Αριθμός 752/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην ..., νόμιμα εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Μανουσάκη ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τον 1ο των αναιρεσιβλήτων. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Π. του Α., κάτοικο ..., 2. Ε. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, που εδρεύει στην ... με την επωνυμία "INTERAMERICAN A.E.", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπρωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Εμμανουήλ Κοπακάκη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 7-6-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5296/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 335/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 22-7-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 28-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 3ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, και στην αναιρετική διαδικασία, προκύπτει, ότι παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αναιρέσεως μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και με προφορική δήλωση του, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει κατάργηση της δίκης (ΑΠ (Ολ) 744/1982, ΑΠ 793/2010). Επομένως, η παραίτηση του αναιρεσείοντος (ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ, ΕΚ), από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ι. Π., εφόσον έγινε με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, είναι νόμιμη και επέφερε την κατάργηση της δίκης, ως προς τον, ως άνω, αναιρεσίβλητο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που κλητεύθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 8590/5-6-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 4-5-2012 κλήσεως, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίσθηκε αρμοδίως δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την δεύτερη απολειπομένη αναιρεσίβλητο Ε. Κ.. Εξ άλλου από την υπ' αριθ. 7583/17-10-2011 έκθεση επιδόσεως της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας προκύπτει, ότι έχει επιδοθεί στην ανωτέρω απολειπομένη δεύτερη αναιρεσίβλητο και ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία αυτής. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 Π.Δ/τος 237/1986, που κωδικοποίησε τις διατάξεις του Ν. 489/1976, άρθρο 10 και 11 παρ.1 και 19 παρ.1 περ.α του ιδίου Π.Δ/τος προκύπτει, ότι ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί στην Ελλάδα πρέπει να έχει ασφαλίσει αυτό σε μία νομίμως λειτουργούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία. Εάν από το αυτοκίνητο προξενηθούν θανάτωση, σωματικές βλάβες ή υλικές ζημίες, ο παθών έχει ευθεία αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας για καταβολή της αποζημιώσεώς του μέχρι το ποσό που προβλέπεται από την ασφαλιστική σύμβαση και ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση κατά του ασφαλιζόμενου ή του αντισυμβαλλομένου ή του οδηγού και μόνον όταν το αυτοκίνητο είναι ανασφάλιστο, τότε ο παθών έχει αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου για καταβολή της αποζημίωσης, δηλαδή η αγωγή κατά του τελευταίου είναι επικουρική. Ως ανασφάλιστο θεωρείται το ζημιογόνο αυτοκίνητο: α) όταν δεν έχει συναφθεί γι' αυτό ποτέ στο παρελθόν σύμβαση ασφαλίσεως ή β) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε ή λύθηκε ή ακυρώθηκε ή ανεστάλη είτε μονομερώς με καταγγελία του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου, είτε με κοινή συμφωνία αυτών. Στη δεύτερη περίπτωση, για να θεωρηθεί ανασφάλιστο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, πρέπει να έχει χωρήσει γνωστοποίηση στον αντισυμβαλλόμενο ή στον ασφαλισμένο από τον ασφαλιστή της λήξεως, λύσεως, ακυρώσεως ή αναστολής της ασφαλιστικής συμβάσεως και να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα έξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή, διότι μόνον εφόσον συντρέξουν οι δύο αυτές προϋποθέσεις (γνωστοποίηση της λήξεως κλπ. και πάροδος 16 ημερών από αυτήν) ο ασφαλιστής μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου παθόντος τη λήξη, λύση, ακύρωση ή αναστολή της ασφαλιστικής συμβάσεως και, κατά συνέπεια, αυτός (τρίτος παθών) δεν έχει αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή και το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο (άρθρο 11 παρ. 2 εδ. α' π.