου ως καταναλωτή, που σίγουρα δεν παρουσιάζει την εικόνα ενός ανθρώπου που άγεται και φέρεται από τις Τράπεζες, αλλά αντιθέτως ενεργεί με απόλυτη επίγνωση των τραπεζικών συναλλαγών. Με τα δεδομένα αυτά η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη". Την ένσταση του δόλου επαναπρότεινε, κατά πιστή αντιγραφή του ανωτέρω πρωτοδίκως προβληθέντος ισχυρισμού, με τις κατ' έφεση προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η πέμπτη αναιρεσίβλητη - αυτοτελώς παρεμβαίνουσα εταιρεία INTRUM HELLAS, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά της, προσθέτοντας και τα εξής: "Ειδικότερα από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, ότι η αιτούσα το χρονικό διάστημα λήψης των επίδικων δανείων ήταν σε θέση με τα εισοδήματά της να ανταπεξέλθει στις δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβε και παράλληλα να μπορεί να καλύψει με το εισόδημα αυτό και το κόστος διαβίωσης της ίδιας και της οικογένειάς της. Η αιτούσα, δηλαδή, ενεργώντας αντίθετα προς την καλή πίστη και την επιμέλεια που απαιτούν οι συναλλαγές, αποδέχτηκε το αποτέλεσμα της ενδεχόμενης μη εξυπηρέτησης των δανειακών της υποχρεώσεων καθιστώντας την απαίτηση της Τράπεζάς μας μετέωρη και επισφαλή. Εξ όλων των ανωτέρω είναι προφανές ότι η αιτούσα περιήλθε από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, αφού αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και φρόνηση, προέβη στη λήψη των επίδικων δανείων, ενώ εκ των προτέρων γνώριζε την εισοδηματική της κατάσταση και το λόγο αυτό η εκκαλουμένη ορθά απέρριψε την αίτησή της". Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, όμως, η προβληθείσα ως άνω ένσταση είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθενται: α) το τελικό ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών της αιτούσας, β) η μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλλει και γ) τα έξοδα διαβίωσης της οικογένειάς της και οι οικονομικές δυνατότητες αυτής κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών (ή οι ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες), ώστε με βάση τα δεδομένα αυτά να καταστεί δυνατόν να κριθεί, αν η αιτούσα πρόβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο δανεισμός της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, καθόσον από τα επικαλούμενα από τη πιστώτρια πραγματικά περιστατικά δεν συνάγεται πρόδηλη αναντιστοιχία των οικονομικών δυνατοτήτων της αιτούσας προς τις οφειλές της και κατ' επέκταση υπερδανεισμός αυτής. Απορρίπτοντας, επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τον περί αοριστίας ισχυρισμό της αναιρεσείουσας της ένστασης του δόλου, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του v. 3869/2010 "περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" και 330 του Α.Κ., διότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010. Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του προαναφερόμενου λόγου της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 9123/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