Αριθμός 1183/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Κ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Ρόδου "Ανδρέας Παπανδρέου"", που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ - ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΩ "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΝ"", που εδρεύει στην Κω και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ - ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ "ΤΟ ΒΟΥΒΑΛΕΙΟ"", που εδρεύει στην Κάλυμνο και εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην ενιαίο και αυτοτελές ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Ρόδου "Ανδρέας Παπανδρέου" - ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ - ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΩ "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΝ" - ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ - ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ "ΤΟ ΒΟΥΒΑΛΕΙΟ""), τα οποία εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Θανασιά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2017 αγωγή του ενιαίου και αυτοτελούς ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Ρόδου "Ανδρέας Παπανδρέου" - Γ.Ν. Κ.Υ. ΚΩ "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΝ" - Γ.Ν. Κ.Υ. ΚΑΛΥΜΝΟΥ "ΤΟ ΒΟΥΒΑΛΕΙΟ"", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 569/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-8-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο τα αναιρεσίβλητα όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση (ΑΠ 80/2021). Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 769/2022, ΑΠ 206/2017). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι αν, κατά την αναιρετική δίκη, δεν παρίσταται ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση και αποδεικνύεται σύννομη χορήγηση από αυτόν δικαστικής πληρεξουσιότητας προς το δικηγόρο που άσκησε την αίτηση αναίρεσης, η υπόθεση συζητείται παρά την απουσία του (ΑΠ 1454/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά τη σημερινή δικάσιμο, εκπροσωπήθηκαν με δηλώσεις της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, τα αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα, ενώ η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από την ερημοδικία της αναιρεσείουσας, τίθεται ζήτημα αυτεπάγγελτης έρευνας του ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση επισπεύδει η αναιρεσείουσα, η οποία και έχει χορηγήσει νομίμως πληρεξουσιότητα στη δικηγόρο που άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Επομένως, αφού η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 31-8-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 32/23-9-2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 137/15-5-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι μισθωτικών διαφορών, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν, ως προς τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Το ήδη καταργηθέν, δυνάμει του άρθρου 165 του ν. 4600/2019, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΡΟΔΟΥ "ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ" - Γ.Ν. Κ.Υ. ΚΩ "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΝ" - Γ.Ν. Κ.Υ. ΚΑΛΥΜΝΟΥ "ΤΟ ΒΟΥΒΑΛΕΙΟ", στη θέση του οποίου υπεισήλθαν τα αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΡΟΔΟΥ "ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ", Γ.Ν. Κ.Υ. ΚΩ "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΝ" και Γ.Ν. Κ.