Αριθμός 956/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Α. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θρασύβουλο Κονταξή, για αναίρεση της υπ'αριθ.7021/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1229/2012 Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ.2 του άρθρου 370Α Π.Κ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο επί του προκειμένου χρόνο (έτος 2005) μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 6 παρ.8 του ν.3090/2002 και πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ.1 Ν.3674/2008, "όποιος αθέμιτα, παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοφωνεί μη δημόσιες πράξεις τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος μαγνητοφωνεί ιδιωτική συνομιλία μεταξύ αυτού και τρίτου χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του αυτού άρθρου (κατά το οποίο η χρησιμοποίηση από τον δράστη των πληροφοριών ή των μαγνητοταινιών που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση) εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, πλήν άλλων, ότι, για τη στοιχειοθέτηση του πιο πάνω αδικήματος της παραβίασης του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας, πρέπει η αθέμιτη καταγραφή να αφορά συνομιλία, που δεν διεξάγεται δημόσια, δηλαδή δεν πρέπει κατά τη βούληση των συνομιλούντων να προορίζεται να ακουσθεί από αόριστο αριθμό προσώπων. Είναι δε αθέμιτη η μαγνητοφώνηση όταν γίνεται χωρίς σχετικό δικαίωμα του δράστη παρεχόμενο από τη διάταξη νόμου ή τη συναίνεση εκείνου του οποίου μαγνητοφωνείται η συνομιλία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία, για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται, ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι ο περί άμυνας κατά το άρθρο 22 ΠΚ και ο περί συγγνωστής νομικής πλάνης. Ακόμα, από τη διάταξη του άρθρου, 31 παρ.2 του ΠΚ προκύπτει ότι για να μην καταλογισθεί η πράξη στον κατηγορούμενο λόγω συγγνωστής πλάνης απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη του για το δικαίωμά του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του αδίκου χαρακτήρα της, τον οποίον δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιαδήποτε και να κατέβαλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Δηλαδή, για να είναι ορισμένος ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός, πρέπει να προσδιορίζεται η προσωπική κατάσταση του κατηγορουμένου, που προσδιορίζεται από την ηλικία, τη μόρφωση, το επάγγελμα και την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ώστε με τη στάθμιση αυτών των στοιχείων και των δυνατοτήτων του, να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει πεποίθηση, αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθινός ή προσχηματικός. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7021/2012 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβίασης απορρήτου προφορικών συνομιλιών κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετίαν. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 21-1-2005 έως 16-2-2005 ο κατηγορούμενος Α. Α. με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος με πρόθεση αθέμιτα μαγνητοφώνησε προφορικές συνομιλίες μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγονταν δημόσια καθώς και ιδιωτικές συνομιλίες του ιδίου και τρίτων, χωρίς τη συναίνεση των τελευταίων. Πιο αναλυτικά, την 21-1-2005, την 24-1-2005, την 25-1-2005, την 27-1-2005, την 28-1-2005, την 31-1-2005, την 9-2-2005, την 10-2-2005 και την 14-2-2005, στα γραφεί της εταιρείας "ΦΙΛΙΠΣ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", μαγνητοφώνησε προφορικές συνομιλίες μεταξύ τρίτων, όπως υπαλλήλων της εταιρίας "ΦΙΛΙΠΣ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" συνεργών, πελατών και επισκεπτών αυτής, χωρίς τη συναίνεση τους, αλλά και ιδιωτικές συνομιλίες μεταξύ του ιδίου και τρίτων (υπαλλήλων, πελατών, συνεργατών της ως άνω εταιρίας) και ειδικότερα των Θ. Κ., Σ. Σ., Μ. Ο., Β. Π., Μ. Σ., Γ. Β., Θ. Μ., Κ., Γ., Ρ. Κ., Τ. Γ., Δ. Λ., Σ. Β., Π. Τ., Α. Χ., Κ. Μ., Ν. Π., Δ. Κ., Π. Π., Μ. Ι., Τ. Μ., Δ. Κ., Θ. Κ., Β. Γ., Ε. Δ., Γ. Π., Μ. Χ., Γ. Β., Μ. Κ., Β. Σ., Γ. Χ., Β. Π., Γ. Α., Ι. Κ., Κ. Ζ., Δ. Χ., Μ. Μ., Μ. Κ., Γ. Ρ., Ι. Τ., Σ. Γ., Σ., Ρ., Θ., Κ., Μ., Μ.. Επίσης την 31-1-2005, την 4-2-2005 και την 14-2-2005 εντός του δικηγορικού γραφείου του Χ. Χ., μαγνητοφώνησε τις ιδιωτικές συνομιλίες μεταξύ του ιδίου και του δικηγόρου Χ. Χ., την 8-2-2005 μαγνητοφώνησε ιδιωτική συνομιλία μεταξύ του ίδιου και της δικαστικής υπαλλήλου του 6ου προανακριτικού τμήματος Αθηνών, την 14-2-2005 και την 15-2-2005 μαγνητοφώνησε ιδιωτικές συνομιλίες μεταξύ του ίδιου και της Εισαγγελέως Ακροάσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Κ. - Μ., ενώ την 16-2-2005 μαγνητοφώνησε ιδιωτικές συνομιλίες μεταξύ του ιδίου και υπαλλήλων της Νομαρχίας Αθηνών (Σ., Ν., Κ.) καθώς και υπαλλήλων Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής (Α. Θ., Γ. Θ.). Για τα ανωτέρω περιστατικά πειστικά κρίνονται όσα καταθέτουν οι μάρτυρες κατηγορίας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, αυτά δε, σε συνδυασμό προεχόντως με την αναγνωσθείσα έκθεση εργαστηριακής απομαγνητοφώνησης, αλλά τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, με βεβαιότητα οδηγούν στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ'αυτόν και δη υπό τις ανωτέρω περιστάσεις πράξη. Ο κατηγορούμενος αρνούμενος την κατηγορία, υποστηρίζει ότι η παρακολούθηση, στην οποία στις ανωτέρω περιπτώσεις προέβη, δεν υπήρξε αθέμιτη, διότι επρόκειτο στην πραγματικότητα περί απλής καταγραφής διαφόρων πληροφοριών καθημερινής χρησιμότητας, τις οποίες καταχωρούσε και περιελάμβανε σε ένα είδος ηλεκτρονικού ημερολογίου το οποίο, με την προτροπή μάλιστα του τώρα μάρτυρος κατηγορίας και συναδέλφου του Ν. Π., είχε αποκαταστήσει το σύνηθες ημερολόγιο, το οποίο τηρούσε χειρογράφως επί σειρά ετών. Στην καταγραφή δε αυτή στο ηλεκτρονικό ημερολόγιο του προέβαινε επειδή οι παραπάνω πάσης φύσεως πληροφορίες του ήταν χρήσιμες στην καθημερινότητά του, αλλά και στα πλαίσια της πολυετούς και εξοντωτικής για τον ίδιο αντιδικίας που είχε με την εταιρία. Μάλιστα, όπως υποστηρίζει, επέλεξε αυτόν τον τρόπο λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και τα οποία έχουν εξασθενήσει και τη μνήμη του και την ικανότητά του να καταγράφει με άλλον τρόπο και δη εγγράφως, λεπτομερώς και σε καθημερινή βάση, τις πληροφορίες που τον ενδιέφεραν και του ήταν απαραίτητες για την καθημερινή διαβίωσή του, τις υποχρεώσεις του και τις σχέσεις του με την εργοδότρια του εταιρία. Σε κάθε δε περίπτωση, ισχυρίζεται περαιτέρω ο ίδιος ενήργησε εξαιτίας συγγνωστής νομικής πλάνης άλλους στα πλαίσια άμυνας. Αναφορικά με την πρώτη περίπτωση, ειδικότερα, είχε τη στερεά και συγγνωστή άποψη ότι η ηχογράφηση καθεαυτή δεδομένου της προσωπικής του ζωής δεν ενέπιπτε στην έννοια της σχετικής απαγόρευσης - και τούτο μάλιστα προκύπτει και το ότι αυτός ήταν που παρέδωσε τη συσκευή καταγραφής προς επιδιόρθωσή της όταν παρουσίασε βλάβη, στο αρμόδιο τεχνικό τμήμα της εταιρίας. Όσον αφορά