δ. 237/1986). Ανάγκη τέτοιας γνωστοποιήσεως δεν συντρέχει στις μεταξύ του ασφαλισμένου και του ασφαλιστή σχέσεις. Η γνωστοποίηση γίνεται με έγγραφη επιστολή του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο ή τον αντισυμβαλλόμενο στην κατοικία ή στη διαμονή αυτών (εδάφ. β' της ανωτέρω παραγρ. 2 του άρθρου 11, ως αντικαταστάθηκε με παράγ. 3 του άρθρου 7 του ν. 2170/1993). Ο σκοπός της εν λόγω γνωστοποίησης είναι να άρει κάθε αμφισβήτηση ως προς τον χρόνο παύσης της ευθύνης του ασφαλιστή και έτσι να αποτρέψει τη δυνατότητα συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος του ζημιωθέντος τρίτου, στην προστασία του οποίου αποβλέπει η διάταξη 11 παρ. 2 του ν. 489/76 (ΑΠ 923/2005 ΑΠ 560/2003). Η γνωστοποίηση αυτή απαιτείται και αν ακόμη η ακύρωση της ασφαλιστικής συμβάσεως έγινε με μεταγενέστερη κοινή συμφωνία ασφαλιστή και αντισυμβαλλόμενου ή ασφαλισμένου. Επομένως, για την έναντι του ζημιωθέντος τρίτου απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρείας, είναι αναγκαία η τήρηση του επιβαλλόμενου από τον νόμο τύπου της γνωστοποίησης αυτής και αν ακόμη η ακύρωση της ασφαλιστικής συμβάσεως επήλθε με μεταγενέστερη κοινή συμφωνία (σύμβαση) του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, οπότε ο τελευταίος γνώριζε έκτοτε την ακύρωση, αφού με τη σύμπραξή του είχε προκληθεί (ΑΠ (Ολ) 3/2005, ΑΠ 1557/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 489/76, η ασφαλιστική σύμβαση ισχύει για την ασφαλιστική περίοδο, η οποία ορίζεται στο ασφαλιστήριο κάθε φορά για ίσο χρονικό διάστημα, μετά τη λήξη της ασφαλιστικής περιόδου, ως και των επόμενων τοιούτων, εκτός εάν 30 ημέρες πριν από το τέλος κάθε ασφαλιστικής περιόδου ένα από τα μέρη ειδοποιήσει το άλλο με συστημένη επιστολή για το αντίθετο. Κατά δε το άρθρο 8 παρ. 1 της απόφασης αυτής, κάθε μεταβολή της κυριότητας ή κατοχής του οχήματος επιφέρει μετά πάροδο 15 ημερών την αυτόματη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως, εκτός εάν εντός της προθεσμίας αυτής ο μέχρι τούδε αντισυμβαλλόμενος ή ο νέος κύριος ή κάτοχος ζητήσει, με έγγραφο που περιέχει τα ακριβή στοιχεία της μεταβολής, τη συνέχιση της ασφαλιστικής κάλυψης και ο ασφαλιστής δεν αποποιηθεί εγγράφως την αίτηση μέσα σε δέκα ημέρες από τη λήψη της. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με το άρθρο 11 παρ. 2 ν. 489/76, προκύπτει κατ' αρχήν, ότι κάθε μεταβολή της κυριότητας ή κατοχής του ασφαλισμένου οχήματος επιφέρει την αυτοδίκαιη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως μετά την πάροδο δεκαπέντε ημερών από τη μεταβολή. Η αυτοδίκαιη αυτή λύση ισχύει για τις σχέσεις μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή. Έναντι όμως των τρίτων ζημιωθέντων προσώπων, οι οποίοι, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου έχουν ιδία αξίωση ευθέως κατά του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση, ο ασφαλιστής ευθύνεται, εφόσον δεν γνωστοποίησε και μάλιστα εγγράφως κατά το εδάφ. β' της παραγ 2 του ως άνω άρθρου 11 τη λύση αυτής προς τον αντισυμβαλλόμενο ή τον ασφαλισμένο και δεν περάσει χρονικό διάστημα δέκα έξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση (ΑΠ 1590/2006, ΑΠ 187/1996 ΑΠ 89/1996 ΑΠ 225/1995). Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα διαφορετική έννοια από την αληθή (ΑΠ (Ολ) 36/1988). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε την από 22-8-2007 έφεση του αναιρεσείοντος (ΕΚ) κατά της υπ' αριθμ. 5296/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την εκκαλουμένη - πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια δίκασε και απέρριψε κατ' ουσίαν ως αβάσιμη την από 11-7-2005 πλαγιαστική αγωγή του αναιρεσείοντος (ΕΚ) κατά των αναιρεσιβλήτων με τις κατωτέρω κρίσιμες για την τύχη της αναιρέσεως αιτιολογίες, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων: "... Την 24-6-1997 και περί ώραν 8.00' ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος, ο οποίος είχε προστηθεί από τη δεύτερη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη στην οδήγηση του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της, και έχοντας ως συνεπιβάτη το Σ. Κ. εκινείτο επί της διπλής κατευθύνσεως Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας με κατεύθυνση από την Λαμία προς την Αθήνα, κατέχοντας τη δεξιά, επί συνόλου τριών, λωρίδα κυκλοφορίας. Την ίδια χρονική στιγμή, στην αυτή Εθνική Οδό και έμπροσθεν του ως άνω αυτοκινήτου έχοντας την ίδια κατεύθυνση με αυτό και στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας εκινείτο το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Π. Δ., το οποίο οδηγούσε ο Σ. Κ.. Όταν τα δύο ως άνω οχήματα έφθασαν στο 34ο χιλιόμετρο της ως άνω Ν.