Υ. ΚΑΛΥΜΝΟΥ "ΤΟ ΒΟΥΒΑΛΕΙΟ", με την από 15-6-2017 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει μισθωτικής σύμβασης που καταρτίστηκε στις 26-6-2000, κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού, μεταξύ αυτού και της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, εκμίσθωσε στην τελευταία, για πέντε έτη, το σ' αυτή περιγραφόμενο και ευρισκόμενο εντός του χώρου του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου "ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ", ακίνητο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κυλικείο. Ότι η μίσθωση παρατάθηκε αναγκαστικά αρχικά έως 26-6-2012 (συμπλήρωση δωδεκαετίας) και εν συνεχεία για τέσσερα ακόμη έτη, ήτοι έως 26-6-2016, οπότε και έληξε. Με αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) να του αποδώσει τη χρήση του μισθίου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 569/2018 απόφασή του, δέχτηκε κατ' ουσίαν την αγωγή. Κατά αυτής της απόφασης η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) άσκησε την από 11-1-2019 έφεση με τους από 27-2-2019 πρόσθετους λόγους. Το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) περί α) έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, κρίνοντας ότι η ένδικη μίσθωση αποτελεί σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, β) μετατροπής της μίσθωσης, μετά τη λήξη του νόμιμου χρόνου της, σε αόριστου χρόνου, κρίνοντας ότι η μίσθωση ακινήτου από ν.π.δ.δ. δεν μπορεί, κατά νόμο, να καταστεί αόριστου χρόνου, γ) ακυρότητας της σχετικής με την απόδοση της χρήσης του μισθίου εξώδικης όχλησης-καταγγελίας του ενάγοντος, κρίνοντας ότι για τη λήξη της μίσθωσης με την πάροδο του χρόνου της αναγκαστικής παράτασής της δεν απαιτείται καταγγελία, δ) καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος ως μη νόμιμο και ε) ακυρότητας της μίσθωσης λόγω μη τήρησης της διοικητικής διαδικασίας για την άδεια της Επιτροπής του άρθρου 26 παρ. 1 του ν. 1892/1990, κρίνοντας ότι οι σχετικές με δικαιοπραξίες σε παραμεθόριες περιοχές απαγορεύσεις έχουν καταργηθεί με το ν. 3978/2011, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, δεχόμενο τα εξής: "Το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Ρόδου", με τη με αριθμ. 1/29-3-2000 Ειδική Διακήρυξη, διακήρυξε δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό σύμφωνα με το π.δ. 715/1979, για την εκμίσθωση των καταστημάτων που βρίσκονταν στο χώρο υποδοχής και στο χώρο των εξωτερικών ιατρείων, συνολικής επιφάνειας 83 τμ και 12 τμ, εντός του κτιριακού συγκροτήματος του νοσοκομείου, για να χρησιμοποιηθούν ως κυλικείο. Ο διαγωνισμός διενεργήθηκε την 21-4-2000 και αναδείχθηκε πλειοδότρια η εναγομένη (αναιρεσείουσα). Όπως προκύπτει από το απόσπασμα πρακτικού της από 26-4-2000 συνεδρίασης του ΔΣ του ενάγοντος, το τελευταίο ενέκρινε τα αποτελέσματα του διαγωνισμού και υπογράφηκε η από 26-6-2000 σύμβαση, μεταξύ του νοσοκομείου, εκπροσωπούμενου νομίμως από τον Αντιπρόεδρο του ΔΣ, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 2 εδ. γ' και 3 του Ν. 2519/1997, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 περ. Β εδ. 1 της υπ' αριθμ. Α1α/οικ 2517/4-3-1998 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, λόγω κωλύματος του Προέδρου αυτού. Το μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 5.050.000 δρχμ, καταβλητέο εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μισθωτικού μηνός, ενώ η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε πενταετής (5ετής), άρχουσα στις 26-6-2000 και λήγουσα στις 25-6-2005. Η ένδικη σύμβαση λειτούργησε κανονικά μεταξύ των μερών, εφαρμοζομένων δε των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη διατάξεων του π.δ. 34/1995 περί δωδεκαετούς διάρκειας της επαγγελματικής μίσθωσης (άρθρα 1, 2, 5, 60 και 61), η χρονική διάρκεια παρατάθηκε έως την 26-6-2012. Η εναγομένη ενημερώθηκε για την παράταση της διάρκειας της μίσθωσης για τέσσερα ακόμη έτη, μετά τη λήξη της δωδεκαετίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 34/1995 (σχ. το με αριθμ. 