την άμυνα, εξάλλου, αυτή δικαιολογείται από το ότι ο ίδιος δεχόταν διαρκείς και άδικες επιθέσεις της εταιρίας, έναντι των οποίων όφειλε να προστατευθεί και οι οποίες τον είχαν οδηγήσει σε ένα είδος κατάστασης ανάγκης. Οι παραπάνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ωσόσω δεν ευσταθούν. Συγκεκριμένα τα υποστηριζόμενα περί μη αθέμιτης καταγραφής κρίνονται αβάσιμα, καθόσον η παρακολούθηση έγινε χωρίς οποιοδήποτε δικαίωμα και χωρίς τη συναίνεση, αλλά εν αγνοία των συνομιλητών, οι δε δικαιολογίες που προβάλλει ο κατηγορούμενος, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τις συνομιλίες, οι οποίες καταγράφηκαν, ως καταχωρήσεις σε ένα είδος ηλεκτρονικού ημερολογίου, το οποίο έπρεπε για λόγους ανάγκης να τηρείται, καθόλου δεν ανατρέπουν το παραπάνω συμπέρασμα. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης, περαιτέρω, αυτός κρίνεται απορριπτέος, διότι δεν προκύπτει ο κατηγορούμενος αγνοούσε τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, σε κάθε δε περίπτωση ο τελευταίος μπορούσε, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, με βάση τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις, ενόψει και της ηλικίας του και των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων, να ενημερωθεί σχετικώς (ΑΠ 330/2007 Π.Χ. ΝΗ 48, ΑΠ 1286/2005 Π.Χ. ΝΣΤ'237, ΑΠ 912/2004 Π.Λ. 2004,1190). Προεχόντως δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο ότι υπήρχε πράγματι άδικος και παρούσα επίθεση, κατά την έννοια του άρθρου 22 Π.Κ., δηλαδή επίθεση ενεργός και συνεχιζόμενη, από την οποία κινδύνευε άμεσα έννομο αγαθό του (ΑΠ 1856/2004 Ποιν.Δ 2002, 366, ΑΠ 456/2001 Π.Χ. ΝΒ'312), ως τέτοια δε επίθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί η δικαστική διαμάχη του με την εταιρία, στην οποία εργαζόταν. Επιπροσθέτως, δε, η προσβολή που επήλθε με την εξακολουθητική πράξη του, αφορούσε σε διάφορα πρόσωπα, που είτε απασχολούνταν στην εταιρία και είχαν σχέση με αυτήν είτε δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε τρόπο με την τελευταία (ανωτέρω) και, συνεπώς, ουδόλως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι ενέργειες του κατηγορουμένου εντάσσονταν στα πλαίσια της άμυνας απέναντι σε μια τέτοια, έστω και με τη μορφή που αυτός επικαλείται, επίθεση. Μετά ταύτα, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών του θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξης της παραβίασης του απορρήτου προφορικής συνομιλίας κατ' εξακολούθηση". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάστηκε. Ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβίασης του απορρήτου προφορικών συνομιλιών κατ' εξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις (αρθρ. 27 παρ.1, 370Α παρ.2 ΠΚ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως, ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Συγκεκριμένα αναφέρονται στην ως άνω αιτιολογία με πληρότητα και σαφήνεια, ότι ο αναιρεσείων αθέμιτα, δηλαδή χωρίς σχετικό δικαίωμα παρεχόμενο σ'αυτόν από διάταξη νόμου και χωρίς τη γνώση και συναίνεση των τρίτων, μαγνητοφώνησε ιδιωτικές προφορικές συνομιλίες μεταξύ τρίτων, που δεν διεξάγονταν δημόσια καθώς και μεταξύ αυτού και τρίτων, ενώ δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται, ότι ο αναιρεσείων έκανε χρήση των μαγνητοφωνημένων αυτών συνομιλιών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, καθόσον η χρήση των ως άνω μαγνητοφωνημέων συνομιλιών δεν αποτελεί στοιχείο του ως άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων αλλά συνιστά επιβαρυντική περίσταση της ως άνω πράξεως, περίπτωση, η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω. Ούτε απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία του δόλου, γιατί ο δόλος, ως υποκειμενικό στοιχείο, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της υπό κρίση πράξεως και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Επίσης, αιτιολογείται πλήρως η απόρριψη των από τα άρθρα 22 και 31 παρ.2 ΠΚ προβληθέντων από τον κατηγορύμενο ισχυρισμών περί άμυνας και περί συγγνωστής νομικής πλάνης με τις πιο παραδοχές, που διαλαμβάνονται στο περί ενοχής σκεπτικό της απόφασης, όπου στην μεν πρώτη περίπτωση έγινε δεκτό, ότι δεν υπήρχε άδικος και παρούσα επίθεση με την έννοια του άρθρου 22 ΠΚ δηλαδή επίθεση ενεργός και συνεχιζόμενη από την οποία κινδύνευε άμεσα έννομο αγαθό του αναιρεσείοντος και ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοια η δικαστική διαμάχη του με την εταιρεία καθώς και ότι σε κάθε περίπτωση η προσβολή που επήλθε με την εξακολουθητική πράξη του αφορούσε σε διάφορα πρόσωπα που είτε είχαν σχέση με την εταιρεία είτε δεν σχετίζονταν με αυτήν, ενώ στη δεύτερη περίπτωση της συγγνωστής πλάνης έγινε δεκτό, ότι σε κάθε περίπτωση δηλαδή και αν ακόμη αυτό επίστευε ότι εδικαιούτο να προβεί στην ανωτέρω πράξη του, ότι δεν ενεργούσε συγγνωστώς, καθόσον μπορούσε να διαγνώσει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του, αν κατέβαλε τη δέουσα επιμέλεια να ενημερωθεί σχετικά, με βάση τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις και ενόψει της ηλικίας του και των πνευματικών και επαγγελματικών ικανοτήτων, τις οποίες είχε επικαλεσθεί ο ίδιος, ο αναιρεσείων, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του και δέχθηκε αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση (πτυχιούχος Αρχιτεκτονικής, κάτοχος πτυχίου λογιστικής, γνώστης ξένων γλωσσών και υπάλληλος από 22-9-1969 της εταιρείας "ΦΙΛΙΠΣ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ). Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε ΚΠοινΔ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τις παραδοχές ότι ο αναιρεσείων μαγνητοφώνησε τις ειρημένες ιδιωτικές συνομιλίες χωρίς τη γνώση και τη συναίνεση των τρίτων και ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 370Α παρ.2 ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, πλήττεται η από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά την παρ.4 του άρθρου 79 Π.Κ. "στην απόφαση αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του Δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ.1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη α)τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β)την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά και άλλη ειδικότερη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 7021/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής φυλακίσεως των δώδεκα (12) μηνών, που επέβαλε στον αναιρεσείοντα έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων αυτών χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 Π.Κ., που ειδικώς μνημονεύονται στην απόφαση, χωρίς να είναι αναγκαία επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ λόγος αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη διάταξή της για επιμέτρηση της ποινής είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Νοεμβρίου 2012 αίτηση του Α. Α. του Α., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7021/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