Ε.Ο., στο ύψος της Μαλακάσας, το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο βαίνοντας με αυξημένη ταχύτητα προσέκρουσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο, έχοντας σφηνώσει στο οπίσθιο μέρος αυτού, παρέσυρε ευθεία και δεξιά σε απόσταση 57 μέτρων, βγάζοντας αυτό τελικά εκτός λωρίδας κυκλοφορίας του στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης, όπου και σταμάτησε. Συνέπεια της συγκρούσεως αυτής ήταν να τραυματισθεί ο συνεπιβάτης του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου Σ. Κ. . Ο εν λόγω τραυματισθείς προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από το ατύχημα, άσκησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 2-7-1998 αγωγή του εναντίον του εκκαλούντος και των δύο πρώτων των εφεσιβλήτων, ισχυριζόμενος, ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "NORDIC AMERICAN STANDAR AE", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε με Υπουργική Απόφαση και στη θέση της υπεισήλθε εκ του νόμου το "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ". Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 150/2003 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της δεύτερης εφεσίβλητης και δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς το εκκαλούν "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" και τον πρώτο εφεσίβλητο. Με την 937/2005 απόφαση του ίδιου Εφετείου η ως άνω αγωγή του παθόντος, όσον αφορά το εκκαλούν και τον πρώτο εφεσίβλητο, έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, σε εκτέλεση της οποίας το εκκαλούν αναγκάσθηκε να καταβάλει στον ως άνω παθόντα για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα το συνολικό ποσό των 46.472,75 ευρώ. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται τα εξής: Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου και μετά από διαδοχικές ανανεώσεις αυτού, η τρίτη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "INTERAMERICAN AE" ασφάλισε το ως άνω με υπ' αριθμ.κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο με αντισυμβαλλομένη την ιδιοκτήτριά του, δεύτερη εφεσίβλητη, για το από 7-2-1993 έως 7-8-1997 χρονικό διάστημα. Την 23-2-1997 το εν λόγω αυτοκίνητο ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, συνεπεία του οποίου υπέστην φθορές και βλάβες, των οποίων η αποκατάσταση κρίθηκε, κατά τις εκτιμήσεις των πραγματογνωμόνων, ως οικονομικά ασύμφορη. Ακολούθως, μετά από νεότερη συμφωνία (αντισυμφωνία) μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης των εφεσιβλήτων - αντισυμβαλλομένων με την υπ' αριθμ. 907244 πράξη ακυρώσεως του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου η εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση καταργήθηκε από την ημερομηνία του ως άνω ατυχήματος (23-2-1997) και την 12-5-1997 εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 35 πρόσθετη πράξη της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία επιστράφηκαν στη δεύτερη εφεσίβλητη τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα για το από 23-2-1997 έως 7-8-1997 χρονικό διάστημα. Στη συνέχεια, την 8-5-1997 ο πρώτος εφεσίβλητος αγόρασε από τη δεύτερη εφεσίβλητη το εν λόγω αυτοκίνητο, όπως ήταν τρακαρισμένο, ο οποίος και το παρέλαβε στην κατοχή του. Κατόπιν τούτου, ακόμη και αν δεν είχαν συμβεί τα ως άνω, συνέτρεξε και άλλος λόγος καταργητικός της ως άνω ασφαλιστικής συμβάσεως, στηριζόμενος στη μεταβολή της κατοχής του αυτοκινήτου (άρθρα 211 Εμπ.Ν. και 8 της Κ4/585/5-4-1978 Α.Ε.Ε.), δοθέντος ότι η διαδικασία μεταβιβάσεως της κυριότητας του ως άνω αυτοκινήτου στον πρώτο εφεσίβλητο ολοκληρώθηκε την 3-7-1997. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "NORDIC AMERICAN STANDAR AE" ασφάλισε το ως άνω με το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο με αντισυμβαλλόμενο τον αρχικά κάτοχό του και μετέπειτα ιδιοκτήτη του, κατά τα εκτεθέντα, πρώτο εφεσίβλητο, για το από 21-6-1997 έως 21-12-1997 χρονικό διάστημα. Συνεπώς, την 24-6-1997, οπότε συνέβη το ένδικο ατύχημα με παθόντα το Σ. Κ., το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "NORDIC AMERICAN STANDARD AE", με την έγκυρη ασφαλιστική σύμβαση, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν συνέτρεξε εν προκειμένω περίπτωση πολλαπλής ασφαλίσεως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν, γιατί η προηγούμενη ασφαλιστική σύμβαση με την τρίτη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "INTERAMERICAN AE", είχε λυθεί πριν τη σύναψη της δεύτερης, ως άνω, ασφαλιστικής συμβάσεως. Περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθμ. Κ3-10300/20-11-1997 αποφάσεως του Υπουργού Αναπτύξεως ανακλήθηκε η άδεια συστάσεως και λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "NORDIC AMERICAN STANDARD AE" και στη θέση της υπεισήλθε εκ του νόμου το εκκαλούν "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", το οποίο και υποχρεώθηκε εξ αυτού του λόγου να καταβάλει την ως άνω αποζημίωση στον παθόντα Σ. Κ.. Εξάλλου, το εκκαλούν "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" όσον αφορά τις ήδη κρινόμενες σχέσεις του με τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου και πρώτο εφεσίβλητο και με την τρίτη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "INTERAMERICAN AE", δεν μπορεί να επικαλεσθεί την έλλειψη γνωστοποιήσεως της ως άνω λύσεως της πρώτης ασφαλιστικής συμβάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν. 489/1976, γιατί ευρισκόμενο στην ίδια θέση που θα βρισκόταν η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "NORDIC AMERICAN STANDARD AE", αν δεν είχε ανακληθεί η άδεια λειτουργίας της, δεν θεωρείται, όπως και η τελευταία, ως "τρίτος που ζημιώθηκε", κατά τα προεκτεθέντα. Πρέπει να σημειωθεί, ότι την αξίωση ελευθερώσεως έναντι του εκκαλούντος "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" (η οποία προκύπτει από την ως άνω υπεισέλευση), την είχαν, τόσο ο πρώτος εφεσίβλητος ως οδηγός, αλλά και η δεύτερη εφεσίβλητη ως ιδιοκτήτρια του εν λόγω αυτοκινήτου κατά το χρόνο του ατυχήματος (24-6-1997). Επίσης, πρέπει να σημειωθεί, ότι οι εφεσίβλητοι δεν κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σύμφωνα με τα άρθρα 904 επ.ΑΚ, αφού η μεν ευθύνη του πρώτου εφεσίβλητου οδηγού καλυπτόταν από την έγκυρη ασφαλιστική σύμβαση με την ασφαλιστική εταιρεία "NORDIC AMERICAN STANDARD AE" (άρθρα 1 παρ.1β και 6 παρ.1,2 του Ν. 489/1976), η δε ασφαλιστική εταιρεία "INTERAMERICAN AE" δεν ευθυνόταν προς καταβολή της αιτούμενης αποζημιώσεως ...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με το να δεχθεί ότι η πρώτη ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης αναιρεσίβλητης, ασφαλιστικής εταιρείας, λύθηκε ενώ αληθώς αυτό δεν είχε συμβεί διότι δεν είχε γίνει γνωστοποίηση της λύσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως με έγγραφη επιστολή μέσα στη νόμιμη προθεσμία (αρθρ. 11 παρ.2 1δ Π.Δ.237/1986) και η τελευταία δεν υποχρεούται σε αποζημίωση του τρίτου ζημιωθέντος, κι επομένως υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.1 περ.α ΚΠολΔ προβλεπομένη πλημμέλεια. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει, να γίνει δεκτός ο υπό στοιχ. α' λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 περ.α' ΚΠολΔ, ως βάσιμος, και παρελκούσης της έρευνας του υπό στοιχ.β' λόγου από τον αριθ.19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατά διορθωτική με συμπλήρωση ερμηνεία του άρθρου 580 παρ.3 εδ.2 περ.β ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του Ν. 4055/2012, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν η δεύτερη και τρίτη εκ των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (ΕΚ), σύμφωνα με το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη μεταξύ του αναιρεσείοντος (ΕΚ) και του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Αναιρεί την υπ' αριθ. 335/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και Καταδικάζει τους δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (ΕΚ), τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