25/19-7-2011 απόσπασμα πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου του ενάγοντος και το με αριθμ. πρωτ. 20917/10-8-2011 έγγραφο του Διοικητή του) και απέστειλε στο ενάγον την από 25-4-2012 εξώδικη δήλωση, με την οποία δήλωνε ρητώς πως επιθυμούσε την παράταση διάρκειας της μίσθωσης για τέσσερα (4) έτη, ήτοι μέχρι τις 26-6-2016. Επομένως,... εφόσον το ενάγον δεν άσκησε αγωγή περί απόδοσης του μισθίου εντός εννέα μηνών από τη λήξη της δωδεκαετίας, η μίσθωση παρατάθηκε εκ του νόμου για τέσσερα ακόμα έτη, έως την 26-6-2016, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 περ. δ' του π.δ. 34/1995. Μετά δε τη λήξη της νόμιμης διάρκειας της επίδικης σύμβασης στις 26-6-2016, η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να αποδώσει το μίσθιο. Ο ισχυρισμός της πως η μίσθωση παρατάθηκε αυτοδίκαια και κατέστη αορίστου χρόνου, διότι δεν προηγήθηκε έγκυρη απόφαση του αρμοδίου οργάνου του ενάγοντος περί απόδοσης του μισθίου δεν είναι νόμιμος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 παρ. 2 του π.δ. 715/1979. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν απέδωσε το μίσθιο παρόλο που οχλήθηκε επανειλημμένα από το ενάγον...Με βάση τα προεκτεθέντα, η επίδικη σύμβαση μίσθωσης έληξε την 26-6-2016 και η εναγομένη υποχρεούται να αποδώσει στο ενάγον τη χρήση του μισθίου...". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο α) ο κανόνας ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλομένη, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει), τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζεται ως προς τί υπάρχει και σε τί συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΟλΑΠ 20/05, 32/96). Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ ΑΠ 57/90, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1454/2014). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι, όπως εκτιμάται, το Εφετείο, ως προς το ζήτημα τήρησης της σχετικής με τη σύναψη της ένδικης μισθωτικής σύμβασης από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, διοικητικής διαδικασίας και το σύννομο αυτής, ουδεμία διέλαβε αιτιολογία, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574, 587, 599 παρ. 1, 5, 58 παρ. 11, 60, 61 του π.δ. 34/1995 και 1 επ. του ν. 715/1979 που εφάρμοσε. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, γιατί δεν εκτίθεται ο ουσιώδης, ενώπιον του Εφετείου, ισχυρισμός της αναιρεσείουσας και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη αιτιολογίας, με την επισήμανση ότι, υπό τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν, η προσβαλλομένη, ως προς το ζήτημα της σύναψης έγκυρης μισθωτικής σύμβασης μεταξύ του πιο πάνω νομικού προσώπου και της αναιρεσείουσας, δεν στερείται αιτιολογιών. Κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 του ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις (ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 311/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του εκμισθωτή να ζητήσει την απόδοση της χρήσης του μισθίου, την οποία αυτή πρότεινε παραδεκτά στα δικαστήρια της ουσίας, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η αναιρεσείουσα πρόβαλε νόμιμα ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επανέφερε στο Εφετείο ως εκκαλούσα την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του εκμισθωτή, του οποίου, όπως προεκτέθηκε, τη δίκη συνεχίζουν οι αναιρεσίβλητοι, ισχυριζόμενη τα εξής: "...Από την υπογραφή της ένδικης μίσθωσης και για πολλά χρόνια μετά, εκπλήρωνα τις οικονομικές μου υποχρεώσεις από τη σύμβαση κανονικά και νόμιμα με αποτέλεσμα το αντίδικο να έχει εισπράξει τεράστια ωφελήματα, άνω των 3.000.000 ευρώ αφού ληφθεί υπόψη και το ύψος του μισθώματος που προσέγγισε κατά μέσο όρο το ποσό των 15.000 ευρώ μηνιαίως. Όμως το αντίδικο όταν αναγκάστηκα να γνωστοποιήσω σ 'αυτό την οικονομική μου αδυναμία λόγω της οικονομικής κρίσης που άρχισε να μαστίζει τη χώρα μας ήδη από το έτος 2008 αλλά και λόγω της νομοθετικής απαγόρευσης του καπνίσματος στο χώρο του κυλικείου μισθίου τα εισοδήματά μου μειώθηκαν κατακόρυφα και δη από την εκμετάλλευση του μισθίου και γι' αυτό ζήτησα τη μείωση του συμφωνημένου μισθώματος, σε ένα εύλογο μέτρο, άρχισε με αποφάσεις των οργάνων του να επιχειρεί μια συστηματική καταδίωξή μου, επιχειρώντας ήδη από το έτος 2014 την πρόωρη έξωση μου από το μίσθιο. Γι' αυτό ακόμα και παρά την εν γνώσει των εκπροσώπων του της πραγματικής και αποδεδειγμένης μείωσης των εισοδημάτων μου που επέβαλλαν τουλάχιστον την ανοχή του και πάντως την αναμονή της έκβασης σχετικής δίκης για αναπροσαρμογή με μείωση του μισθώματος, μετά από την άσκηση της από 21-12-2012 αγωγής μου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, στο διάστημα των τελευταίων ετών και της εκκρεμοδικίας της που διαρκεί μέχρι σήμερα επανειλημμένα επιχείρησε την πρόωρη αποβολή μου από τα μίσθια, ακόμα και με έκδοση σε βάρος μου διαταγών πληρωμής και απόδοσης μισθίων οι οποίες εν τέλει ακυρώθηκαν, επί τω λόγω ότι από δυστροπία τάχα καθυστερούσα και δεν κατέβαλα τα συμφωνημένα μισθώματα. Παράλληλα και εν γνώσει των ίδιων προσώπων ότι σοβαρότατοι λόγοι υγείας του ανήλικου γιου μου Χ. που συνέτρεχαν παράλληλα με ανάγκασαν να προβώ σε σειρά τεράστιων δαπανών μεταμόσχευσης με μεταβάσεις μας στην Αθήνα, αλλά και με υπεραντλαντική μετάβαση μας στο Μαϊάμι για την αντιμετώπιση του θέματος αυτού και με σκοπό την επιβίωσή του παιδιού μου, ώστε έφθασα σε σημείο, να μην επαρκεί η ατομική και οικογενειακή περιουσία μου κινητή ή ακίνητη για να καλύψω τα αντίστοιχα κόστη. Σήμερα βρίσκομαι υπερχρεωμένη με τεράστιες οφειλές σε τρίτους ιδίως στη ΔΟΥ αλλά και σε Τράπεζες με άμεση απειλή σε βάρος μου των προβλεπομένων μέτρων αναγκαστικής είσπραξης. Επιπλέον τα τελευταία έτη διαγνώσθηκα καρκινοπαθής με CA μαστού, υποβαλλόμενη σε επεμβάσεις χειρουργικές και διαδοχικές χημειοθεραπείες και δίχως μέχρι σήμερα να μπορώ να γνωρίζω τις μετέπειτα συνέπειες. Ήδη δε η μοναδική αδελφή μου και οικονομική μου σύμβουλος διαγνώσθηκε με την ίδια ως άνω νόσο και χρήζει περαιτέρω θεραπείας, πέραν της πρόσφατης χειρουργικής αντιμετώπισης. Με τον τρόπο αυτό, σήμερα φέρεται να οφείλω το ποσό των πεντακοσίων πενήντα πέντε χιλιάδων ευρώ και ενενήντα πέντε ευρώ (555.095) και σύμφωνα με αγωγή του αντιδίκου ενώπιον του δικαστηρίου Σας η οποία πρόκειται να συζητηθεί στις 18-10-2018 αιτείται να το καταβάλω νομίμως και εντόκως, από οφειλόμενα μισθώματα και αποζημιώσεις χρήσης κατά τους ισχυρισμούς του. Παράλληλα πρόκειται να συζητηθεί ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου στις 19-1-2019 εκ νέου η υπόθεση που αφορά τη μείωση των αιτουμένων με την παραπάνω αγωγή του μισθωμάτων και τούτο μετά από την ευδοκίμηση σχετικής αίτησης Αναίρεσης μου και σύμφωνα με την 55/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου. Γίνεται αντιληπτό ότι κατά το χρόνο της άσκησης της κρινόμενης αγωγής, και προτού ακόμα αποφανθεί το Ακυρωτικό Δικαστήριο σχετικά με την αίτηση αναίρεσης μου με την οποία τελικά πρόκειται να κριθεί η παραπάνω αγωγή μου για μείωση του μισθώματος επιχειρείται εξόντωση μου, οικονομική και ηθική και η πρόκληση σε μένα ανεπανόρθωτης βλάβης. Αν ευδοκιμήσει η κρινόμενη αγωγή θα αναγκαστώ να αποκοπώ από το μίσθιο ως κύρια πηγή εισοδημάτων μου και θα βρεθώ σε κατάσταση τέτοια που δε θα μπορώ να αντιμετωπίσω τα τρέχοντα ζητήματα υγείας μου και των μελών της οικογένειάς μου, ούτε τα οικονομικά που είναι πιεστικά, ιδίως όμως δε θα μπορέσω να αποπληρώσω κάθε πραγματική οφειλή μου στο αντίδικο από υπόλοιπα μισθωμάτων που ήθελε κριθεί ότι οφείλω.... Υπό τις ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενες συνθήκες και υπό τις ανωτέρω γενικότερες περιστάσεις της μεταξύ μας συμβατικής σχέσης σε όλη τη διάρκειά της, η άσκηση της υπό κρίση αγωγής, αποβαίνει προδήλως καταχρηστική και αντίθετη προς κάθε έννοια δικαίου και ηθικής, καθότι υπερβαίνει προδήλως τα όρια του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του επικαλούμενου δικαιώματος. Προκύπτει δε, αβασάνιστα ότι ο πραγματικός σκοπός της άσκησης της αγωγής δεν είναι ο προβαλλόμενος, αλλά το ενάγον την ασκεί εν γνώσει της ότι είναι ενδεχομένως η μόνη νομιμοφανής διαφυγή της προκειμένου να με αποβάλει από το μίσθιο με απώτερο σκοπό την εγκατάσταση τρίτου μισθωτή με μεγαλύτερο αντάλλαγμα, όπως προτίθεται να ενεργήσει αφού επικαλείται ότι θα προβεί σε νέα διακήρυξη για την εκμίσθωσή του και με σχετικό αίτημα προσωρινής εκτελεστότητας της απόφασης που θα εκδοθεί αντιστοίχως καταχρηστικό. Η πρόθεσή του αυτή αποδεικνύεται και από την πραγματική διενέργειά του πλειοδοτικού διαγωνισμού πριν την επίδοση σε μένα οποιασδήποτε όχλησης απόδοσης του μισθίου, σύμφωνα με την επικαλούμενη διακήρυξη και παρά την εγκαταστάση μου στο μίσθιο κατά τον ίδιο χρόνο, δίχως ωστόσο για ανεξάρτητους λόγους να επιτευχθεί η τελική κατάρτιση σύμβασης με την πλειοδότρια εταιρία. Τα περιστατικά αυτά που προηγήθηκαν της υπό κρίση αγωγής είναι αρκετά προς απόδειξη των απώτερων σκοπών του αντιδίκου. Για τους λόγους αυτούς σε κάθε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ασκούμενη καταχρηστικά." Το Εφετείο απέρριψε την ένσταση αυτή ως μη νόμιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ωστόσο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν στοιχειοθετούν την ένσταση καταχρηστικότητας κατ' άρθρο 281 ΑΚ. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ (διαλαμβάνεται σχετική νομική σκέψη)...Στην προκείμενη περίπτωση, η εναγομένη ουδόλως ισχυρίζεται ότι το ενάγον της δημιούργησε την πεποίθηση με τη στάση του ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το σχετικό δικαίωμά του, αντίθετα εκθέτει ότι το ενάγον επανειλημμένα επιχείρησε την αποβολή της από το ακίνητο λόγω καθυστέρησης καταβολής των μισθωμάτων με την έκδοση εις βάρος της διαταγών πληρωμής μισθωμάτων και απόδοσης μισθίου. Επομένως, η σχετική ένστασή της τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη. Το πρωτοβάθμιο που απέρριψε την ως άνω ένσταση ως μη νόμιμη ορθώς έκρινε και ο σχετικός λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος". Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό τρίτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε αλλά ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού η αλήθεια των πραγματικών περιστατικών που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση της πιο πάνω ένστασής της, δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος του εκμισθωτή (ήδη των αναιρεσιβλήτων) προς απόδοση της χρήσης του μισθίου καταχρηστική. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία στα πλήρη δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενόψει του ότι αυτά αποτελούν μεν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και έχουν τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρ. 28 παρ.4 ν. 2579/1998), πλην όμως, στην παρούσα υπόθεση, η νομική τους υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν.3693/1957, περί μειωμένων δικαστικών εξόδων (ΑΠ 546/2022, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 1492/2017). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31-8-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 32/23-9-2020) αίτηση για αναίρεση της 137/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